Ο Guardian επιχειρεί να φωτίσει μια από τις πιο άβολες συγκρίσεις των τελευταίων ημερών, υποστηρίζοντας ότι ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν εμφανίζει ανησυχητικές ομοιότητες με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η ανάλυση δεν εξισώνει μηχανικά τις δύο περιπτώσεις. Αντίθετα, διευκρινίζει ότι πρόκειται για εντελώς διαφορετικές συγκρούσεις ως προς τη μορφή, την κλίμακα και την πολιτική αφετηρία. Η Ρωσία εξαπέλυσε το 2022 μια μαζική, απρόκλητη χερσαία εισβολή σε ένα ανεξάρτητο κράτος, ενώ στην περίπτωση του Ιράν το σκηνικό αφορά κυρίως αεροπορική και πυραυλική εκστρατεία. Όμως ο Guardian βλέπει πίσω από αυτές τις διαφορές μια επικίνδυνη δομή που επαναλαμβάνεται. Οι στόχοι αλλάζουν όσο ο πόλεμος προχωρά, οι νομικές δικαιολογίες παραμένουν αμφισβητούμενες, η γλώσσα της ηγεσίας παρουσιάζει την επίθεση ως άμυνα και κανείς δεν δίνει σαφή απάντηση για το πού τελειώνει η επιχείρηση. Αυτά είναι τα στοιχεία που κάνουν τη σύγκριση πολιτικά εκρηκτική.
Σύμφωνα με το βρετανικό μέσο, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κοινά σημεία είναι η μετατόπιση των στρατηγικών στόχων. Στην αρχή, οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις παρουσιάστηκαν ως προσπάθεια να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν και να υπονομευθούν οι πυραυλικές και στρατιωτικές του δυνατότητες. Στη συνέχεια, όμως, το πλαίσιο άρχισε να φουσκώνει. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έμεινε μόνο στην αποδυνάμωση του πυρηνικού προγράμματος, αλλά άνοιξε δημόσια τη συζήτηση για αντικατάσταση της ηγεσίας στην Τεχεράνη και για άνευ όρων παράδοση. Ο Guardian θεωρεί αυτή τη μετατόπιση εξαιρετικά αποκαλυπτική, γιατί αντίστοιχα και η Μόσχα ξεκίνησε με συνθήματα για «αποστρατιωτικοποίηση» και «αποναζιστικοποίηση» και στη συνέχεια αναδιατύπωσε τους στόχους της με βάση την κατοχή εδαφών και την προστασία των ρωσόφωνων πληθυσμών. Όταν ένας πόλεμος αρχίζει με περιορισμένους σκοπούς και καταλήγει να ψάχνει όλο και πιο φιλόδοξη νομιμοποίηση, τότε συνήθως μπαίνει σε τροχιά χωρίς καθαρή έξοδο.
Ιδιαίτερο βάρος δίνει η ανάλυση και στη ρητορική της «αμυντικής δράσης». Ο Guardian σημειώνει ότι και στις δύο περιπτώσεις η επιθετική ενέργεια παρουσιάστηκε ως αναγκαία προληπτική απάντηση σε μια απειλή. Εδώ ακριβώς εντοπίζει και μία από τις πιο ανησυχητικές γλωσσικές ομοιότητες. Ο Τραμπ είπε ότι οι ΗΠΑ δεν ξεκίνησαν αυτόν τον πόλεμο αλλά τον τελειώνουν. Ο Πούτιν είχε πει σχεδόν το ίδιο για την Ουκρανία το 2022, ότι η Ρωσία δεν ξεκίνησε τον πόλεμο αλλά προσπαθεί να τον ολοκληρώσει. Αυτή η σχεδόν πανομοιότυπη διατύπωση είναι κομβική στην ανάλυση του Guardian, γιατί δείχνει πώς οι ηγεσίες προσπαθούν να ντύσουν μια στρατιωτική κλιμάκωση με λεξιλόγιο άμυνας και αναγκαστικής παρέμβασης. Το ίδιο το βρετανικό μέσο, αλλά και σχετικό κύριο άρθρο του, έχουν επισημάνει ότι τέτοιες προληπτικές δικαιολογήσεις θεωρούνται πολύ αμφίβολες από πλευράς διεθνούς δικαίου, ακριβώς επειδή ανοίγουν τον δρόμο στο επιχείρημα ότι ο ισχυρός μπορεί να χτυπά πρώτος επικαλούμενος μελλοντικό κίνδυνο.
Η άλλη μεγάλη ομοιότητα που αναδεικνύεται είναι η αυταπάτη της σύντομης εκστρατείας. Ο Guardian εκτιμά ότι ούτε ο Πούτιν ούτε ο Τραμπ περίμεναν πραγματικά ότι θα εγκλωβιστούν σε παρατεταμένη σύγκρουση. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, ο Πούτιν θεωρείται ότι υπολόγιζε σε γρήγορη κατάρρευση του Κιέβου. Στην περίπτωση του Ιράν, η γλώσσα περί «περιορισμένης επιχείρησης» και η αποφυγή της λέξης «πόλεμος» από τμήματα της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας δίνουν την αίσθηση ότι η Ουάσινγκτον πόνταρε σε κάτι γρήγορο, θεαματικό και ελεγχόμενο. Αλλά οι πόλεμοι δεν ακολουθούν πάντα τον αρχικό σχεδιασμό. Γι’ αυτό και ο Guardian στέκεται ιδιαίτερα στην προειδοποίηση του αναλυτή του Atlantic Council Ντάνι Σιτρινόβιτς, ότι όταν οι στρατηγικοί στόχοι γίνονται υπερβολικά φιλόδοξοι ή μη ρεαλιστικοί, ακόμη και μια επιτυχημένη αρχικά εκστρατεία μπορεί να εξελιχθεί σε πόλεμο φθοράς. Ο σχολιασμός του πρώην Ρώσου διπλωμάτη Βλαντίμιρ Φρόλοφ, «Ακούγεται γνώριμο», έρχεται να δέσει ακριβώς πάνω σε αυτή τη διάγνωση.
Τελικά, η ανάλυση του Guardian λειτουργεί λιγότερο ως ιστορική εξίσωση και περισσότερο ως πολιτική προειδοποίηση. Το μήνυμά της είναι ότι οι μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις πέφτουν συχνά στην ίδια παγίδα, πιστεύουν ότι μπορούν να ορίσουν οι ίδιες τους όρους, να κρατήσουν το εύρος της σύγκρουσης περιορισμένο και να αλλάξουν στόχους χωρίς κόστος. Η εμπειρία της Ουκρανίας δείχνει πόσο γρήγορα αυτή η λογική μπορεί να μετατραπεί σε μακρά, αιματηρή και αδιέξοδη εμπλοκή. Κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη σύγκριση με το Ιράν τόσο άβολη αλλά και τόσο δύσκολο να αγνοηθεί.











