Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Εδώ και αρκετό καιρό οι ειδικοί έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για το πλήθος των πληροφοριών που ρέει κατά πάνω μας! Δεν είναι πλέον ένα ποτάμι μπορεί να πλουτίζει τη γνώση μας, αλλά ένας χείμαρρος που κοντεύει να μας πνίξει. Και δεν είμαστε πια σε θέση να σταματήσουμε αυτόν τον χείμαρρο. Μπορούμε, ίσως, να περιορίσουμε τις καταστροφικές του συνέπειες ως ένα βαθμό, αλλά όχι και τις αλλαγές που θα φέρει μακροπρόθεσμα στην εξέλιξη του πολιτισμού μας, όσο και στην εξέλιξη του είδους μας!
Επειδή η πληροφορία και η τεχνολογική εξέλιξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες αυτό μπορεί να έχει απρόβλεπτες επιπτώσεις.
«Κάθε νέα τεχνολογία βάζει στο περιθώριο μία παλιά. Αυτές οι δύο τεχνολογίες δεν είναι ποτέ ίσες. Μερικές φορές, η νέα δημιουργεί περισσότερα απ’ όσα καταστρέφει. Άλλες φορές, καταστρέφει περισσότερα απ’ όσα δημιουργεί…. Δεν είναι πάντα ξεκάθαρο ποιος θα κερδίσει και ποιος θα χάσει από αυτήν, ούτε ποιο ακριβώς θα είναι το όφελος ή η απώλεια».
Αυτό διατείνεται ο Νικ Μπόστρομ (Nick Bostrom), κορυφαίος διανοητής της επικοινωνίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Μέλλοντος και Ανθρωπότητας, του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (το 2010). Προσεγγίζοντας φιλοσοφικά την πληροφοριακά χαοτική εποχή μας, που συνδέεται άρρηκτα με την τεχνολογική εξέλιξη και τους συνεχείς νεωτερισμούς της, ο καθηγητής, που παραμένει επιφυλακτικός απέναντι στις νέες τεχνολογίες, μας παρουσιάζει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:
Τον 12ο αιώνα, οι Βενεδικτίνοι μοναχοί εφηύραν το μηχανικό ρολόι για να συντονίσουν την ώρα της προσευχής τους. Οι ίδιοι τότε δεν συνειδητοποίησαν ότι η εφεύρεσή τους δεν καταγράφει μόνο τις ώρες, αλλά μπορεί να συγχρονίσει τις πράξεις των ανθρώπων. Αυτή η δυνατότητα κατέστη φανερή στα μέσα του 14ου αιώνα, όταν το μηχανικό ρολόι βγήκε από τα μοναστήρια, φέρνοντας κανονικότητα στη ζωή του εργαζομένου και γεννώντας την ιδέα της συστηματικής παραγωγής και των συγχρονισμένων ωρών εργασίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ρολόι έγινε το πρώτο —και απαραίτητο— εργαλείο του καπιταλισμού. Ενώ εφευρέθηκε από ανθρώπους που ήθελαν να αφοσιωθούν περισσότερο στον Θεό, κατέληξε στα χέρια ανθρώπων που ήθελαν να αφοσιωθούν στη συγκέντρωση χρημάτων… Με παρόμοιο τρόπο η εξέλιξη της τεχνολογίας επηρεάζει απρόβλεπτα τη ροή και την ποσότητα της πληροφορίας, αλλά και την πρόσληψή της από τους δέκτες, δηλαδή εμάς.
Συνεχίζοντας ο Μπόστρομ αναφέρει:
«Στον Μεσαίωνα, η πληροφόρηση ήταν περιορισμένη, αλλά αυτό το γεγονός έκανε ένα νέο δεδομένο σημαντικό και χρήσιμο. Όταν, στα τέλη του 15ου αιώνα, ο Γουτεμβέργιος μετέτρεψε μία οινοποιητική πρέσα σε τυπογραφική μηχανή, η κατάσταση άλλαξε τόσο ραγδαία, όσο κανείς δεν φανταζόταν. Μέσα σε σαράντα χρόνια, εκατό πόλεις έξι διαφορετικών κρατών είχαν τυπογραφικές μηχανές. Χρειάστηκαν μόλις πενήντα χρόνια για να τυπωθούν οκτώ εκατομμύρια βιβλία γεμάτα νέα δεδομένα, που ως τότε ο μέσος άνθρωπος αγνοούσε».
Θα ήταν βέβαια αφελές να υποστηρίξουμε ότι η τυπογραφία, ως νέα τεχνολογία, δεν ήταν ωφέλιμη για την εξέλιξη του πολιτισμού μας. Έθεσε όμως την αρχή για να δημιουργηθούν οι αρνητικές συνέπειες αυτού, που σήμερα ονομάζουμε πληροφοριακή έκρηξη. Η οποία έχει τώρα μετατραπεί σε ανεξέλεγκτο πληροφοριακό χάος, με τη βοήθεια κι άλλων νέων τεχνολογιών που, επίσης, θα ήταν αφελές να πούμε ότι σε κάποιο στάδιό τους δεν μας ωφέλησαν.
Πολιτιστικό AIDS
Λίγο πριν τα μέσα του 20ού αιώνα, ο Βρετανός συγγραφέας και δημοσιογράφος Τζορτζ Όργουελ (George Orwell) είχε παρατηρήσει ότι ο σύγχρονος μέσος άνθρωπος είναι εξίσου αφελής με τον μέσο άνθρωπο στο Μεσαίωνα! Ο τελευταίος πίστευε άκριτα στην αυθεντία της θρησκείας, ενώ ο πρώτος πιστεύει άκριτα στην αυθεντία της επιστήμης. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Μπόστρομ, οι περισσότεροι θα πιστέψουν, ή τουλάχιστον δεν θα αμφισβητήσουν, την (αναληθή, λόγω πειράματος,) πληροφορία που τους λέει. Μερικές φορές θα πουν: Αλήθεια; Είναι δυνατό; Άλλες φορές θα ζητήσουν επανάληψη: Πού είπες ότι έγινε αυτή η έρευνα; Και μπορεί, σε αρκετές περιπτώσεις, να προσθέσουν: Ναι, έχω ακούσει κι εγώ κάτι τέτοιο…
Στο παραπάνω παράδειγμα φανερώνεται καθαρά μία από τις βασικότερες συνέπειες της υπερπληροφόρησης. Τα δεδομένα έρχονται αδιάκοπα και αδιάκριτα, δεν απευθύνονται σε συγκεκριμένο δέκτη και είναι ασύνδετα με τη χρησιμότητά τους. Έτσι, ο δεσμός μεταξύ πληροφορίας και δράσης έχει σπάσει. Έχουμε πνιγεί μέσα στην υπέρ-πληθώρα των πληροφοριών, δεν τις ελέγχουμε και δεν μπορούμε να τις χειριστούμε. Δεν ξέρουμε πώς να τις φιλτράρουμε, πώς τις μειώσουμε ή πώς να τις αξιοποιήσουμε. Το ανοσοποιητικό μας σύστημα απέναντι στη λήψη πληροφοριών έπαψε να λειτουργεί. «Πάσχουμε από ένα είδος πολιτιστικού AlDS», υποστηρίζει ο Μπόστρομ, το οποίο τα νέα τεχνολογικά μέσα επιτείνουν. Ένα από αυτά είναι το Διαδίκτυο:
«Η πληθώρα της πληροφορίας και η ευκολία με την οποία μας την παρέχει, αδυνατούν να δώσουν απαντήσεις σε θεμελιώδη ερωτήματα που πρέπει να απαντήσουμε για να κάνουμε τη ζωή μας πιο ανθρώπινη. Το Διαδίκτυο δεν μας δίνει ένα οργανωμένο ηθικό πλαίσιο. Δεν μας υποδεικνύει ποιες ερωτήσεις αξίζει να υποβάλλουμε. Είναι ένα εκπληκτικό παιχνίδι που μας αποσπά απ’ όλα όσα θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε: το πνευματικό κενό, τη γνώση του εαυτού μας και τις χρήσιμες αντιλήψεις για το παρελθόν και το μέλλον μας». Και πάλι, θα ήταν αφελές να πούμε ότι το Διαδίκτυο δεν μας έχει ωφελήσει…
Το «Σύνδρομο Κούρασης από την Πληροφορία»
Η ανάγκη του οργανισμού για ενημέρωση είναι παρόμοια με την ανάγκη του για φαγητό. Ένα καλό γεύμα ικανοποιεί το στομάχι, όταν τα υλικά του έχουν ποιότητα και σερβίρονται σε μία λογική ποσότητα. Με τον ίδιο τρόπο ικανοποιείται και ο εγκέφαλος από την πληροφορία. Όπως λέει ο Βρετανός επιστήμονας Ντέιβιντ Λιούις (David Lewis), μέλος της Διεθνούς Οργάνωσης Διαχείρισης του Στρες και ερευνητής του αντίκτυπου που έχει η υπερπληροφόρηση στη σύγχρονη κοινωνία, «…το να λαμβάνουμε πάρα πολλές πληροφορίες είναι εξίσου επικίνδυνο με το να λαμβάνουμε πολύ λίγες»! Σε αναφορά του, με τίτλο «Πεθαίνοντας για την πληροφορία», που δημοσιεύτηκε για λογαριασμό της υπηρεσίας Reuters στο Λονδίνο, ο Λιούις έθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα κούρασης από την πληροφορία, ένα νέο σύνδρομο που, όπως υποστηρίζει, πολύ σύντομα θα αναγνωριστεί ως ιατρική κατάσταση με ανάγκη θεραπείας του πάσχοντος! Στην ίδια αναφορά, εκθέτει και τα συμπτώματα που το χαρακτηρίζουν:
–Εντονο καρδιο-αγγειακό στρες, οφειλόμενο σε αύξηση της πίεσης του αίματος. — Αποδυνάμωση της όρασης. Σύμφωνα μάλιστα με μία ιαπωνική μελέτη, στο άμεσο μέλλον προβλέπεται αύξηση της μυωπίας σε παγκόσμια επίπεδο, εξαιτίας αυτής της «ασθένειας». —Σύγχυση και απογοήτευση. —Εξασθένηση της κριτικής ικανότητας. —Μείωση του αισθήματος κατανόησης και των πράξεων βοήθειας προς τον συνάνθρωπο, ειδικά στις μεγαλουπόλεις. —Παράλυση της ικανότητας ανάλυσης των δεδομένων που δυσκολεύει την εύρεση σωστών λύσεων και τη λήψη εύστοχων αποφάσεων. —Δημιουργία ψευδών εντυπώσεων, ειδικά σε νεότερους ανθρώπους. —Παθολογική καταναγκαστική αποθησαύριση: έμμονη ανάγκη συλλογής υλικών στοιχείων (θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε, από αντικείμενα έως e-mails και ταυτόχρονη αδυναμία αξιοποίησης ή απόρριψής τους, ακόμα κι αν είναι άχρηστα, επικίνδυνα ή ανθυγιεινά.
Διαβάζοντας τα παραπάνω, είναι φανερό ότι η αύξουσα υπερπληροφόρηση που μας περιβάλλει θα μπορούσε να εξυπηρετεί πλήρως τα συμφέροντα όσων θέλουν να κρατούν τους λαούς υποχείριά τους και ανίκανους να οργανώσουν στοιχειώδη έστω αντίσταση… . Εξάλλου, είναι πολύ πιθανό να διαπιστώσουμε ότι πάσχουμε από το «σύνδρομο παραπληροφόρησης» ή, έστω, ότι βιώνουμε κάποια από τα συμπτώματά του. Πράγμα απολύτως δικαιολογημένο, εφόσον οι πληροφορίες που δέχεται καθημερινά ο εγκέφαλός μας, μπορούν να προκαλέσουν υπερφόρτωση, ακόμα και σε ηλεκτρονικό σύστημα!
Σ’ αυτή τη διαπίστωση καταλήγουν ερευνητές του Πανεπιστημίου Σαν Ντιέγκο στην Καλιφόρνια. Ο επικεφαλής της μελέτης Ρότζερ Μπον (Roger Bone) εκτιμά ότι οι άνθρωποι κατακλύζονται καθημερινά με όγκο πληροφοριών ισοδύναμο με 34 Gb, ποσότητα ικανή να υπερφορτώσει έναν φορητό υπολογιστή μέσα σε μία βδομάδα! Το παραπάνω συμπέρασμα προέκυψε ύστερα από μετρήσεις των πληροφοριακών ερεθισμάτων που δεχόμαστε.
Πιο συγκεκριμένα, τα μάτια και τα αυτιά μας βομβαρδίζονται από 100.500 περίπου εικόνες και λέξεις κάθε μέρα. Το 60% του συνόλου ροής πληροφορίας προέρχεται από την τηλεόραση και το Διαδίκτυο, ενώ η παγκόσμια κατανάλωση πληροφοριών από τα μέσα ενημέρωσης εκτιμήθηκε σε 3,6 εκατομμύρια Gb, για το 2008. Θα πρέπει, ωστόσο, να λεχθεί παράλληλα ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος φαίνεται να είναι ένα ανοικτό σύστημα και ότι η «χωρητικότητά» του είναι ζήτημα εξάσκησης και θέλησης…
Συλλογικές επιδράσεις: Ένας κόσμος κυνικός και απαθής…
Εκτός από την έλλειψη συγκέντρωσης και την αδυναμία συλλογισμού και βαθύτερης σκέψης, οι ερευνητές θεωρούν σίγουρο το ενδεχόμενο κι άλλων, σοβαρότατων επιζήμιων επιδράσεων μακροπρόθεσμα. Σημειώνουν, μάλιστα, ότι η πληροφοριακή πλημμύρα —η οποία έχει πάρει τη μορφή μόλυνσης, ανάλογης με τη περιβαλλοντολογική— ενδέχεται να οδηγήσει σε αλλαγή των συναισθημάτων και των ηθικών αξιών μας. Ο νευρο-ψυχίατρος Έντουαρντ Χάλουελ (Edward Hallowell) σχολιάζει:
«Ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία, δεν είχαμε να επεξεργαστούμε τόσες πολλές πληροφορίες, όσες σήμερα. Ειδικά οι νέες γενιές περνούν τόσες ώρες μπροστά σε μία οθόνη υπολογιστή, τηλεόρασης και κινητού, ώστε χάνουν την ικανότητα να σκέφτονται και να αισθάνονται».
Ίσως οδηγούμαστε, λοιπόν, σε ένα νέου τύπου άνθρωπο, περισσότερο κυνικό και απαθή και με αδυναμία στην ικανότητα βαθύτερων πνευματικών λειτουργιών – σύμφωνα με κάποιες μελέτες. Μία από αυτές πραγματοποιήθηκε στο Ινστιτούτο Εγκεφάλου και Δημιουργικότητας στη νότια Καλιφόρνια.












