Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
της Κωνσταντίνας Δ. Καρακώστα
Επίκουρης Καθηγήτριας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας
Το πρόβλημα της δημογραφικής συρρίκνωσης του πληθυσμού της χώρας μας αποτελεί πλέον βασικό προβληματισμό όλων μας. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον γερασμένων κοινωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση ως προς τη γήρανση του πληθυσμού της. Η δημογραφική της τροχιά κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες αποτυπώνει μια σταθερά πτωτική πορεία, η οποία αποκτά χαρακτηριστικά δομικής κρίσης. Από τα 11,2 εκατομμύρια κατοίκους το 2005, ο πληθυσμός μειώθηκε στα 10,4 εκατομμύρια το 2020, ενώ οι προβολές συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι το 2050 θα περιοριστεί περίπου στα 9 εκατομμύρια. Οι αριθμοί αυτοί δεν συνιστούν απλώς στατιστικές μεταβολές, αλλά υποδηλώνουν ένα δυνητικά δυστοπικό μέλλον, με βαθιές κοινωνικές, οικονομικές και θεσμικές επιπτώσεις.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η αναντιστοιχία γεννήσεων και θανάτων. Ενδεικτικά, το 2025 καταγράφηκαν 68.309 γεννήσεις, έναντι 125.873 θανάτων, γεγονός που αποτυπώνει ένα έντονα αρνητικό φυσικό ισοζύγιο. Η εικόνα αυτή επιβαρύνθηκε περαιτέρω κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, όταν περίπου 427.000 νέοι και νέες, κυρίως σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας και υψηλής παραγωγικής δυναμικής, μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Η απώλεια αυτή δεν είναι μόνο δημογραφική, αλλά και αναπτυξιακή. Εκτιμάται ότι οι συγκεκριμένοι μετανάστες παρήγαγαν στις χώρες υποδοχής οικονομικό προϊόν ύψους περίπου 50 δισ. ευρώ και κατέβαλαν φόρους της τάξεως των 13 δισ. ευρώ, ενώ παράλληλα η Ελλάδα στερήθηκε την απόδοση μιας επένδυσης περίπου 8 δισ. ευρώ, την οποία είχε πραγματοποιήσει για την εκπαίδευσή τους.
Η συρρίκνωση και η γήρανση του πληθυσμού δεν αποτελούν επομένως απλώς κοινωνικό φαινόμενο, αλλά συγκροτούν έναν πυρήνα βαθιάς αναπτυξιακής πρόκλησης. Οι επιπτώσεις τους εκτείνονται στην αγορά εργασίας, στο ασφαλιστικό σύστημα και, ευρύτερα, στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η μείωση του ενεργού πληθυσμού περιορίζει τη δυνητική ανάπτυξη, αυξάνει την πίεση στους μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας και επιβαρύνει τη δημοσιονομική βιωσιμότητα.
Ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα κυμαίνεται σήμερα μεταξύ 1,2 και 1,3 παιδιών ανά γυναίκα, σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και πολύ κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών (2,1). Η χώρα βρίσκεται κάτω από το όριο αυτό ήδη από τη δεκαετία του 1940, γεγονός που σημαίνει ότι, εδώ και δεκαετίες, η ανανέωση του πληθυσμού δεν επιτυγχάνεται. Το αποτέλεσμα είναι η διαρκής μείωση των ατόμων παραγωγικής ηλικίας και, συνακόλουθα, η περαιτέρω συρρίκνωση του δυνητικού αριθμού γεννήσεων.
Ωστόσο, διεθνείς και εγχώριες εμπειρίες καταδεικνύουν ότι στοχευμένες πολιτικές μπορούν να αμβλύνουν τις αρνητικές τάσεις. Η ουσιαστική στήριξη της εγκυμοσύνης, του τοκετού και της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, καθώς και η ανάπτυξη εκτεταμένων υποδομών φροντίδας παιδιών, συνιστούν κρίσιμους άξονες παρέμβασης. Ενδεικτικά, πρωτοβουλίες όπως η δημιουργία παιδικών σταθμών σε απομακρυσμένες νησιωτικές περιοχές και η κάλυψη εξόδων κύησης και τοκετού έχουν συμβάλει στη γέννηση περίπου 1.000 παιδιών μέσα σε δώδεκα χρόνια σε περιοχές με επί μακρόν μηδενικές γεννήσεις. Τα παραδείγματα αυτά αποδεικνύουν ότι το δημογραφικό δεν είναι ένα αναπόδραστο πεπρωμένο, αλλά ένα πεδίο στο οποίο οι δημόσιες πολιτικές μπορούν να ασκήσουν ουσιαστική επιρροή, εφόσον σχεδιαστούν με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και κοινωνική ευαισθησία.
Τελικά, το δημογραφικό ζήτημα δεν αφορά μόνο δείκτες, προβολές και ποσοστά. Αφορά το ίδιο το νόημα της συλλογικής μας συνέχειας. Αφορά το αν η ελληνική κοινωνία θα παραμείνει ένας ζωντανός ιστορικός οργανισμός που ανανεώνεται, δημιουργεί και μεταδίδει μνήμη, αξίες και προσδοκίες στις επόμενες γενιές ή αν θα μετατραπεί σταδιακά σε έναν χώρο σιωπής, όπου οι απουσίες θα είναι περισσότερες από τις παρουσίες. Κάθε παιδί που γεννιέται δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική μονάδα, αλλά μια υπόσχεση μέλλοντος, ένα νήμα που συνδέει το παρελθόν με το αύριο. Και ίσως, μπροστά στο μέγεθος της πρόκλησης, το ουσιαστικότερο ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία των αριθμών, αλλά αν είμαστε διατεθειμένοι να επενδύσουμε, ως κοινωνία και ως Πολιτεία, σε μια κουλτούρα ζωής, φροντίδας και ελπίδας, σε μια συνειδητή επιλογή υπέρ του μέλλοντος.












