Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Το περιστατικό στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας, κατά την επίσκεψη του υπουργού Υγείας Άδωνη Γεωργιάδη, δεν ήταν ένα ακόμη στιγμιότυπο έντασης σε δημόσιο χώρο. Ήταν κάτι βαθύτερο. Ήταν ένα σύμπτωμα. Και τα συμπτώματα, ειδικά όταν εκδηλώνονται μέσα σε νοσοκομεία, καλό είναι να τα διαβάζουμε εγκαίρως.
Μια ομάδα γιατρών και εργαζομένων αποφάσισε να «μπλοκάρει» τον υπουργό, να του αρνηθεί ουσιαστικά την είσοδο σε χώρο που, θεσμικά, υπάγεται στην αρμοδιότητά του. Το επιχείρημα της παρεμπόδισης ήταν σκληρά πολιτικό. Διαφωνία με την κυβερνητική πολιτική, διαμαρτυρία για ελλείψεις, καταγγελία για ιδιωτικοποίηση της υγείας. Όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτά σε μια δημοκρατία. Η αποτροπή όμως ενός υπουργού από το να ασκήσει τα καθήκοντά του είναι κάτι διαφορετικό. Εκεί παύουμε να μιλάμε για διαμαρτυρία και αρχίζουμε να αγγίζουμε τη ζώνη της θεσμικής εκτροπής.
Σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο υπουργός δεν είναι «ξένο σώμα» στο υπουργείο του. Δεν είναι εισβολέας. Δεν είναι αντίπαλη παράταξη που κάνει προεκλογική εξόρμηση στο δικό μας γήπεδο. Είναι η πολιτική κεφαλή ενός τομέα του κράτους. Μπορεί να τον αντιπαθεί κανείς, να τον θεωρεί ανεπαρκή, προκλητικό, ιδεολογικά επιθετικό, όλα αυτά είναι στο πολιτικό παιχνίδι. Αλλά η φυσική παρεμπόδιση της πρόσβασής του σε δημόσιο νοσοκομείο δημιουργεί ένα προηγούμενο που δεν είναι καθόλου αθώο.
Αύριο ποιος;
Διότι αν σήμερα κάποιοι «μπλοκάρουν» τον υπουργό Υγείας επειδή είναι της Νέας Δημοκρατίας, αύριο ποιος δεν θα επικαλεστεί το αντίστοιχο δικαίωμα του να εμποδίσει έναν υπουργό άλλης κυβέρνησης να μπει σε άλλη δημόσια υπηρεσία; Θα αποφασίζουμε ανάλογα με το ιδεολογικό μας θερμόμετρο; Θα ελέγχεται η πρόσβαση στα κρατικά κτίρια από επιτροπές πολιτικής ορθότητας;
Η Ελλάδα έχει ζήσει μια περίοδο, διόλου μακρινή, όπου η πολιτική διαφωνία μετατράπηκε σε νομιμοποιημένη επιθετικότητα. Από το 2008 και μετά, με αφετηρία τη δολοφονία Γρηγορόπουλου και κορύφωση τα μνημονιακά χρόνια, εγκαθιδρύθηκε μια κουλτούρα «αγανακτισμένης» πίεσης που εύκολα ξέφευγε από τα όρια. Υπουργοί κυνηγήθηκαν, βουλευτές προπηλακίστηκαν, πανεπιστημιακοί αποκλείστηκαν από αίθουσες, δημόσιες εκδηλώσεις ματαιώθηκαν υπό την απειλή ή και την χρήση βίας. Όλα αυτά βαφτίστηκαν «λαϊκή αντίδραση».
Εκείνη η περίοδος είχε ένα ιδεολογικό υπόστρωμα. Η εξουσία θεωρούνταν εξ ορισμού παράνομη, οι θεσμοί εκ προοιμίου ύποπτοι, η «αντίσταση» αυταξία. Η λογική αυτή τροφοδοτήθηκε και πολιτικά, ιδίως από δυνάμεις που τότε βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, οι ΑΝΕΛ και η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, οι οποίες φλέρταραν με τη ρητορική της «δίκαιης οργής». Όταν όμως η οργή γίνεται κριτήριο νομιμότητας, το έδαφος γίνεται ολισθηρό.
Το πραγματικό ερώτημα
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν ο Γεωργιάδης είναι συμπαθής. Ούτε αν οι πολιτικές του είναι επιτυχημένες. Το ερώτημα είναι αν αποδεχόμαστε ότι η πολιτική αντιπαράθεση θα διεξάγεται εντός των θεσμών ή αν θα επιτρέψουμε να επανέλθει μια κουλτούρα αποκλεισμών και «μπλόκων» που θυμίζει τις πιο τοξικές στιγμές της προηγούμενης δεκαετίας.
Η τοξικότητα, άλλωστε, δεν γεννιέται εν κενώ. Βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο, έστω και αν δεν έχουν προκηρυχθεί εκλογές. Οι δημοσκοπήσεις, οι παροχές, οι περιοδείες, οι σκληρές δηλώσεις, όλα δείχνουν ότι το πολιτικό θερμόμετρο ανεβαίνει. Σε τέτοιες συνθήκες, κάθε ένταση λειτουργεί πολλαπλασιαστικά. Κάθε σκηνή αντιπαράθεσης γίνεται υλικό για τα δελτία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και κάθε εικόνα «αποκλεισμένου υπουργού» στέλνει μηνύματα που ξεπερνούν το ίδιο το περιστατικό.
Δεν είναι τυχαίο ότι η αντιπολίτευση αντιμετώπισε το γεγονός με μια στάση μάλλον επαμφοτερίζουσα. Από τη μια, καταδικάστηκε λεκτικά η ένταση. Από την άλλη, υπογραμμίστηκε η «πρόκληση» του υπουργού, οι «πολιτικές που διαλύουν το ΕΣΥ», η «δικαιολογημένη αγανάκτηση» των υγειονομικών. Πρόκειται για μια γνωστή ισορροπία. Δεν στηρίζουμε ανοιχτά τον αποκλεισμό, αλλά ούτε και τον αποδοκιμάζουμε με σαφήνεια. Η γραμμή αυτή θυμίζει παλιότερες εποχές, όπου η βία ήταν από «κατανοητή» μέχρι και «λαϊκά νομιμοποιημένη».
Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, επιχείρησε μια πιο θεσμική τοποθέτηση, αλλά και εκεί η κριτική επικεντρώθηκε περισσότερο στον υπουργό παρά στην πράξη του αποκλεισμού. Το αποτέλεσμα είναι μια δημόσια σφαίρα όπου η αρχή της νομιμότητας περνά σε δεύτερο πλάνο μπροστά στην πολιτική στόχευση.
Η πλευρά των γιατρών
Ας το δούμε όμως και από την πλευρά των γιατρών. Οι εργαζόμενοι στο ΕΣΥ βιώνουν πιέσεις, ελλείψεις, εξαντλητικά ωράρια. Έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να διαμαρτύρονται. Να διεκδικούν. Να φωνάζουν. Η δημοκρατία δεν ζητά σιωπή. Ζητά κανόνες. Και ο κανόνας είναι ότι η διαμαρτυρία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε άρνηση θεσμικής λειτουργίας.
Διότι αν ένας υπουργός δεν μπορεί να επισκεφθεί ένα νοσοκομείο, τότε ποιος αποφασίζει ποιος έχει δικαίωμα πρόσβασης; Αν αύριο μια άλλη ομάδα εργαζομένων κρίνει ανεπιθύμητο έναν διοικητή, έναν περιφερειάρχη, έναν βουλευτή, θα θεωρήσουμε θεμιτό να του κλείσει την πόρτα; Η λογική αυτή δεν έχει φρένο. Και η δημοκρατία χωρίς φρένο καταλήγει σε ζούγκλα εντυπώσεων.
Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά την περίοδο όπου η πολιτική αντιπαράθεση μετατράπηκε σε θεσμική απαξίωση. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς κατέρρευσε. Η Βουλή έγινε στόχος, τα κόμματα δαιμονοποιήθηκαν συλλήβδην, η έννοια της ευθύνης διαλύθηκε μέσα σε συνθήματα. Χρειάστηκαν χρόνια για να αποκατασταθεί μια στοιχειώδης κανονικότητα. Δεν είναι σοφό να παίζουμε ξανά με σπίρτα σε ξερόχορτα.
Ο Γεωργιάδης είναι πολιτικός με έντονο ύφος. Προκαλεί, οξύνει, συχνά επιλέγει τη σύγκρουση. Αυτό όμως δεν αναιρεί το δικαίωμά του και την υποχρέωση του να ελέγχει, να επιθεωρεί, να συνομιλεί με τις διοικήσεις των νοσοκομείων και φυσικά να εγκαινιάζει καινούρια έργα. Αν η πολιτική απάντηση στην παρουσία του είναι ο αποκλεισμός, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι ο δημόσιος χώρος ανήκει σε όποιον φωνάζει περισσότερο.
Και αυτό είναι επικίνδυνο μήνυμα. Διότι η δημοκρατία δεν είναι διαγωνισμός έντασης. Είναι σύστημα κανόνων. Αν οι κανόνες ισχύουν μόνο για τους αντιπάλους μας και όχι για εμάς, τότε δεν έχουμε κράτος δικαίου, αλλά πεδίο μάχης.
Η προεκλογική περίοδος που έρχεται θα είναι αναπόφευκτα σκληρή. Τα κοινωνικά ζητήματα είναι υπαρκτά, η ακρίβεια πιέζει, η υγεία παραμένει πεδίο έντονης διαμάχης. Όμως αν επιτρέψουμε να κυριαρχήσει η λογική του «δεν σε αφήνω να μπεις», τότε το επόμενο βήμα θα είναι «δεν σε αφήνω να μιλήσεις» και μετά «δεν σε αφήνω να υπάρχεις».
Η πολιτική σύγκρουση είναι οξυγόνο της δημοκρατίας. Η θεσμική εκτροπή είναι το δηλητήριό της. Το περιστατικό στο Κρατικό Νίκαιας δεν είναι από μόνο του καταστροφικό. Είναι όμως ενδεικτικό. Δείχνει ότι κάτω από την επιφάνεια της σχετικής ηρεμίας υποβόσκει μια διάθεση επιστροφής σε πρακτικές πίεσης που μάλλον αφελώς θεωρήσαμε ότι αφήσαμε πίσω.
Αν κάτι οφείλουμε να κρατήσουμε από το επεισόδιο, δεν είναι η εικόνα της έντασης, αλλά το ερώτημα που γεννά. Θέλουμε μια δημοκρατία όπου οι διαφωνίες λύνονται με θεσμικά μέσα ή μια δημόσια σφαίρα όπου ο καθένας διεκδικεί το δίκιο του κλείνοντας πόρτες;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο τον Άδωνη Γεωργιάδη. Αφορά όλους μας. Και κυρίως, αφορά το αν έχουμε διδαχθεί κάτι από τα χρόνια της μεγάλης έντασης. Διότι η ιστορία δείχνει ότι η τοξικότητα, όταν κανονικοποιείται, δεν μένει ποτέ εκεί που ξεκίνησε. Επεκτείνεται. Και στο τέλος, καταπίνει και εκείνους που πίστεψαν ότι την ελέγχουν.












