Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Λυκούργος Λιακάκος, Διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου
Η κρίση γύρω από το Ιράν δεν εγγράφεται ως ακόμη μία περιοδική έξαρση στη Μέση Ανατολή. Συνιστά ταυτόχρονα σύγκρουση τριών επιπέδων: εσωτερική διάβρωση των ερεισμάτων αποδοχής του ιρανικού καθεστώτος, περιφερειακή αναμέτρηση για την ισορροπία ισχύος και παγκόσμιος ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας/Ρωσίας, όπου η Τεχεράνη αναδεικνύεται σε στρατηγικό κόμβο.
Στο εσωτερικό του Ιράν, το τοπίο αποδεικνύεται βαθιά διαβρωτικό για τη θεμελίωση της εξουσίας. Συσσωρευμένη κοινωνική οργή, σκληρή καταστολή, οικονομική καθίζηση, συρρίκνωση της μεσαίας τάξης, καθώς και η πεποίθηση ότι ο εθνικός πλούτος διοχετεύθηκε επί χρόνια σε δίκτυο πληρεξουσίων — από Συρία και Ιράκ έως Λίβανο, Γάζα και Υεμένη — συγκροτούν κλίμα πολιτικής κόπωσης και στρατηγικής φθοράς. Το θεοκρατικό οικοδόμημα πλέον δεν αξιολογείται μόνο ιδεολογικά, αλλά με κριτήριο την κυβερνητική αποτελεσματικότητα· εκεί, το έλλειμμα προβάλλει απροκάλυπτα.

Σε αντίστιξη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ δεν εγκλωβίζουν πλέον το αφήγημα στο πυρηνικό πρόγραμμα. Η αρχική επιδίωξη ίσως υπήρξε ο περιορισμός — ή ακόμη και η εξάλειψη — της πυρηνικής δραστηριότητας, όμως η ατζέντα σταδιακά εμπλουτίστηκε: βαλλιστική ικανότητα, εμβέλεια πυραύλων, περιφερειακή συμπεριφορά, έως και η ίδια η συνολική μορφή της εξουσίας στην Τεχεράνη. Η μετατόπιση δεν αποτυπώνει απλή ρητορική διεύρυνση· προοιωνίζεται ότι το πραγματικό διακύβευμα αφορά το ίδιο το καθεστώς ασφάλειας της Μέσης Ανατολής.
Στον πυρήνα της στρατηγικής των ΗΠΑ διακρίνεται μια ευρύτερη επιδίωξη: περιφερειακή τάξη σχετικής ηρεμίας, με περιορισμένη ιρανική παρουσία, ενισχυμένη ασφάλεια για το Ισραήλ, χαμηλότερο γεωπολιτικό ρίσκο για αμερικανικές επενδύσεις και λειτουργικούς εμπορικούς/ενεργειακούς διαδρόμους — με αιχμή τον IMEC (India–Middle East–Europe Corridor / Διάδρομος Ινδία–Μέση Ανατολή–Ευρώπη). Η Ουάσιγκτον δεν περιορίζεται στην ανάσχεση ενός προγράμματος· επιδιώκει αναδιάταξη του περιβάλλοντος ισχύος, ώστε να αποδεσμεύσει στρατηγικό κεφάλαιο για τον κύριο ανταγωνισμό με την Κίνα. Την ίδια στιγμή, Πεκίνο και Μόσχα λειτουργούν ωφελιμιστικά υπέρ του Ιράν: από οικονομικές ανάσες και διαύλους παράκαμψης κυρώσεων έως διπλωματικές ομπρέλες στο Συμβούλιο Ασφαλείας, που επηρεάζουν το κόστος νομιμοποίησης και τη διάρκεια οποιασδήποτε κλιμάκωσης.

Αρχιτεκτονική επιλογών
Παρά ταύτα, η αμερικανική στάση δεν προεξοφλεί οριστική καταφυγή στον πόλεμο· υποδηλώνει κάτι πιο σύνθετο: αρχιτεκτονική επιλογών. Ο Τραμπ επιχειρεί ταυτόχρονη ισορροπία σε τρεις μεταβλητές. Πρώτον, κλιμάκωση πίεσης μέσω ορατής στρατιωτικής συγκέντρωσης και ψυχολογικού τελεσιγράφου. Δεύτερον, ελαστικότητα ώστε να κινείται μεταξύ απειλής, περιορισμένου πλήγματος και επιστροφής στη διαπραγμάτευση δίχως να εκπέμπει εικόνα υπαναχώρησης. Τρίτον, πολιτικό άλλοθι για να τεκμηριώσει προς το εσωτερικό ακροατήριο ότι εξάντλησε τα διπλωματικά περιθώρια. Υπό αυτό το πρίσμα, οι διαπραγματευτικές διεργασίες (Ομάν–Γενεύη) αποκτούν κομβικό βάρος: δεν λειτουργούν ως παράλληλο κανάλι, αλλά ως μηχανισμός παροχής νομιμοποιητικού ερείσματος στο επόμενο βήμα — συμφωνία ή πλήγμα. Η επιμονή των απεσταλμένων του Τραμπ (Κούσνερ–Γουίτκοφ) να δοθεί χρόνος στη διπλωματία υπογραμμίζει ότι εντός του αμερικανικού συστήματος η συζήτηση παραμένει ανοικτή· συνεπώς, η εκτεταμένη μετακίνηση μέσων και η κατανάλωση πόρων δεν ταυτίζονται αυτομάτως με εντολή επίθεσης.
Εδώ ακριβώς ελλοχεύει η μεγάλη παγίδα. Μια στρατιωτική επιχείρηση δύναται να πλήξει υποδομές, πρόσωπα και επιχειρησιακές δυνατότητες, χωρίς να εγγυάται σταθερότερη πολιτική πραγματικότητα. Το Ιράν δεν αντιστοιχεί σε μικρό, μονοδιάστατο κράτος, αλλά σε σύνθετο πλέγμα εξουσίας με ιδεολογικό πυρήνα, κρατικό μηχανισμό, παράλληλες δομές ασφαλείας, ασύμμετρη ισχύ, περιφερειακά δίκτυα και τους «πραιτοριανούς» Φρουρούς της Επανάστασης. Αν προκύψει αποσταθεροποίηση χωρίς ελεγχόμενη μετάβαση, το σενάριο μιας «μαύρης τρύπας» ασφαλείας στην καρδιά της Μέσης Ανατολής καθίσταται απολύτως υπαρκτό — και τότε αναδύονται τα βαρύτερα ερωτήματα: τι απογίνονται τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου (περίπου 440 κιλά και 60% σε εμπλουτισμό, κατά τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία) όταν ο έλεγχος διαχέεται; Ποιος τα διασφαλίζει; Ποιος επιβλέπει; Ποιος αποτρέπει τη διολίσθηση υλικού, τεχνογνωσίας ή στελεχών προς ριζοσπαστικοποιημένους δρώντες; Η προβληματική δεν παραμένει θεωρητική: φωτίζει πώς μια επιχείρηση «χειρουργικών πληγμάτων» ενδέχεται να εκτραπεί σε στρατηγικό εφιάλτη. Επιπλέον, η ιρανική απάντηση διαθέτει οπλοστάσιο πολλαπλών διαδρομών — πληρεξούσιοι, κυβερνοεπιχειρήσεις, θαλάσσια παρενόχληση, επιλεκτική πυραυλική κλιμάκωση, ακόμη και επιτάχυνση της πυρηνικής τροχιάς ως μοχλός εκβιασμού — αυξάνοντας την αβεβαιότητα και συμπιέζοντας τα περιθώρια ελέγχου.
Ο δεύτερος μείζων κίνδυνος διαφαίνεται στο Ορμούζ. Τα Στενά δεν λειτουργούν ως απλό θαλάσσιο πέρασμα· έχουν εξελιχθεί σε λαιμό της παγκόσμιας ενεργειακής κυκλοφορίας. Παρατεταμένη κρίση, ναρκοθετήσεις, πλήγματα σε τάνκερ ή ευρύτερη ναυτική αντιπαράθεση θα εκτόξευαν το ενεργειακό κόστος, θα τροφοδοτούσαν πληθωριστικές πιέσεις και θα έπλητταν όχι μόνο τη Δύση αλλά και τους Άραβες παραγωγούς. Γι’ αυτό τα κράτη του Κόλπου αντιμετωπίζουν με διπλό φόβο τόσο την επιρροή της Τεχεράνης όσο και μια ανεξέλεγκτη αμερικανοϊρανική κλιμάκωση.
Ο τρίτος κίνδυνος σχετίζεται με τη διάχυση των αντιποίνων. Σημαντικό τμήμα αμερικανικών βάσεων, υποδομών και προσωπικού βρίσκεται εντός ακτίνας ιρανικών ή «φιλοϊρανικών» ικανοτήτων άμεσης ανταπόδοσης. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η κρίση παύει να παραμένει μετωπική ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Τεχεράνη και μετασχηματίζεται σε περιφερειακή αλυσίδα πληγμάτων, ανταποδόσεων και ατυχημάτων.
Η νομική παράμετρος
Αξίζει να υπογραμμιστεί και η νομική παράμετρος — όχι ως διακοσμητική υποσημείωση. Η Χάρτα του ΟΗΕ χαράσσει καθαρή γραμμή: γενική απαγόρευση χρήσης βίας (άρθρο 2§4), με στενά περιθώρια θεσμικής κάλυψης μόνο υπό αυστηρούς όρους — συναίνεση του κράτους-στόχου, ρητή εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή αυτοάμυνα (άρθρο 51). Η νομιμοποίηση, συνεπώς, δεν θα κριθεί μόνο από το «τι συνέβη», αλλά από το «πώς θεμελιώθηκε»: αναγκαιότητα, αναλογικότητα, αμεσότητα απειλής, δηλωμένος σκοπός της επιχείρησης. Άλλο αποτροπή, άλλο αλλαγή καθεστώτος.
Το Ραμαζάνι προσθέτει έναν ακόμη επιβαρυντικό παράγοντα. Δεν αναστέλλει τις συγκρούσεις, όμως ενισχύει το θρησκευτικό και κοινωνικό φορτίο, αυξάνει το πολιτικό κόστος για τις αραβικές κυβερνήσεις και δυσχεραίνει τη διαχείριση της κοινής γνώμης. Ως εκ τούτου, ακόμη και σύμμαχοι των ΗΠΑ που αντιπαρατίθενται σε ένα ισχυρό Ιράν διαθέτουν ισχυρό κίνητρο να πιέσουν υπέρ της αποκλιμάκωσης ή, έστω, υπέρ χρονικής αυτοσυγκράτησης.
Η «ώρα του πολέμου» πλησιάζει, όμως προηγείται ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παράθυρο αποφάσεων. Ο Τραμπ επιχειρεί σύνθεση στρατιωτικής πίεσης, διπλωματικής διαπραγμάτευσης και πολιτικής νομιμοποίησης της επόμενης κίνησης. Η εξίσωση δύναται να καταλήξει είτε σε σκληρή συμφωνία είτε σε κλιμάκωση απρόβλεπτου βάθους. Η ιρανική ηγεσία, από την άλλη, εμφανίζεται απρόθυμη να συμβιβαστεί, επιδιώκοντας πρωτίστως κέρδος χρόνου. Το κρίσιμο ερώτημα δεν εξαντλείται στο τι θα πληγεί, αλλά ποια τάξη πραγμάτων επιχειρείται να εγκαθιδρυθεί μετά την επιχείρηση — και αν έχει ήδη εκπονηθεί ρεαλιστικό σχέδιο για την «επόμενη ημέρα». Δίχως αυτό, η στρατιωτική ισχύς θα κερδίσει το πρώτο επεισόδιο — και θα παραδώσει την περιοχή σε έναν πόλεμο «σταθερότητας» χωρίς έξοδο.












