Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
της Κωνσταντίνας Δ. Καρακώστα
Επίκουρης Καθηγήτριας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας
Η πολιτική γεωγραφία δεν αφορά απλώς χάρτες και εκλογικές περιφέρειες. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες κατανέμουν τις πολιτικές τους προσδοκίες στον χώρο, πώς βιώνουν την εξουσία στην καθημερινότητά τους και πώς μεταφράζουν τις ανάγκες τους σε πολιτική συμπεριφορά. Στην ελληνική περίπτωση, η πολιτική γεωγραφία αποτελεί κλειδί για να κατανοήσουμε γιατί ορισμένα κόμματα διατηρούν διαχρονική αντοχή και άλλα δυσκολεύονται να συνομιλήσουν ουσιαστικά με μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μακροχρόνια παρουσία της Νέας Δημοκρατίας ως κόμματος εξουσίας δεν είναι ούτε τυχαία ούτε συγκυριακή.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα έντονων γεωγραφικών και κοινωνικών αντιθέσεων: μητροπολιτικά κέντρα, περιφέρειες με γήρανση πληθυσμού, νησιωτικότητα, αγροτικές ζώνες, τουριστικοί θύλακες, περιοχές με υψηλή ανεργία και άλλες με δυναμική ανάπτυξη. Αυτή η πολυμορφία δημιουργεί διαφορετικά πολιτικά αιτήματα. Η Νέα Δημοκρατία, από την ίδρυσή της, κατάφερε να εκφράσει ταυτόχρονα μεσαία στρώματα των πόλεων, επαγγελματίες, μικρομεσαίους επιχειρηματίες, αγροτικούς πληθυσμούς και ένα σημαντικό τμήμα της δημόσιας διοίκησης.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η εκλογική επιτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Οι νίκες του στηρίχθηκαν πρωτίστως στην ικανότητά του να εκφράσει ένα ευρύ και κοινωνικά ετερόκλητο ακροατήριο. Επένδυσε στη γλώσσα της κανονικότητας απευθυνόμενος ταυτόχρονα σε μεσαία στρώματα, επαγγελματίες, νέους ψηφοφόρους, αλλά και πιο παραδοσιακές δεξαμενές της κεντροδεξιάς. Με άλλα λόγια, διάβασε σωστά την πολιτική γεωγραφία της χώρας. Αν θέλει να διατηρήσει αυτό το πλεονέκτημα και στο μέλλον θα πρέπει να συνεχίσει να προσαρμόζει το πολιτικό του αφήγημα: να απαντά πειστικά στο πρόβλημα του κόστους ζωής, να δώσει ορατές λύσεις στη στέγη, στην υγεία και στην ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών και να αποδείξει ότι η ανάπτυξη δεν αφορά μόνο αριθμούς αλλά και την καθημερινή εμπειρία των πολιτών. Με απλά λόγια, να επιμείνει στον χάρτη των πραγματικών αναγκών της κοινωνίας, γιατί σε αυτόν τον χάρτη κρίνονται πλέον οι εκλογικές αναμετρήσεις.
Στον αντίποδα, βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης Αριστεράς που φαίνεται να έχει εγκλωβιστεί σε μια γλώσσα που λειτουργεί περισσότερο ως εσωτερικός κώδικας παρά ως εργαλείο πολιτικής επικοινωνίας. Όροι όπως «νεοφιλελευθερισμός», «αντιλαϊκές πολιτικές», «δομικές ανισότητες» έχουν αναλυτική αξία σε ακαδημαϊκό επίπεδο, αλλά συχνά αποτυγχάνουν να συνδεθούν με την εμπειρία του μέσου πολίτη. Όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας ανησυχούν για το κόστος ζωής, την ασφάλεια της εργασίας τους ή το μέλλον των παιδιών τους, και λαμβάνουν ως απάντηση αφηρημένες έννοιες ή ηθικές επιπλήξεις, δημιουργείται ρήγμα. Το ρήγμα αυτό δεν είναι απλώς επικοινωνιακό. Αφορά το χάσμα ανάμεσα στα κέντρα παραγωγής πολιτικού λόγου (κυρίως αστικά, μορφωμένα περιβάλλοντα) και στις περιφέρειες της κοινωνίας που βιώνουν διαφορετικές πραγματικότητες.
Η αντοχή της Νέας Δημοκρατίας ως κόμματος εξουσίας συνδέεται, τελικά, με το ότι διαβάζει, έστω και ατελώς, αυτή την πολιτική γεωγραφία. Αντιλαμβάνεται πού βρίσκονται οι δεξαμενές κοινωνικής στήριξης, ποιες ομάδες νιώθουν ανασφάλεια και ποιες προσδοκούν σταθερότητα. Είναι πιο ευθυγραμμισμένη με τον τρόπο που κατανέμονται σήμερα οι κοινωνικές αγωνίες στον χώρο. Η πολιτική γεωγραφία της Ελλάδας δείχνει ότι τα κόμματα εξουσίας κερδίζουν επειδή μιλούν σε πραγματικούς ανθρώπους, σε πραγματικούς τόπους, με κατανοητό τρόπο. Όποιος θέλει να αμφισβητήσει αυτή την κυριαρχία, οφείλει πρώτα να ξαναχαρτογραφήσει τη χώρα: όχι στους χάρτες, αλλά στις ανάγκες της κοινωνίας.












