Η Τουρκία προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις από τη σύγκρουση γύρω από το Ιράν, παρά τις πιέσεις που δέχεται λόγω της γεωπολιτικής της θέσης. Η κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει επιλέξει μια στάση που συνδυάζει καταδίκη των επιθέσεων και ταυτόχρονα διπλωματικές πρωτοβουλίες για αποκλιμάκωση της έντασης.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Για την Άγκυρα, μια άμεση εμπλοκή στον πόλεμο θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις σε πολλούς τομείς. Το πιο άμεσο πλήγμα θα ήταν οικονομικό. Η τουρκική οικονομία παραμένει ευάλωτη στις διεθνείς ενεργειακές κρίσεις και η αύξηση των τιμών του πετρελαίου ήδη προκαλεί ανησυχία.
Ταυτόχρονα, η Τουρκία παραμένει σημαντικός εισαγωγέας φυσικού αερίου και εξακολουθεί να έχει ενεργειακές σχέσεις με το Ιράν. Μια πολεμική εμπλοκή θα μπορούσε να οδηγήσει σε διακοπή ενεργειακών ροών και σε νέα ενεργειακή κρίση για τη χώρα.
Ένας ακόμη παράγοντας που επηρεάζει τις αποφάσεις της Άγκυρας είναι η ασφάλεια των συνόρων. Ήδη υπάρχουν ενδείξεις ότι η σύγκρουση οδηγεί σε μετακινήσεις πληθυσμών προς την Τουρκία. Αν η χώρα γινόταν εμπόλεμο μέρος, οι προσφυγικές ροές θα μπορούσαν να αυξηθούν σημαντικά.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι επίσης το ζήτημα του κουρδικού. Η Τουρκία ανησυχεί ότι μια αποσταθεροποίηση στο Ιράν θα μπορούσε να ενισχύσει κουρδικές οργανώσεις που συνδέονται με το PKK. Ένα τέτοιο σενάριο θα δημιουργούσε νέα προβλήματα ασφάλειας για την Άγκυρα.
Παράλληλα, η Τουρκία επιδιώκει να διατηρήσει τον ρόλο της ως ανεξάρτητος γεωπολιτικός παίκτης. Αν συμμετείχε σε μια δυτική στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Ιράν, θα έχανε μέρος της διπλωματικής ευελιξίας που της επιτρέπει να συνομιλεί τόσο με τη Δύση όσο και με χώρες της Μέσης Ανατολής.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η τουρκική ηγεσία επιλέγει να κρατήσει μια ισορροπημένη στάση. Η Άγκυρα δεν θέλει την πλήρη αποδυνάμωση του Ιράν, αλλά ούτε και την ενίσχυσή του σε βαθμό που θα απειλούσε τη δική της περιφερειακή επιρροή.











