Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Η ελληνική αντιπολίτευση, τον τελευταίο ενάμισι χρόνο τουλάχιστον, θυμίζει παλιό ραδιόφωνο που γυρνούσαμε το κουμπί του και πιάναμε διαρκώς παράσιτα. Λίγο σήμα, λίγο βουητό, λίγο «κάτι πάει να πει», αλλά στο τέλος τίποτα που να στέκεται ως σταθερός σταθμός. Δεν είναι απλώς πολυδιάσπαση, είναι μια αγορά πολιτικής μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, με επαναλαμβανόμενες “startups” που υπόσχονται «να τα αλλάξουν όλα», μέχρι να συναντήσουν την πρώτη δημοσκόπηση και το πρώτο ερώτημα «με ποιον θα κυβερνήσετε;». Κι εκεί ακριβώς αρχίζει το έργο. Το γενικό δόγμα των μικρών και των υπό ίδρυση σχημάτων, με διαφορές ύφους αλλά κοινό πυρήνα, είναι «με κανέναν». Αυτό όμως δεν είναι στρατηγική. Είναι το πολιτικό ισοδύναμο του «δεν μπαίνω στο νερό γιατί θα βραχώ».
Στην ακτινογραφία των μικρών κομμάτων, το πρώτο που φαίνεται καθαρά είναι ότι δεν πρόκειται για μία ενιαία κατηγορία. Υπάρχουν τα μικρά που είναι μόνιμοι ένοικοι του πολιτικού συστήματος, που ανεβοκατεβαίνουν γύρω από το όριο αλλά έχουν κάποια οργανωτική μνήμη. Υπάρχουν τα μικρά-στιγμιότυπα, τα κόμματα «μιας υπόθεσης» ή ενός προσώπου. Και υπάρχουν και τα υπό ίδρυση, τα κόμματα-φήμη, τα κόμματα-προσμονή, τα κόμματα-«θα δούμε», που προλαβαίνουν να επηρεάσουν το κλίμα πριν ακόμη αποκτήσουν καταστατικό. Το κοινό τους σημείο δεν είναι ιδεολογία. Είναι η αδυναμία να φτιάξουν πειστική κυβερνητική προοπτική, άρα η έμφαση στον θυμό, στην καταγγελία, στη διαφοροποίηση.
Ο Στέφανος

(ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)
Από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της περιόδου είναι το κόμμα του Στέφανου Κασσελάκη, το «Κίνημα Δημοκρατίας», το οποίο έχει ήδη μπει σε κύκλο μετονομασιών και αναζητήσεων ταυτότητας, με πρόταση να γίνει «Δημοκράτες – Προοδευτικό Κέντρο». Σημασία δεν έχει η πινακίδα στο γραφείο. Σημασία έχει ότι το βασικό πολιτικό μήνυμα που εκπέμπεται είναι μια κλειστή πόρτα προς συνεργασίες, ειδικά προς το ΠΑΣΟΚ, ώστε να μη γίνει «ανακύκλωση προσώπων» και παλιών συνταγών. Ακούγεται «καθαρό» για το ακροατήριο που θέλει τιμωρία των παλιών. Αλλά στο πρακτικό ερώτημα της διακυβέρνησης, το “όχι” προς τα πάντα δεν φτιάχνει μέλλον, απλώς οργανώνει καλύτερα την αδυναμία.
Τα εν αναμονή…

Στην ίδια σφαίρα της «προσμονής» κινείται και το σενάριο νέου κόμματος από τον Αλέξη Τσίπρα. Άρθρα και ρεπορτάζ περιγράφουν προετοιμασία, οργανωτικό σχεδιασμό, αναζητήσεις στελεχών, ακόμη και χρονοδιάγραμμα που διαρκώς μετατίθεται προς το μέλλον καθώς συναρτάται και από την πορεία των υπολοίπων «υπό ίδρυση». Εδώ το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας πρώην πρωθυπουργός θέλει δεύτερη πολιτική ζωή, αυτό είναι τυπικά θεμιτό. Το πρόβλημα είναι ότι η ίδρυση νέου κόμματος, στον ήδη κατακερματισμένο χώρο, μετατρέπει την αντιπολίτευση σε κινούμενη άμμο. Κάθε νέο εγχείρημα τραβάει στελέχη, ψηφοφόρους, «χώρο», αφήνοντας πίσω του οργανωτικά κουφάρια και θυμωμένες μειοψηφίες. Και όταν όλοι στήνουν κάτι νέο, κανείς δεν φτιάχνει κάτι μεγάλο.

(EUROKINISSI)
Ακόμη πιο χαρακτηριστική, ως ένδειξη του πώς η κοινωνική οργή επιχειρεί να μεταφραστεί σε κομματική μορφή, είναι η συζήτηση γύρω από πιθανό κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού. Ρεπορτάζ και δημοσκοπικές αποτιμήσεις καταγράφουν ότι υπάρχει ακροατήριο, αλλά και έντονα όρια στη δυναμική του εγχειρήματος, καθώς η μάνα των Τεμπών κάνει το ένα λάθος πίσω απ’ το άλλο. Εδώ έχουμε την πιο καθαρή «πολιτικοποίηση της αγανάκτησης», ένα κομμάτι της κοινωνίας ψάχνει εκπροσώπηση έξω από τα υπάρχοντα σχήματα. Μόνο που, όταν η πολιτική γίνεται μονοθεματική δεν έχει περιθώρια επέκτασης. Κι όταν αδυνατεί να απαντήσει σε εθνική άμυνα, φορολογία, επενδύσεις, διοίκηση, σχολεία ή όταν λέει ανοησίες αν τολμήσει ν’ ασχοληθεί μ’ αυτά, τα παλιά μεγάλα κοινά αρχίζουν να συρρικνώνονται απότομα. Και τότε η ενέργεια που γεννήθηκε ως ηθική κραυγή κινδυνεύει να καταλήξει σαν άλλο ένα «κόμμα διαμαρτυρίας», χρήσιμο για να μετρά θερμοκρασία, άχρηστο για να κυβερνά.
Οι παλιοί μικροί

Κάπου εδώ μπαίνουν οι «παλιοί μικροί». Η κορυφή των μικρών, δηλαδή η Πλεύση Ελευθερίας και η Ελληνική λύση, κινούνται στην περιοχή του +-10%, ανάλογα με την συγκυρία, ενώ η ουρά τους με το ΜέΡΑ25, τον ΣΥΡΙΖΑ, την ΝΙΚΗ, τον Κασσελάκη και την Νέα Αριστερά, να συνωστίζονται στην περιοχή του 2%-5%. Βελόπουλος και Κωνσταντοπούλου όταν είναι στα πάνω τους πλησιάζουν ή και ξεπερνούν το ΠΑΣΟΚ, όταν παίρνουν καθοδική πορεία κάνουν τον Ανδρουλάκη να ξεφυσά ανακουφισμένος. Όλα μαζί όμως δείχνουν μια αντιπολίτευση δεν ανασυντάσσεται γύρω από ένα κέντρο βάρους. Διασπάται σε υποσύνολα. Λίγο από εδώ, λίγο από εκεί, και στο τέλος τίποτα που να μπορεί να πει «εγώ είμαι η εναλλακτική κυβέρνηση».
Το δεύτερο που φαίνεται καθαρά στην ακτινογραφία είναι η κρίση ηγεσίας. Όχι με την κουτσομπολίστικη έννοια «ποιος συμπαθεί ποιον», αλλά με την ιστορική. Η αντιπολίτευση δεν έχει έναν πειστικό πόλο που να ενοποιεί συμφέροντα, να οργανώνει αφήγημα, να παράγει σχέδιο. Κι έτσι, τα μικρά και τα υπό ίδρυση κόμματα, γίνονται υποκατάστατα ηγεσίας. Ο καθένας ιδρύει ένα μικρό «σπίτι» για να μην είναι ενοικιαστής σε ξένο. Μόνο που η χώρα δεν κυβερνιέται με πολυκατοικίες που αποτελούνται από γκαρσονιέρες.
Το τρίτο είναι το δόγμα της μη συνεργασίας. Αυτό που παρουσιάζεται ως «αρχή» είναι συνήθως φόβος κόστους. Αν συνεργαστώ, θα λερωθώ, αν λερωθώ, θα χάσω τους αγανακτισμένους μου. Έτσι, η πολιτική μετατρέπεται σε διαγωνισμό παρθενίας, ποιος θα μείνει πιο καθαρός, πιο αμόλυντος, πιο «αντισυστημικός». Ωραίο για τα πάνελ, καταστροφικό για την προοπτική διακυβέρνησης. Γιατί η Ελλάδα είναι χώρα που χρειάζεται συμμαχίες, συναινέσεις, μακρύτερους ορίζοντες πολιτικής. Δεν είναι μόνο θέμα εκλογικού νόμου ή εδρών. Είναι θέμα πραγματικότητας. Επενδύσεις, αξιολόγηση, δημόσια διοίκηση, ενεργειακή μετάβαση, άμυνα, απαιτούν συνέχεια. Όταν το αντιπολιτευτικό σύμπαν εκπέμπει πως «κανείς δεν συνεργάζεται με κανέναν», στέλνει προς τα έξω, σε αγορές, σε επενδυτές, σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, σήμα ενδεχόμενης ακυβερνησίας ή διαρκούς παζαριού. Δεν χρειάζεται να συμβεί για να βλάψει. Αρκεί να αιωρείται.
Κάπως έτσι, το πολιτικό σύμπαν της αντιπολίτευσης πετυχαίνει το αντίθετο από αυτό που υπόσχεται. Υπόσχεται ανανέωση, και παράγει εξάντληση. Υπόσχεται «κάτι άλλο», και παράγει διαρκή μετάθεση του «άλλου» στο αύριο. Υπόσχεται κάθαρση και καταλήγει σε ένα παζλ χωρίς κεντρικό κομμάτι. Πρόκειται για ένα σκηνικό όπου οι πάντες έχουν βεβαιότητες για το ποιος φταίει, αλλά κανείς δεν έχει πλειοψηφική απάντηση για το τι κάνουμε.
Το τελικό συμπέρασμα είναι σκληρό αλλά απλό. Η ύπαρξη μικρών κομμάτων δεν είναι πρόβλημα από μόνη της. Πρόβλημα είναι όταν τα μικρά γίνονται κανόνας και όχι εξαίρεση, όταν η ίδρυση νέου κόμματος γίνεται υποκατάστατο πολιτικής δουλειάς, όταν η μη συνεργασία βαφτίζεται «αξιοπρέπεια» και η ασάφεια βαφτίζεται «νέος λόγος». Τότε το πολιτικό σύστημα δεν παράγει εναλλακτική εξουσίας, παράγει μόνιμη νευρικότητα. Και η νευρικότητα, σε μια χώρα που χρειάζεται επενδύσεις, θεσμική συνέχεια και στοιχειώδη προβλεψιμότητα, είναι περιττή πολυτέλεια.












