Στην Ελλάδα μπορείς να πεθάνεις ήσυχα-ήσυχα στη δουλειά σου και να βρεθούν κάποιοι να σε πουν από πάνω κι αχάριστο.
Πέντε γυναίκες κάηκαν μέσα σε εργοστάσιο. Όχι σε ταινία, όχι σε ορυχείο του 1920, όχι σε κάποια χώρα που δεν ξέρουμε πού πέφτει στον χάρτη. Σε μπισκοτοποιία. Στο μεροκάματο.
Κι όμως, η πρώτη κοινωνική αντίδραση δεν ήταν για το πώς έγινε, αλλά για το αν ο εργοδότης ήταν καλός άνθρωπος.
Στην Ελλάδα δεν χρειαζόμαστε πραγματογνώμονες. Το τεκμήριο αθωότητας δεν το δίνει η Δικαιοσύνη, αλλά η μισθοδοσία.
Πριν κατακάτσει ο καπνός, ξεκίνησε το γνωστό εθνικό άθλημα. Η ανθρωπογνωσία καφενείου.
«Τον ξέρω χρόνια». «Δεν ήταν τέτοιος». «Ψωμί τους έδινε, έθρεφε κόσμο».
Το “έδινε ψωμί” είναι η πιο ισχυρή νομική θεωρία της χώρας. Καταργεί ποινικό κώδικα, επιθεώρηση εργασίας και βασική φυσική. Αν πληρώνεσαι, δεν μπορείς να καείς.
Η φωτιά δεν είναι αμέλεια, είναι κακιά στιγμή.
Η ευθύνη δεν είναι ευθύνη, είναι αντικίνητρο επενδύσεων.
Έξω από τα δικαστήρια μαζεύτηκε κόσμος. Όχι, φυσικά, για τις νεκρές. Για τον εργοστασιάρχη.
Τον χειροκροτούσαν λες και βγήκε από οντισιόν σε talent show κι όχι από ανάκριση.
Μια γυναίκα φώναξε «Δεν ντρέπεστε; Πέντε νεκρές γυναίκες!».
Δεν ξέρω ποια ήταν. Αλλά ήταν η μόνη που δεν έκανε δημόσιες σχέσεις με την παράνοια.
Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα δεν απέκτησε ποτέ πλήρως εργασιακή κουλτούρα.
Έχει ακόμη φεουδαρχική.
Γιατί εδώ δεν έχουμε εργοδότες. Έχουμε πατερούληδες.
Ο πατερούλης δεν πληρώνει μισθό. Σε μεγαλώνει.
Δεν σου δίνει δουλειά. Σε κρατάει.
Και κυρίως, δεν ευθύνεται ποτέ, γιατί σε τάιζε.
Η οικονομική εξάρτηση μετατρέπεται σε ηθική αθώωση.
Στο ελληνικό υποσυνείδητο υπάρχει μια άτυπη συμφωνία. Μου δίνεις μεροκάματο, σου χρωστάω πίστη. Ο ένας δίνει μισθό, ο άλλος παραχωρεί αξιοπρέπεια.
Η λογική είναι απλή, δουλεύεις → υπάρχει ρίσκο.
Κι αν κάτι πάει στραβά, φταίει το υγραέριο, η τύχη, ο ανάδρομος Ερμής, εσύ που βρέθηκες εκεί, ο,τιδήποτε εκτός από τον άνθρωπο που είχε την ευθύνη να μη συμβεί.
Έτσι τα εργατικά δυστυχήματα γίνονται παρεξηγήσεις μεταξύ ευεργέτη και ευεργετημένου. Το αφεντικό σε ταΐζει, άρα του χρωστάς μέχρι και τη ζωή σου. Αν ζήσεις, δείξε ευγνωμοσύνη. Αν πεθάνεις, ήσουν κόστος λειτουργίας.
Οι νεκροί γίνονται στατιστική και ο εργοδότης χαρακτήρας. Δεν εξετάζουμε τι έγινε, εξετάζουμε αν ήταν καλό παιδί.
Στην Ελλάδα ο χαρακτήρας λειτουργεί ως πιστοποιητικό πυρασφάλειας.
Το πιο ανατριχιαστικό δεν είναι ότι πέθαναν άνθρωποι στη δουλειά τους. Είναι ότι κάποιοι ένιωσαν μεγαλύτερη αγωνία για τη φήμη της επιχείρησης από τη ζωή των εργαζομένων. Μη χαθεί το μεροκάματο, έστω κι αν χάθηκε ο άνθρωπος. Η δουλειά πάνω απ’ τη ζωή, κυριολεκτικά.
Στην Ελλάδα δεν ζητάς ασφάλεια. Ζητάς δουλειά. Και όταν η δουλειά είναι σπάνια, η ευγνωμοσύνη γίνεται ισχυρότερη από τη δικαιοσύνη.
Ο εργαζόμενος δεν θέλει προστασία. Φοβάται μην χάσει τον προστάτη.
Γι’ αυτό το σοκ δεν ήταν οι συνθήκες εργασίας. Ήταν η πιθανότητα να ευθύνεται αυτός που «κρατάει κόσμο».
Αν μπεις σε χώρο χωρίς μέτρα, είσαι άτυχος. Αν διαμαρτυρηθείς, είσαι αχάριστος. Αν πεθάνεις, είσαι «κρίμα το κορίτσι».
Έτσι η ευθύνη γίνεται αγένεια και η ασφάλεια υπερβολή. Η εργασία δεν είναι δικαίωμα, αλλά χάρη. Και οι χάρες ανταποδίδονται με σιωπή.
Στην Ελλάδα η εργασία σε ζει.
Απλώς μερικές φορές σε ζει μόνο μεταφορικά.












