Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Από τότε που ξεκίνησε η μεγάλη κρίση του 2007-2008 και κυρίως την περίοδο της μεγάλης αστάθειας 2012, 2014-2015 (στην Ελλάδα), 2016 (BREXIT, εκλογή Τραμπ), πανδημία κ.ο.κ., είχε έντονη παρουσία και μεγάλη χρήση στη χώρα μας η λέξη «λαϊκισμός». Ακούσαμε επίσης και περί «εθνολαϊκισμού», ο οποίος τότε καταδικάστηκε από τους εκφραστές του παλιού Σημιτικού ΠΑΣΟΚ, του (πάλαι ποτέ) Ποταμιού και της N.Δ. ενίοτε. Και τι συνιστούσε o «εθνολαϊκισμός»; Επί της ουσίας ήταν η ώσμωση πλατιών κοινωνικών στρωμάτων γύρω από την ανάγκη καταδίκης του πολιτικού συστήματος εξαιτίας της επικίνδυνης πολιτικής του στα εθνικά ζητήματα -σε ό,τι αφορά τις Δανειακές Συμβάσεις, την υποθήκευση της χώρας, τον ενδοτισμό απέναντι σε ισχυρότερες τυχοδιωκτικές δυνάμεις στα Βαλκάνια, ανατολικά μας και αλλού.
Η δυσφορία για τη λιτότητα ενώνονταν με τη δυσφορία για την εθνική υποτίμηση. Τα βέλη φυσικά τα εισέπραττε, εν πολλοίς, o τότε ΣΥΡΙΖΑ ως δύναμη εν γένει λαϊκίστικη. Με το Δημοψήφισμα του 2015 και το αναποδογύρισμα του «OXI» στα δάνεια και τα μνημόνια σε ΝΑΙ, το στρατόπεδο αυτό σταδιακά διαλύθηκε ενώ συνέχισε να εκφράζεται αποσπασματικά και σποραδικά, δείχνοντας την τάση να ξαναεμφανιστεί τα επόμενα χρόνια. Τι είναι όμως ο λαϊκισμός και ποιους αφορά; Ας δούμε πρώτα ποιος είναι ο ορισμός του λαϊκισμού.
Στο γνωστό λεξικό του καθηγητή Μπαμπινιώτη, διαβάζουμε ότι λαϊκισμός και λαϊκότητα δεν ταυτίζονται: «οι δύο λέξεις αποτελούν τις δύο όψεις τής έννοιας «λαϊκός»: την εύσημη, που είναι η λαϊκότητα, δηλ. το γνήσιο λαϊκό στοιχείο με χαρακτηριστικά την απλότητα και τη λιτότητα, και την κακόσημη πλευρά, που είναι ο λαϊκισμός, δηλ. το ψεύτικο, φτειαχτό λαϊκό στοιχείο, που μιμείται τη συμπεριφορά τού λαού, για να την εκμεταλλευθεί (πολιτικά, κοινωντκά, καλλιτεχνικά κ.λπ.). Μιλούμε με θετικό πνεύμα για τη λαϊκότητα τής σκέψης και τής συμπεριφοράς των απλών ανθρώπων τού λαού, αλλά με αρνητική χροιά για τον λαϊκισμό στην πολιτική, στα συνθήματα, στη σκέψη, στη συμπεριφορά ανθρώπων, που, χωρίς να προέρχονται από τον απλό λαό, επιζητούν να τον κολακεύουν, για να αποκομίζουν προσωπικά, πολιτικά ή άλλα οφέλη».
Λαϊκισμός λοιπόν είναι «το να υιοθετεί κανείς λαϊκές απόψεις, όταν μιλά για πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, και να ταυτίζεται με τις λαϊκές απόψεις και κρίσεις, για να κερδίζουν την εύνοια του λαού». Αλλά «οι γνώμες του λαού δεν έχουν σχέση με την πραγματική ή επιστημονική γνώση των προβλημάτων. Είναι σκέψεις στις οποίες φτάνει o λαός με τις περιορισμένες γνώσεις του και την απλοϊκή του κρίση. Ο λαϊκιστής προσποιείται ότι ταυτίζεται με τις σκέψεις και τις απαιτήσεις των λαϊκών στρωμάτων. Λέει στο λαό όχι τα σωστά, αλλά τα ευχάριστα. Ο λαϊκιστής πολιτικός είναι ένας κόλακας που «κατεβαίνει σε ένα λαϊκό επίπεδο πολιτικής σκέψης, αντί να ανεβάζει το λαό σε ένα ανώτερο επίπεδο πολιτικής σκέψης». (όπως το θέτει ο Σωκράτης Γκίκας στο πασίγνωστο λεξικό του).
Στο έργο του Σύγχρονο Λεξικό των Βασικών Όρων, ο συγγραφέας Δημήτρης Π. Διαμαντόπουλος μας κάνει ακόμα πιο έντονη την διαφορά των δύο όρων. Μας λέει ότι, ο όρος “λαϊκότητα”… στον χώρο της πολιτικής (κατά τον καθηγητή Ι. Μανωλεδάκη), «εκφράζει τη συμμετοχή, την παρουσία του λαού στην έκφραση της πολιτικής εξουσίας». Είναι η φιλολαϊκή πολιτική και η πολιτική δικαίωση του λαού». Εξ αντιθέτου, ο Λαϊκισμός «είναι η κατ’ επίφαση λαϊκότητα…. Αποτελεί εξαπάτηση του λαού, πολιτιστική υποβάθμισή του, υποκατάστασή του στον ιστορικό ρόλο και διατήρησή του στο περιθώριο των εξελίξεων. Ο λαϊκιστής πολιτικός προσποιείται ότι ταυτίζεται με τις σκέψεις και τις απαιτήσεις του λαού … ενώ στην πραγματικότητα τα κίνητρά του είναι η ιδιοτέλεια. Έτσι προκύπτει ο πολιτικαντισμός και οι συνώνυμες έννοιες: δημαγωγία, αντιλαϊκή πολιτική .
Στο ίδιο λεξικό μας παρουσιάζονται και οι άλλες πτυχές του λαϊκισμού, στην κοινωνική, πνευματική και καλλιτεχνική ζωή. «Στην κοινωνική ζωή ο λαϊκιστής παρουσιάζεται απλός και καταδεκτικός… προκειμένου να δείξει ότι … είναι «παιδί του λαού». Στην πνευματική ζωή, χρησιμοποιεί λαϊκές λέξεις και εκφράσεις ώστε να δείχνει ότι «μιλά στη γλώσσα» τού αγρότη και εργάτη και αποφεύγει τη χρήση του πληθυντικού αριθμού. Στην τέχνη ο λαϊκιστής καλλιτέχνης εκθειάζει δήθεν το λαϊκό στοιχείο, αλλά προβάλλει το φτηνό και το χυδαίο, παραπέμποντας σε ευαισθησίες και αισθητικές προτιμήσεις του λαού που δεν είναι πάντα οι καλύτερες, και αλλοιώνουν το πραγματικό νόημα των ιδεών και αντιλήψεων που εννοούνται. (…)
Το λαϊκίστικο πνεύμα έχει σοβαρές συνέπειες στη ζωή του λαού: νοθεύει τη γνησιότητα της λαϊκής ψυχής, υποβαθμίζει το ποιόν της ζωής και το πολιτιστικό επίπεδο ενός τόπου. Σε κοινωνικό επίπεδο, ο λαϊκιστής εξαπατά το λαό και τον μεταβάλλει σε όχλο, τον οποίο αδιάκοπα φανατίζει και τον καθοδηγεί σε ακραίες θέσεις, που καταλήγουν σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Κατά το Μάριο Πλωρίτη, «Ο λαϊκισμός δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ιδιοποιείται τις προοδευτικές ιδέες, που ταχύτατα τις διασύρει και τις διαβάλλει, αφού ούτε μπορεί ούτε θέλει να τις κάνει πράξη».
Στο τέλος μας επισημαίνεται ότι «Το φαινόμενο του λαϊκισμού είναι δυνατό να περιοριστεί, αν το άτομο διαπαιδαγωγηθεί σωστά στους χώρους της αγωγής του (οικογένεια, σχολείο, πολιτεία)». Και έτσι στον πυρήνα του θέματος, ότι: «είναι η παιδεία εκείνη που θα δώσει προτεραιότητα στο σεβασμό του ανθρώπου του λαού, του δημοκρατικού πολίτη» (αυτ.).
Χάρην παιδείας λοιπόν κρίναμε σκόπιμο να κάνουμε και μια μικρή παρουσίαση της αμερικάνικης (προ) ιστορίας, προκειμένου να καταλάβουμε το πώς και γιατί φύτρωσε ένα ριζοσπαστικό κίνημα ανατροπής στα τέλη του 19ου αιώνα σε μια χώρα, που σήμερα δεν θα μας προϊδέαζε για κάτι τέτοιο. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι οι ΗΠΑ εκείνη την εποχή ήταν χώρα παραγωγών, με διεσπαρμένα αστικά κέντρα. Τίποτε ακόμη δεν είχε κριθεί τελεσίδικα και το κυριότερο, επρόκειτο για μια μη ηγεμονική δύναμη. Θα δούμε την άνοδο και την ήττα του λαϊκισμού, κάνοντας μια αναγκαία σύνδεση με το παρόν. Διότι πράγματι, το ίδιο -λίγο ή πολύ- κατεστημένο κυβερνάει και σήμερα και θεωρεί ότι είναι αυτονόητο δικαίωμα να κατέχει και να θησαυρίζει σε βάρος της πλειοψηφίας.
Τον Νοέμβριο του 2016, ένας τυχοδιώκτης δισεκατομμυριούχος κατέκτησε την προεδρία προκαλώντας τα αντανακλαστικά στο επίσημο πολιτικό σύστημα της χώρας του. Ακόμη και με όλα τα εκλογικά δεδομένα ανά χείρας, το 2016 o Ντόναλντ Τραμπ δεν κέρδισε σε ψήφους τη Χίλαρι Κλίντον, αλλά αρκούσε η κατάκτηση Πολιτειών-«κλειδιών» και ένας ορισμένος αριθμός εκλεκτόρων, ώστε να αναδειχθεί και επίσημα Πρόεδρος στις αρχές Ιανουαρίου του 2017. Η ανάδειξη του Τραμπ, οφείλεται ξεκάθαρα στον λαϊκισμό. O λαϊκισμός είναι υπεύθυνος για πολλά πράγματα μέχρις στιγμής. Παραπλανά τον λαό και τον οδηγεί να υπονομεύει τους θεσμούς διακυβέρνησης και τον αποπροσανατολίζει από τις αιτίες και τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης. Αποδείχτηκε με τις εκλογές εκείνες ότι ο λαϊκισμός είναι και φασίζων, όταν αφορά τον Ντόναλντ Τραμπ, είναι και «αριστερίζων» όταν βγαίνει μπροστά ο Μπέρνι Σάντερς. Τα πάντα μπορεί να είναι ή να ακούγονται λαϊκίστικα.
Τι ήταν και τι ήθελαν οι λαϊκιστές;
Το 1891, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με τρένο από το Κάνσας Σίτι στην Τοπέκα, ο Ντέιβιντ Οβερμάιερ -στέλεχος του τοπικού Δημοκρατικού Κόμματος, που ήξερε λατινικά- πρότεινε την ονομασία «λαϊκιστής» για τους συμπαθούντες και μέλη του νεότευκτου Κόμματος του Λαού (Party of the People, εκ του λατ. populous που σημαίνει λαός). Στην εφημερίδα American Nonconformist περιγράφονταν εκτενώς το πρόγραμμα του «Κόμματος του Λαού». Ήταν μια συγκεκριμένη λίστα μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να πάρουν την εξουσία από τους πλουτοκράτες. H διαφθορά, ο νεποτισμός, η φτώχεια και το αβάσταχτο χρέος, θα τερματίζονταν, όταν ο λαός θα ύψωνε το δικό του ανάστημα, κατέληγαν οι εκδότες της εφημερίδας. Οι εξελίξεις όμως ξεπέρασαν τους παραπάνω εκδότες.
O λαϊκισμός ήταν ένα κίνημα των από κάτω στην προσπάθειά τους να ξεμπερδέψουν με τα δύο μεγάλα κόμματα -το Δημοκρατικό και το Ρεπουμπλικανικό- που τα θεωρούσαν απομεινάρια του Εμφυλίου Πολέμου. Η λύση που σκέφτηκαν οι ιδρυτές του Λαϊκού Κόμματος ήταν να φτιαχτεί ένας τρίτος πόλος, ο οποίος θα διεμβόλΙζε την ηγεμονία του κατεστημένου δικομματισμού. Το Κόμμα του Λαού κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων επί τουλάχιστον πέντε χρόνια, μέχρι και τις εκλογές του 1896, όταν και τελικά ηττήθηκε από τις συνασπισμένες δυνάμεις του πολιτικού συστήματος. Επρόκειτο για ένα κόμμα που έφερε τον τρόμο στην καθεστηκυία τάξη. Όμως πού πάτησε αυτό το κόμμα και έγινε τόσο επικίνδυνο;












