Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Κάποια ερωτήματα επανέρχονται στην ελληνική πολιτική ζωή με τη συχνότητα των καλοκαιρινών πυρκαγιών. Το σενάριο των πρόωρων εκλογών είναι ένα από αυτά. Κάθε τόσο φουντώνει, κάθε τόσο διαψεύδεται, κι όμως ποτέ δεν πεθαίνει. Σήμερα επανέρχεται με νέα ένταση, τροφοδοτούμενο από μια συγκυρία που δύσκολα αγνοείται.
Αν κάποιος έπρεπε να στοιχηματίσει με βάση το παρελθόν, θα έβαζε τα λεφτά του στη θεσμική συνέπεια του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στην προηγούμενη τετραετία, παρά τις συνεχείς «πληροφορίες», τις εισηγήσεις συμβούλων, τις σειρήνες του αιφνιδιασμού και τις προφανείς πολιτικές ευκαιρίες, ο πρωθυπουργός επέλεξε να εξαντλήσει τον συνταγματικό του χρόνο. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό για τα ελληνικά δεδομένα, όπου η κάλπη συχνά αντιμετωπίζεται ως εργαλείο τακτικής και όχι ως θεσμική υποχρέωση. Και ακόμη και σήμερα, ο ίδιος επιμένει δημοσίως: «οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας».
Κι όμως, οι υποψίες πληθαίνουν. Το ίδιο και οι πληροφορίες για «πιεστικές εισηγήσεις να το ξανασκεφτεί». Όχι γιατί άλλαξε ο χαρακτήρας του πρωθυπουργού, αλλά γιατί άλλαξε το περιβάλλον. Και η πολιτική, όσο κι αν ντύνεται με αρχές, παραμένει τέχνη προσαρμογής στις συνθήκες.
Οι 4 συνθήκες
Πρώτον, ο πόλεμος. Όχι ως μακρινό γεγονός, αλλά ως παράγοντας που επηρεάζει άμεσα την οικονομία και την ψυχολογία των κοινωνιών. Σε περιόδους διεθνούς ανασφάλειας, η λεγόμενη «συσπείρωση γύρω από τη σημαία» λειτουργεί σχεδόν μηχανικά. Οι πολίτες αναζητούν σταθερότητα, αποφεύγουν τα ρίσκα και τείνουν να εμπιστεύονται την εκάστοτε εξουσία. Προφανώς αυτό το παράθυρο δεν θα μείνει ανοιχτό για πάντα.
Δεύτερον, η ενεργειακή κρίση και οι πληθωριστικές πιέσεις. Η κυβέρνηση, όπως και όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καλείται να ισορροπήσει πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Από τη μία οι ανάγκες στήριξης του λαϊκού εισοδήματος, από την άλλη τα δημοσιονομικά όρια. Τα πακέτα ενίσχυσης έχουν κόστος. Και όσο περνά ο χρόνος, τόσο αυτό το κόστος γίνεται πιο βαρύ, τόσο οι προσδοκίες αυξάνονται και τόσο οι αντοχές μειώνονται. Σε μια τέτοια συγκυρία, η επιλογή του χρόνου των εκλογών αποκτά στρατηγική σημασία. Πας νωρίς, όσο ακόμα «κρατάς» ή πας αργότερα, ρισκάροντας φθορά που μπορεί να μην αναστρέφεται;
Τρίτον, η κατάσταση της αντιπολίτευσης. Εδώ η εικόνα είναι, τουλάχιστον προς το παρόν, άκρως ευνοϊκή για την κυβέρνηση. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης δείχνουν να αναζητούν βηματισμό, να παλεύουν με εσωτερικές ισορροπίες και να μην έχουν ακόμη συγκροτήσει πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Ηγέτης απέναντι στον Κυριάκο δεν υπάρχει, όποιος εμφανίζεται (Καρυστιανού, Τσίπρας) μάλλον καίγεται. Σε τέτοιες στιγμές, ο πειρασμός του αιφνιδιασμού είναι μεγάλος: γιατί να περιμένεις να ωριμάσει ο αντίπαλος;
Τέταρτον, το εκλογικό σύστημα και η δυναμική των αναμετρήσεων. Το σύστημα πλέον είναι ενιαίο, ωστόσο οι δημοσκοπήσεις δείχνουν προβάδισμα της ΝΔ, αλλά με ποσοστά που απέχουν από την αυτοδυναμία. Αυτό καθιστά πιθανό ένα σενάριο διπλής κάλπης, όχι λόγω διαφορετικού νόμου, αλλά λόγω αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης από την πρώτη αναμέτρηση.
Η δεύτερη κάλπη
Σε μια τέτοια περίπτωση, η δεύτερη κάλπη αποκτά διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η αδυναμία συγκρότησης συμμαχικής κυβέρνησης, που σήμερα φαντάζει σχεδόν δεδομένη, ενδέχεται να ενισχύσει τον φόβο της ακυβερνησίας. Το αρχικό αποτέλεσμα μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης: να δώσει ώθηση στη νικήτρια ΝΔ και να καλλιεργήσει απογοήτευση στις τάξεις της ήδη ηττημένης αντιπολίτευσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αυτοδυναμία στη δεύτερη αναμέτρηση καθίσταται και πιθανή και ευκολότερη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα σενάρια για εκλογές είτε στο τέλος της άνοιξης είτε στις αρχές του φθινοπώρου δεν ακούγονται πια τόσο εξωτικά. Αντιθέτως, εντάσσονται σε μια λογική που λέει ότι «οι εκλογές γίνονται όταν σε συμφέρει περισσότερο να τις κάνεις». Και αυτό δεν είναι ελληνική ιδιομορφία, είναι ο κανόνας της πολιτικής σε όλο τον κόσμο.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ενδιαφέρον ερώτημα. Θα παραμείνει ο Μητσοτάκης πιστός στον θεσμικό του εαυτό ή θα υποκύψει στη λογική της συγκυρίας; Θα προκηρύξει εκλογές στα τέλη Μάη για να πάει σε δεύτερες τέλος Ιούνη; Θα προκηρύξει τέλος Αυγούστου (προλαβαίνοντας και την ΔΕΘ) για να επαναληφθούν τέλος Σεπτέμβρη; Ή θα περιμένει να καβαντζάρει το 2027, όπως μας βεβαιώνει σήμερα;
Η απάντηση δεν είναι προφανής. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η εικόνα ενός πολιτικού που επένδυσε συνειδητά στη θεσμικότητα, που θέλησε να διαφοροποιηθεί από την παράδοση του τακτικισμού και να παρουσιάσει ένα πρόσωπο «κανονικότητας». Από την άλλη, υπάρχει η ευθύνη της διακυβέρνησης σε μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων, όπου η σταθερότητα της εξουσίας δεν είναι απλώς πολιτικό ζητούμενο, αλλά (κατά την κυβερνητική οπτική και όχι μόνο) είναι εθνική ανάγκη.
Ίσως, τελικά, το δίλημμα να είναι ψευδές. Διότι η θεσμικότητα δεν είναι μόνο η τυπική εξάντληση της τετραετίας. Είναι και η ικανότητα να διασφαλίζεις κυβερνησιμότητα σε δύσκολες συνθήκες. Και αν ο πρωθυπουργός κρίνει ότι αυτή η κυβερνησιμότητα εξυπηρετείται καλύτερα από έναν εκλογικό αιφνιδιασμό, τότε θα έχει, στα δικά του μάτια, μια επαρκή δικαιολογία.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν «θα διαψεύσει τον θεσμικό του εαυτό». Το ερώτημα είναι ποια εκδοχή αυτού του εαυτού θα επιλέξει. Εκείνη που μετρά τον χρόνο με το ημερολόγιο ή εκείνη που τον μετρά με τους συσχετισμούς.
Και όπως συχνά συμβαίνει στην πολιτική, η απάντηση δεν θα δοθεί με δηλώσεις, αλλά με μια αιφνιδιαστική ανακοίνωση, ένα βράδυ ίσως, που όλοι θα λένε ότι «δεν το περίμεναν». Ή, εξίσου πιθανό, με μια απόφαση που θα επιβεβαιώνει ότι το πιο απρόβλεπτο πράγμα στην Ελλάδα είναι να τηρείς το προβλέψιμο.












