Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Γιάννη Καντέλη
Την ώρα που η κυβέρνηση ρίχνει όλο το βάρος της στην προβολή του κυβερνητικού έργου και τη δημιουργία θετικής ατζέντας για να ενισχύσει το πολιτικό της αποτύπωμα και να αυξήσει τα δημοσκοπικά ποσοστά της έρχεται αντιμέτωπη με εστίες προβλημάτων τις οποίες καλείται να σβήσει άμεσα για να μην καεί η προσπάθεια που κάνει. Η νέα παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά με την οποία επιχειρεί να μειώσει τον θετικό αντίκτυπο των συμφωνιών με τη Chevron και την Exxonmobil, οι αναφορές του κ. Δένδια για ανάγκη επανασύνδεσης με τις αρχές και τις αξίες της παράταξης και η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για τις υποκλοπές που επαναφέρει το ζήτημα στην επικαιρότητα αναστατώνουν το σχεδιασμό του Μεγάρου Μαξίμου.
Ωστόσο, στο κυβερνητικό επιτελείο δηλώνουν αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουν δυναμικά τις προκλήσεις είτε αυτές προέρχονται από το εσωτερικό της παράταξης είτε από την αντιπολίτευση. «Θα απαντάμε στα συνθήματα των άλλων με χειροπιαστά αποτελέσματα» είναι το μήνυμα του κ. Μητσοτάκη προς τους συνεργάτες του ζητώντας να επικεντρωθούν στα υλοποίηση του κυβερνητικού έργου, το οποίο αποτελεί την καλύτερη απάντηση στις επιθέσεις που δέχεται η κυβέρνηση του. Πιστεύει ότι η τοξικότητα που παράγεται από τους αντιπάλους του θα γυρίσει μπούμερανγκ και θα ενισχύσει την πεποίθηση πως η ΝΔ είναι «η μόνη υπεύθυνη δύναμη της χώρας».
Αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα δίνονται αιχμηρές απαντήσεις όταν η κριτική πλήττει τον πυρήνα της προσπάθειας που γίνεται και αμφισβητεί χωρίς στέρεα επιχειρήματα τις πολιτικές που εφαρμόζονται. Ειδικά όταν κρίνεται πως μένοντας αναπάντητη θα υπονομεύσει την αντίληψη της κοινωνίας σε κρίσιμα ζητήματα. Εξ ου και απάντησε ο ίδιος σε υψηλούς τόνους, χωρίς να τον κατονομάζει, στον Αντώνη Σαμαρά ο οποίος υποστήριξε πως υπάρχουν αναφορές στις συμβάσεις με τις αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες που θέτουν υπό αμφισβήτηση τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. «Ας μην ταράζονται κάποιοι «επαγγελματίες ανησυχούντες» και ας μη αναζητούν τάχα παγίδες στις ρήτρες των συμφωνιών που τίθενται για να θωρακίσουν το Δημόσιο απέναντι σε τυχόν απαιτήσεις αποζημιώσεων απ’ τις εταιρίες», είπε στο υπουργικό συμβούλιο. «Όσοι ζουν ακόμη με μία ηττοπαθή μανία καταδίωξης να σκεφτούν ότι, έως τώρα, μόνο η Τουρκία και, δυστυχώς, οι ίδιοι αντιδρούν στην εθνική πορεία της χώρας μας», τόνισε, εξομοιώνοντας την αντίδραση του πρώην Πρωθυπουργού με τη στάση της Τουρκίας έναντι των συμφωνιών. Σε ερώτηση προς κυβερνητικά στελέχη, γιατί αποφασίστηκε τώρα να υπάρξει απάντηση στον κ. Σαμαρά τόσο από κυβερνητικές πηγές την ημέρα των δηλώσεων του όσο και την επομένη από τον κ. Μητσοτάκη, ενώ μέχρι τώρα απέφευγαν να σχολιάσουν τις τοποθετήσεις του, σημείωσαν στην «ΤΡ» πως «αν δεν απαντούσαμε στις απλοϊκές και «καφενειακού» τύπου επισημάνσεις του θα προκαλούσαν ζημιά». Εντόπισαν, δηλαδή, μία προσπάθεια του κ. Σαμαρά να περάσει με λαϊκίστικο τρόπο ένα μήνυμα το οποίο, όπως σημειώνουν, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά μπορεί εύκολα να περάσει σε συγκεκριμένα ακροατήρια, να εντυπωθεί σε τμήμα της εκλογικής βάσης και μετά να μην μπορεί να αντιστραφεί. «Δεν γινόταν να το αφήσουμε έτσι», τονίζουν χαρακτηριστικά.
Η ώρα της αλήθειας στη Βουλή
Οι σχετικές συμφωνίες, μετά την έγκριση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, θα κατατεθούν τις επόμενες ημέρες προς ψήφιση στη Βουλή και η κυβέρνηση προετοιμάζεται να δώσει και εκεί απαντήσεις, αφού, η ενεργειακή πολιτική είναι ψηλά στην ατζέντα, καθώς αναβαθμίζει το γεωπολιτικό αποτύπωμα της χώρας και ισχυροποιεί τη συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Συνεργάτες του κ. Μητσοτάκη εκτιμούν πως κατά τη συζήτηση στη Βουλή ο κ. Σαμαράς θα βρεθεί σε δύσκολη θέση είτε τοποθετηθεί κατά τη διάρκεια της συζήτησης είτε όχι. Διότι, όπως λένε, στη συνέχεια θα ακολουθήσει ψηφοφορία και εφόσον καταψηφίσει θα πρέπει να εξηγήσει πως από τη μία εμφανίζεται ως γνήσιος υποστηρικτής του κ. Τραμπ στην Ελλάδα αλλά αντιτίθεται σε μία συμφωνία που έχει την άμεση στήριξη του Αμερικανού Προέδρου. Ταυτόχρονα, θα ακούσει τον κ. Μητσοτάκη να αποδομεί τις ενστάσεις του ως αβάσιμες, όπως έκανε την περασμένη Πέμπτη, μιλώντας για «μίζερη αμφισβήτηση» που υποσκάπτει τη θέση της Ελλάδας όταν αντιτίθεται «στην αξιοποίηση του πλούτου της και την εδραίωση των δικαιωμάτων της».
Επί της ουσίας των συμφωνιών κυβερνητικές πηγές τονίζουν πως «δεν έχουμε καμία απώλεια ή κανένα κίνδυνο ή καμία τέτοια πιθανότητα απώλειας κυριαρχικών δικαιωμάτων. Γιατί κυριαρχικά δικαιώματα δεν χάνονται μέσω συμφωνιών με ιδιωτικές εταιρείες, ούτε υπάρχει τέτοια διατύπωση στη συγκεκριμένη συμφωνία». Όπως διευκρινίζουν, «σε κάθε σύμβαση τέτοιου τύπου πρέπει να υπάρχει η αναγκαία πρόνοια για νομικές ρήτρες διασφάλισης υπέρ του Δημοσίου, ώστε να μην προκύψουν θέματα αποζημιώσεων σε περίπτωση μελλοντικών οριοθετήσεων που θα αποφασίσει η Ελληνική Πολιτεία». Και εξηγούν πως η ρήτρα μπαίνει σε αντίστοιχες συμφωνίες διότι «έχει εκκινήσει μια προκαταρκτική συζήτηση τεχνικών επιτροπών για τα θέματα οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης».
«Άρα μιλάμε για μία ρήτρα που μπαίνει μεταξύ του ελληνικού δημοσίου και μιας εταιρείας κολοσσού, όπως είναι η Chevron, για να μην έχει, σε περίπτωση που προχωρήσει όλη αυτή η διαδικασία με τη Λιβύη, δυνατότητα αξίωσης εναντίον του Δημοσίου οποιασδήποτε αποζημίωσης. Άρα, προστατεύονται τα συμφέροντα του ελληνικού Δημοσίου», καταλήγουν οι ίδιες πηγές.
Στο Μέγαρο Μαξίμου δεν πέρασαν απαρατήρητες και οι πρόσφατες δηλώσεις του κ. Δένδια για τις χαμηλές δημοσκοπικές επιδόσεις της ΝΔ που απέχουν από την απήχηση της παράταξης. Ωστόσο, επέλεξαν να κρατήσουν χαμηλούς τόνους και να υποβαθμίσουν το θέμα για να σβήσει γρήγορα η φωτιά που άναψαν. Οι επικρίσεις προς τον υπουργό Άμυνας από τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο Μακάριο Λαζαρίδη και τον γραμματέα Στρατηγικού Σχεδιασμού Βασίλη Φεύγα, θεωρήθηκαν ως προειδοποιητικές βολές, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να κατεβάζει στη συνέχεια του τόνους υποστηρίζοντας πως το θέμα μεγεθύνθηκε, και να σημειώνει, με νόημα, πως χρέος όλων είναι να δουλεύουν και να προβάλουν το κυβερνητικό έργο.
Η κόντρα με το ΠΑΣΟΚ
Εκεί που τα αίματα έχουν ανάψει για τα καλά είναι στην κόντρα με το ΠΑΣΟΚ με αφορμή την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την υπόθεση των υποκλοπών και τις βαριές ποινές που επέβαλε στους τέσσερις κατηγορούμενους. Στο κυβερνητικό στρατόπεδο βλέπουν μία «απέλπιδα» προσπάθεια της αξιωματικής αντιπολίτευσης να ποινικοποιήσει εκ νέου την πολιτική ζωή βάζοντας ξανά στο κάδρο των ευθυνών τον κ. Μητσοτάκη. «Μοιάζει με προσωπική βεντέτα του κ. Ανδρουλάκη», σημειώνουν συνεργάτες του Πρωθυπουργού, οι οποίοι τονίζουν πως «η απόφαση αποδεικνύει με τον πλέον ξεκάθαρο και προφανή τρόπο ότι όσοι μιλούσαν για δήθεν «παρεμβάσεις» στη δικαιοσύνη, βρίσκονταν εκτός πραγματικότητας». Και θυμίζουν πως «η συγκεκριμένη δίκη αφορά ιδιώτες», προσθέτοντας πως έρχεται σε συνέχεια έρευνας του Αρείου Πάγου, την οποία είχε απαξιώσει η αντιπολίτευση, επειδή είχε καταλήξει ότι δεν υπάρχουν ευθύνες για τους κρατικούς λειτουργούς και φορείς. Στην κυβέρνηση βλέπουν πως πίσω από τις οργισμένες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης κρύβεται «η ένδεια πολιτικών θέσεων και κοστολογημένο προτάσεων». Στόχος τους, λένε, είναι «αντί να έχουμε μια πολιτική αντιπαράθεση, εμείς να μιλάμε για τα παραδοτέα μας και η αντιπολίτευση να εκφράζει ποιο είναι το πρόγραμμά της και να το κοστολογεί, θέλουν συνεχώς να επιμένουμε σε μια συζήτηση που αφορά τη Δικαιοσύνη».












