Παλιά, που δεν υπήρχαν οι χημικές βαφές, χρησιμοποιούσαν για κόκκινη μπογιά κομματάκια από ένα είδος κόκκινου ξύλου (αιματόξυλο) ή «ριζάρι, κιννάβαρι και όξος», δηλαδή ερυθρόδανο ή αλιζάρι, κρεμέζι και ξίδι, όπως αναφέρει ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα «Παιδική Πασχαλιά». «Τα αυγά βάφονται τη Μεγάλη Πέμπτη, που αποκαλείται και Κόκκινη Πέμπτη. Πιστεύεται δε ότι καταλληλότερη χρονική στιγμή είναι προτού ξεκινήσει η Θεία Ακολουθία, διότι “άμα ακουστούν οι καμπάνες, τα αυγά θα σπάσουν”».
Το χρώμα των αυγών είναι βέβαια το κόκκινο, αλλά δεν αποκλείονται και τα άλλα χρώματα, όπως το κίτρινο, που δηλώνει την πίκρα για τη Σταύρωση του Χριστού, αλλά και το μπλε ή το μοβ, που συμβολίζουν το πένθος. Ιδιαίτερη αξία έχει το πρώτο αυγό που θα βαφτεί. Το ονομάζουν «αυγό της Παναγίας» και το φυλάσσουν στο εικονοστάσι για έναν χρόνο. Με αυτό μπορούν να ξεματιάσουν, αλλά και να ξορκίσουν τα φυσικά φαινόμενα, όπως είναι το χαλάζι και οι πλημμύρες.
Την επόμενη χρονιά θάβεται στα χωράφια για να αποκτήσει ο σπόρος τη ζωτική δύναμη του αυγού. Αν, πάλι, κρατηθεί για τρία χρόνια στο εικονοστάσι, ο κρόκος του γίνεται σαν το κεχριμπάρι και τότε το αυγό λέγεται «κρατητήρας» και παίζει τον ρόλο φυλαχτού.
Καλύτερα, για να φέρουν εις πέρας αυτή την αποστολή, θεωρούνται τα αυγά που γεννιούνται την ίδια τη Μεγάλη Πέμπτη από μαύρη κότα. Πρέπει να βάφονται χωριστά και πρώτα απ’ όλα, ονομάζονται «μεγαλοπεφτιάτικα» και διαθέτουν ισχυρές ιαματικές ιδιότητες. Υπάρχουν και τα «ευαγγελισμένα» αυγά που τα πάνε το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στην εκκλησία για να διαβαστούν στα Δώδεκα Ευαγγέλια. Τα αφήνουν κάτω από την Αγία Τράπεζα ως την Ανάσταση, οπότε τα παίρνουν και τα βάζουν στις ρίζες των δέντρων, για να έχουν πλούσια καρποφορία.












