Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ εξακολουθεί να πιέζει πολιτικά την κυβέρνηση, με τον Παύλο Μαρινάκη να επιχειρεί να οριοθετήσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη στάση του Μεγάρου Μαξίμου. Μιλώντας εφ’ όλης της ύλης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνώρισε ότι οι εμπλεκόμενοι βουλευτές έχουν λόγους να διατυπώνουν ενστάσεις για τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζονται στη δημόσια συζήτηση, την ίδια στιγμή όμως έδωσε έμφαση στην ανάγκη να προχωρήσουν γρήγορα οι διαδικασίες και να πάρει η κοινωνία καθαρές απαντήσεις. Το βασικό μήνυμα που εξέπεμψε ήταν ότι η κυβέρνηση θέλει να εμφανίσει την υπόθεση όχι μόνο ως πεδίο δικασικής διερεύνησης αλλά και ως αφετηρία για θεσμικές αλλαγές που, όπως υποστηρίζει, θα περιορίσουν δραστικά τη δυνατότητα πολιτικών ή άλλων παρεμβάσεων.
Στην καρδιά αυτής της επιχειρηματολογίας βρίσκεται η μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. Ο Μαρινάκης παρουσίασε τη συγκεκριμένη κίνηση ως καταλυτική τομή, λέγοντας ουσιαστικά ότι εκεί τελειώνει η λογική του τηλεφωνήματος, της ειδικής μεταχείρισης και της αυθαίρετης διευκόλυνσης. Θέλησε να μεταφέρει την εικόνα ενός συστήματος που δεν θα μπορεί πια να επηρεάζεται από προσωπικές σχέσεις, πολιτική πίεση ή μεσολαβήσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει, κατά την κυβερνητική θέση, και σε άλλους τομείς όπου η ψηφιοποίηση και οι ανεξάρτητοι μηχανισμοί έχουν κλείσει τα παραδοσιακά πεδία πελατειακής παρέμβασης.
Παράλληλα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επανέλαβε ότι άλλο πράγμα είναι η μεταφορά ενός δίκαιου αιτήματος πολίτη από έναν βουλευτή και άλλο μια ενέργεια που επιχειρεί να κινηθεί έξω από το νομικό πλαίσιο. Με αυτή τη διάκριση προσπάθησε να κρατήσει μια ισορροπία: από τη μία να μη δοθεί η εικόνα ότι ποινικοποιείται συνολικά η πολιτική διαμεσολάβηση και από την άλλη να περάσει το μήνυμα ότι οι πρακτικές του παρελθόντος πρέπει να κλείσουν. Η φράση του για τις «δικαιολογημένες ενστάσεις» δείχνει ότι η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται το πολιτικό κόστος που προκαλείται σε στελέχη της, αλλά ταυτόχρονα δεν θέλει να εμφανιστεί ότι αμφισβητεί συλλήβδην τη δικασική έρευνα.
Σημαντικό τμήμα της τοποθέτησής του αφιερώθηκε και στη Δικαιοσύνη. Ο Μαρινάκης ζήτησε ταχύτερες κινήσεις, ξεκαθαρίζοντας ότι η εκτελεστική εξουσία δεν νομιμοποιείται να παρεμβαίνει, αλλά έχει κάθε λόγο να εκφράζει προβληματισμούς όταν υποθέσεις με τόσο έντονο δημόσιο ενδιαφέρον μένουν ανοιχτές για μεγάλο διάστημα. Τόνισε επίσης ότι η παραπομπή δεν συνιστά καταδίκη και ότι το τεκμήριο αθωότητας δεν μπορεί να τίθεται στην άκρη από τον δημόσιο θόρυβο, τις διαρροές ή την πολιτική εκμετάλλευση. Επέμεινε μάλιστα ότι σε τέτοιες υποθέσεις χρειάζεται πλήρης εικόνα και όχι αποσπασματική ενημέρωση που τελικά δημιουργεί περισσότερη σύγχυση παρά διαφάνεια.
Στο φόντο όλων αυτών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος άνοιξε και τη συζήτηση για το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, διευκρινίζοντας πάντως ότι δεν πρόκειται για μέτρο καταπολέμησης του ρουσφετιού, αλλά για μια ευρύτερη θεσμική συζήτηση που αφορά τον τρόπο οργάνωσης της πολιτικής ζωής. Άφησε μάλιστα ανοιχτό και το ενδεχόμενο να τεθεί στο τραπέζι η μείωση του αριθμού των βουλευτών, στο πλαίσιο ενός πιο συνολικού διαλόγου για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Η κυβέρνηση, με λίγα λόγια, επιχειρεί να μετατρέψει την πίεση του ΟΠΕΚΕΠΕ σε αφορμή για να μιλήσει ξανά για μεταρρυθμίσεις, κρατώντας ταυτόχρονα άμυνα απέναντι στην κριτική για πολιτικές ευθύνες.












