Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Γιάννη Καντέλη
Η συνάντηση του κ. Μητσοτάκη με τον κ. Ερντογάν στην Άγκυρα κατέδειξε πως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ύστερα από μία προσπάθεια 2,5 ετών έχουν βρεθεί σε ένα ικανοποιητικό και λειτουργικό επίπεδο.
Μπορεί να απέχουμε ακόμα από την ουσιαστική επίλυση των διαφορών που υπάρχουν στο τραπέζι, ωστόσο, το γεγονός πως οι δύο πλευρές μπορούν να συζητούν τα πάντα χωρίς να «αναποδογυρίζει» το τραπέζι όταν ξεκίνησε η επιχείρηση προσέγγισης δεν ήταν αυτονόητο. Χρειάστηκε να οικοδομηθεί μία ειλικρινής σχέση με εχέγγυο την εμπιστοσύνη, κάτι που αποτυπώθηκε στη συνομιλία των δύο ηγετών με την παρουσία των υπουργών Εξωτερικών και των διπλωματικών συμβούλων τους. «Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας διατηρούνται και επεκτείνονται, υπογράφονται αμοιβαία επωφελείς συμφωνίες και, μέσω της εμπέδωσης αυτής της ατμόσφαιρας, μπορούμε να είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι ότι δεν θα παράγονται κρίσεις», όπως σημειώνουν κυβερνητικές πηγές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιώνεται η απόφαση του κ. Μητσοτάκη να μεταβεί στην Άγκυρα και αποδεικνύεται επιτυχημένη η προετοιμασία που είχε γίνει από την πλευρά του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη.
Αρκεί η λειτουργική σχέση που οικοδομείται για να περάσουν οι δύο χώρες στην εξέταση των πιο δύσκολων ζητημάτων;
«Συνεισφέρει στην καλλιέργεια του απαραίτητου κλίματος», τονίζουν συνεργάτες του κ. Μητσοτάκη, ενώ διπλωματικές πηγές με τις οποίες συνομίλησε η ΤΡ εκτιμούν πως υπάρχει η πολιτική βούληση και από τις δύο πλευρές, αλλά, «ο πολιτικός χρόνος δεν είναι κατάλληλος».
Απέχοντας έναν χρόνο από τις εκλογές στην Ελλάδα, η κυβέρνηση δεν διαθέτει πολιτικό κεφάλαιο το οποίο μπορεί να ξοδέψει προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα υποχωρεί από τις βασικές της θέσεις ή την υπεράσπισή τους. Ο κ. Μητσοτάκης, στις δηλώσεις με τον πρόεδρο Ερντογάν, διατύπωσε όλα τα ελληνικά επιχειρήματα και ζήτησε την άρση κάθε απειλής προς την κυριαρχία της χώρας μας, θέτοντας μέσα στην Άγκυρα, για πρώτη φορά, το θέμα του casus belli.
Σύμφωνα με τις ίδιες διπλωματικές πηγές, το πρώτο βήμα για την πλήρη εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας και μέσα από τον διάλογο των τελευταίων ετών «το έχει αντιληφθεί πλήρως η τουρκική πλευρά». Σε αυτή την αντίληψη εντάσσουν τις αναφορές του κ. Ερντογάν για επίλυση των διμερών ζητημάτων στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου και πως «δεν υπάρχουν άλυτα θέματα». «Πρέπει να λύσουμε τη βασική μας διαφορά στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, να ακολουθήσει η άρση του casus belli και μετά να ανοίξει ο δρόμος για συμμετοχή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα, κάτι που επιθυμεί διακαώς», επισημαίνουν οι διπλωματικές πηγές.
Παρά την πίεση χρόνου, άλλη πηγή, δεν αποκλείει μία τελευταία προσπάθεια για να γίνει το απαραίτητο βήμα. Υπάρχει το επίπεδο κατανόησης μεταξύ των δύο πλευρών, η παρούσα ηγεσία έχει την πολιτική βούληση να γίνει αυτή η συζήτηση ως προς τις θαλάσσιες ζώνες και απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο καθορισμός του εύρους της συζήτησης», αναφέρει.
Η επόμενη συνάντηση του κ. Μητσοτάκη με τον κ. Ερντογάν θα γίνει ξανά στην Άγκυρα τον Ιούλιο στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ που φέτος φιλοξενείται στην τουρκική πρωτεύουσα. Στο διάστημα που μεσολαβεί οι δύο χώρες έχουν συμφωνήσει να μην αιφνιδιάσουν η μία την άλλη στο πεδίο, ώστε να διατηρηθεί το υπάρχον θετικό κλίμα. Επίσης, μέχρι τότε θα έχει ολοκληρωθεί άλλος ένας γύρος του Πολιτικού Διαλόγου και της Θετικής Ατζέντας, όπου θα φανούν τα περιθώρια για να κάνουν οι δύο ηγεσίες το πιο δύσκολο βήμα αυτής της προσπάθειας. Σε διαφορετική περίπτωση, αρμόδιες πηγές, εκτιμούν ότι θα χαθεί ένα καλό momentum διότι ουδείς μπορεί να γνωρίζει ποιο θα είναι το κλίμα και η επόμενη μέρα στις δύο χώρες μετά τις εκλογές. «Αν όχι τώρα, πότε;», όπως αναρωτήθηκε ο κ. Μητσοτάκης απευθυνόμενος στον Τούρκο Πρόεδρο για την άρση του casus belli.












