Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Μερικές φορές η επικαιρότητα και το παρελθόν μας, συνωμοτούν για να μας αιφνιδιάσουν. Ακροβατούν σε παράλληλους συμβολισμούς, σαν να θέλουν να μας εξετάσουν σιωπηλά πάνω σε ένα ερώτημα που αποφεύγουμε για χρόνια όπως ο διάολος το λιβάνι. Η Ιστορία ενώνει τους Έλληνες ή τους διχάζει;
Μέσα σε λίγες ημέρες η Ελλάδα συζήτησε δυο επάλληλα γεγονότα που μας ήρθαν από το πουθενά. Το ένα είναι οι φωτογραφίες από τις εκτελέσεις της 1ης Μαΐου 1944 στο Σκοπευτήριο Καισαριανής, εικόνες που φέρονται να αποτυπώνουν τις τελευταίες στιγμές των 200, λίγο πριν τους θερίσουν οι ναζιστικές σφαίρες. Το άλλο, σχεδόν ταυτόχρονο, είναι ότι έφυγε από τη ζωή η Ελένη Αρβελέρ, μια από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής ιστοριογραφίας, γυναίκα που αφιέρωσε το έργο της στη μελέτη της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού.
Το ένα γεγονός είναι ωμό, αιματηρό, σχεδόν αβάσταχτο. Το άλλο είναι πνευματικό, στοχαστικό, αθόρυβο. Και ανάμεσά τους αιωρείται το διόλου ρητορικό ερώτημα, η Ιστορία ενώνει τους Έλληνες ή όχι;
Οι φωτογραφίες από την Καισαριανή δεν είναι απλώς ένα νέο εύρημα για τα αρχεία. Αν επιβεβαιωθεί οριστικά η αυθεντικότητά τους (που φαίνεται ότι προς τα κει πάμε), αποτελούν ίσως την πρώτη οπτική τεκμηρίωση μιας από τις πιο συμβολικές εκτελέσεις της Κατοχής. Διακόσιοι άνθρωποι, κρατούμενοι ως επί το πλείστον κομμουνιστές, εκτελέστηκαν από τα ναζιστικά στρατεύματα ως αντίποινα για τον θάνατο ενός στρατηγού. Το ίδιο το γεγονός είναι εθνικό τραύμα. Κι όμως, ακόμη και αυτό το τραύμα δεν υπήρξε ποτέ απολύτως κοινό. Η Καισαριανή δεν είναι ουδέτερος τόπος μνήμης. Είναι σημείο όπου η Αντίσταση, η Κατοχή και ο Εμφύλιος συναντιούνται. Για δεκαετίες η μνήμη της Καισαριανής ήταν παράλληλη και όχι ενιαία. Για άλλους σύμβολο ηρωισμού και θυσίας, για άλλους κομματικό σύμβολο, για κάποιους απλώς μια ακόμα αιματηρή υποσημείωση σε μια ήδη φορτωμένη εποχή.
Το γεγονός ότι οι φωτογραφίες αυτές εμφανίστηκαν προς πώληση σε διαδικτυακή πλατφόρμα προκάλεσε σοκ, όχι μόνο γιατί εμπορευματοποιείται μια στιγμή θανάτου, αλλά γιατί η μνήμη μετατρέπεται σε αντικείμενο πλειοδοσίας. Η Ιστορία με τιμή εκκίνησης. Και αμέσως η κοινωνία χωρίστηκε ξανά. Άλλοι μίλησαν για εθνικό χρέος απόκτησης του υλικού που το κράτος αποδέχτηκε αμέσως, άλλοι για πολιτική εκμετάλλευση, άλλοι για καθυστερημένες ευαισθησίες, άλλοι για ιδεολογική μονοπώληση της Αντίστασης. Η Ιστορία δεν πρόλαβε να εμφανιστεί και ήδη είχε ξαναγίνει πεδίο αντιπαράθεσης.
Την ίδια στιγμή, η Αρβελέρ έφευγε από τη ζωή. Η γυναίκα που έγινε η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Σορβόννης, η βυζαντινολόγος που μιλούσε για τον ελληνισμό όχι ως σύνθημα αλλά ως ιστορική συνέχεια, όχι ως κραυγή αλλά ως ανάλυση. Δεν ανήκε στη σχολή των εύκολων συναισθημάτων. Μιλούσε για τη διάρκεια, για το πώς μια ιστορική ταυτότητα επιβιώνει μέσα από μετασχηματισμούς και αντιφάσεις, για το πώς η Ιστορία δεν είναι ούτε αγιογραφία ούτε κατηγορητήριο αλλά διαδικασία κατανόησης. Η σύμπτωση είναι σχεδόν ειρωνική. Την στιγμή που η Ιστορία εμφανίζεται ως τραύμα σε δημοπρασία, φεύγει μια ιστορικός που υπενθύμιζε ότι η Ιστορία είναι πεδίο γνώσης, όχι αντικείμενο λατρείας ούτε εργαλείο καταγγελίας. Και να πάλι το ίδιο ερώτημα. Η Ιστορία μας, μας ενώνει τελικά;
Η ελληνική Ιστορία έχει μια ιδιαιτερότητα. Είναι πυκνή και συχνά αιματηρή. Από την Επανάσταση μέχρι τον Εμφύλιο, από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τη Δικτατορία, τα μεγάλα γεγονότα δεν λειτούργησαν μόνο ως εθνικά ορόσημα αλλά και ως ρήγματα. Η μνήμη στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ αυτονόητα ενιαία. Υπήρξαν περίοδοι όπου η μία αφήγηση επιβλήθηκε στην άλλη, δεκαετίες σιωπής, εποχές αποκατάστασης, κύματα επανερμηνείας. Κάθε γενιά ξαναδιαβάζει το παρελθόν με τα δικά της άγχη και τις δικές της ιδεολογικές ανάγκες. Η Καισαριανή είναι ένα τέτοιο σημείο συμπύκνωσης. Όμως το ότι η Ιστορία μας συχνότατα μας διχάζει, δεν σημαίνει ότι είναι από τη φύση της διχαστική. Σημαίνει ότι εμείς την αντιμετωπίζουμε ως όπλο και όχι ως κοινό τόπο αυτογνωσίας.
Τι θα σήμαινε άραγε μια ενωτική Ιστορία; Όχι μια Ιστορία χωρίς συγκρούσεις, ούτε μια Ιστορία αποστειρωμένη όπου όλοι συμφωνούν σε όλα. Μια ώριμη κοινωνία δεν είναι εκείνη που εξαλείφει τις διαφωνίες της για το παρελθόν. Είναι εκείνη που τις αντέχει. Που αναγνωρίζει ότι το παρελθόν είναι κοινό, ακόμη και όταν οι ερμηνείες διαφέρουν. Οι 200 της Καισαριανής ανήκουν στην Ιστορία της χώρας ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας. Η Κατοχή είναι τραύμα εθνικό, όχι ιδεολογικό λάφυρο. Η Αντίσταση δεν είναι ιδιοκτησία. Ο Εμφύλιος δεν είναι σύνθημα, αλλά πληγή που χρειάζεται κατανόηση. Αν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε τουλάχιστον σε αυτά, τότε πράγματι η Ιστορία δεν θα μας ενώσει ποτέ.
Η Ελλάδα του σήμερα δεν είναι η Ελλάδα του 1950. Έχει περάσει από κρίσεις, από οικονομικές καταρρεύσεις, από εθνικές δοκιμασίες, από κύματα αυτοαμφισβήτησης. Έχει ωριμάσει άνισα αλλά υπαρκτά. Το ζητούμενο δεν είναι να πάψουμε να διαφωνούμε για την Ιστορία, αλλά να μάθουμε να διαφωνούμε χωρίς να ακυρώνουμε. Να μην ακυρώνουμε τη μνήμη του άλλου, να μην απονομιμοποιούμε τον πόνο του άλλου ή αντιθέτως να μην ιδιοποιούμαστε τη θυσία ως αποκλειστικό δικαίωμα. Η Ιστορία μπορεί να ενώσει μόνο όταν πάψει να είναι λάφυρο. Όταν το κράτος δεν τη θυμάται μόνο επετειακά, όταν τα κόμματα δεν τη χρησιμοποιούν εργαλειακά, όταν τα μέσα ενημέρωσης δεν τη μετατρέπουν σε θέαμα στιγμιαίας αγανάκτησης. Όταν η κοινωνία αποφασίσει ότι η μνήμη δεν είναι προϊόν κατανάλωσης, αλλά στοιχείο αυτογνωσίας.
Οι φωτογραφίες της Καισαριανής μας έφεραν αντιμέτωπους με την ωμή εικόνα του παρελθόντος. Η απώλεια της Αρβελέρ μάς υπενθύμισε ότι η Ιστορία δεν είναι μόνο εικόνα αλλά και σκέψη. Ίσως αυτό να είναι το κλειδί. Η Ιστορία δεν ενώνει από μόνη της, δεν διαθέτει αυτόματο διακόπτη εθνικής συμφιλίωσης. Είναι υλικό, είναι πρώτη ύλη. Το πώς θα τη χρησιμοποιήσουμε εξαρτάται από εμάς. Μπορούμε να τη μετατρέψουμε σε διαρκή πεδίο αναμέτρησης ή να τη δούμε ως κοινό καθρέφτη. Ο καθρέφτης δεν κολακεύει, αλλά δείχνει. Και μια ώριμη κοινωνία είναι εκείνη που αντέχει να κοιταχτεί μέσα του χωρίς να σπάσει το γυαλί. Αν η Ιστορία θέλουμε να μας ενώνει, πρέπει πρώτα να αποδεχτούμε ότι είναι κοινή, ακόμη κι όταν πονά, ακόμη κι όταν μας θυμίζει πράγματα που θα προτιμούσαμε να ξεχάσουμε. Η Ιστορία μας δεν είναι υπόθεση μόνο του 1944, ούτε μόνο της βυζαντινής συνέχειας. Είναι υπόθεση του σήμερα και της δικής μας απόφασης να τη μοιραστούμε, αντί να τη διεκδικούμε.












