Γράφει ο Δημήτριος Βουδούρης *
Υπάρχει μια σκέψη του ψυχιάτρου Gabor Maté που με συγκλονίζει κάθε φορά που την αναλογίζομαι: «Κάθε εθισμός είναι μια προσπάθεια πρόσκαιρης ανακούφισης από ένα βαθύ συναίσθημα ντροπής και πόνου». Όχι μια αδυναμία χαρακτήρα. Όχι μια έλλειψη θέλησης. Μια προσπάθεια να μουδιάσεις για λίγο αυτό που δεν αντέχεις να νιώσεις. Αυτή η θέση αποτέλεσε την αφορμή για το άρθρο αυτό, γιατί περισσότερο από ποτέ συνειδητοποιώ ότι η παχυσαρκία δεν είναι ένα πρόβλημα διατροφής, αλλά ένα πρόβλημα ανθρώπου.
Παρά τις αμέτρητες πληροφορίες, τις δίαιτες, τα προγράμματα, τις θεραπείες και τα νέα φάρμακα όπως τα GLP-1, η παχυσαρκία όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά διογκώνεται. Η επιστημονική γνώση ας θεωρήσουμε ως δεδομένο πως υπάρχει. Παρά την αναπόφευκτη ~και λόγω της δίχως μέτρο εξάπλωσης των social media~ παραπληροφόρηση που ασφαλώς και δημιουργεί σύγχυση στον κόσμο, δε μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο κόσμος δε γνωρίζει. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί και να βρει λάθη και παραλείψεις και από την πλευρά των ειδικών. Θα μπορούσε να ισχυριστεί και να πατήσει πάνω στην, και από τους «ειδικούς» προερχόμενη, καλλιέργεια της κουλτούρας της δίαιτας και των μεγάλων υποσχέσεων. Και θα έχει δίκιο αν το ισχυριστεί. Υπάρχει όμως κάτι απείρως σημαντικότερο και υπάρχει, εάν μπορείς να το διακρίνεις, μέσα στα λόγια του Gabor Maté τα οποία ανέφερα στην εισαγωγή. Και η παχυσαρκία καλπάζει. Και είμαι σίγουρος πως θα συνεχίσει να το κάνει. Κι αυτό συμβαίνει επειδή δεν αντιμετωπίζουμε την πραγματική της φύση. Η παχυσαρκία δεν είναι, απλά, μια ανισορροπία θερμίδων. Είναι μια ανισορροπία σχέσης. Είναι ψυχικό, κοινωνικό και βαθιά ανθρώπινο φαινόμενο. Και όσο η κοινωνία μας απομακρύνεται από τον άνθρωπο, τόσο η παχυσαρκία θα επεκτείνεται.
Δεν είμαι αισιόδοξος. Όχι επειδή δεν υπάρχουν λύσεις, αλλά επειδή ο κόσμος μας οργανώνεται γύρω από συνθήκες που αποτελούν το τέλειο έδαφος για την άνθηση των εθισμών. Κι ένας από τους βασικότερους, σήμερα, είναι το φαγητό. Ο άνθρωπος δεν γίνεται παχύσαρκος επειδή πεινά. Γίνεται παχύσαρκος επειδή «πονά». Το υπερβολικό φαγητό λειτουργεί όπως κάθε εθισμός: παράγει ντοπαμίνη, μουδιάζει τη θλίψη, κατευνάζει την αγωνία, σβήνει για λίγο το εσωτερικό κενό. Κάνει ακριβώς αυτό που κάνουν το αλκοόλ, ο τζόγος, οι εξαρτήσεις στην ταχύτητα, η υπερβολική κατανάλωση, η ψηφιακή φυγή. Στην ουσία, κάνουν όλοι το ίδιο πράγμα: προσφέρουν μια προσωρινή έξοδο από ένα συναίσθημα που δεν αντέχεται. Όλα αυτά έχουν κοινή ρίζα: την ανάγκη να μη νιώσω.
Στο παραπάνω πλαίσιο προστίθεται και ένας ακόμη παράγοντας, εξίσου καθοριστικός: η εύκολη πρόσβαση σε εξαιρετικά επεξεργασμένες τροφές. Τροφές σχεδιασμένες τεχνικά για να «νικούν» το νευρικό μας σύστημα, να παρακάμπτουν τους φυσικούς μηχανισμούς κορεσμού και να πυροδοτούν συνεχείς εκρήξεις ντοπαμίνης. Δεν μιλάμε πια για τροφή που θρέφει, αλλά για τροφή που διεγείρει. Για προϊόντα που λειτουργούν σαν ουσίες, όχι σαν γεύματα. Αυτές οι τροφές μεταβάλλουν την χημεία του εγκεφάλου, τροποποιούν το σύστημα ανταμοιβής και δημιουργούν έναν αυτοενισχυόμενο κύκλο craving–κατανάλωσης, όπου το σώμα δεν ζητά τροφή, αλλά το «χτύπημα» που προσφέρει.
Παράλληλα, γνωρίζουμε πλέον πως η διατροφή επηρεάζει άμεσα και το εντερικό μικροβίωμα — έναν ολόκληρο κόσμο μικροοργανισμών που επικοινωνεί με τον εγκέφαλο μέσω του νευρικού πνευμονογαστρικού άξονα. Όταν κυριαρχούν επεξεργασμένες τροφές, το μικροβίωμα μεταβάλλεται και αρχίζει να «ζητά» εκείνες ακριβώς τις ουσίες που το διατηρούν σε ανισορροπία. Δεν είναι «θέλω γλυκό». Είναι «το μικροβίωμα με κατευθύνει προς το γλυκό». Το σώμα παύει να είναι ουδέτερος παρατηρητής και γίνεται ενεργός συμμέτοχος στη συντήρηση του εθισμού.
Σε όλα αυτά προστίθεται η χρόνια φλεγμονή που εγκαθίσταται σε οργανισμό με αυξημένο βάρος. Η φλεγμονή αυτή δεν είναι αθώα· επηρεάζει άμεσα τις ορμόνες της πείνας και του κορεσμού, όπως τη λεπτίνη και τη γκρελίνη, με αποτέλεσμα να ανατρέπεται ο φυσικός μηχανισμός αίσθησης πληρότητας. Το σώμα, παραπλανημένο βιοχημικά, «φωνάζει» ότι πεινά ακόμη κι όταν έχει ήδη λάβει υπεραρκετή ενέργεια. Κάθε παραπάνω κιλό, κάθε ακόμη φλεγμονώδης εστία, ενισχύει την ενδοκρινική αυτή απορρύθμιση, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο όπου η παχυσαρκία δεν είναι απλώς αποτέλεσμα εθισμού, αλλά και αίτιο που τον συντηρεί και τον βαθαίνει.
Γι’ αυτό και οι άνθρωποι που παλεύουν με την παχυσαρκία δεν χρειάζονται άλλον έναν διατροφικό κανόνα. Χρειάζονται κάτι που λείπει απ’ την εποχή μας: επαφή. Ανθρώπινη παρουσία. Συναισθηματική ανακούφιση. Έναν χώρο να μιλήσουν στα ίσα για αυτό που τους βαραίνει. Γιατί η καρδιά του προβλήματος δεν βρίσκεται στο στομάχι, αλλά στην ψυχή.
Αν κάτι χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή είναι η πρωτοφανής μοναξιά της. Ζούμε μέσα σε πλήθη, αλλά δεν συναντιόμαστε πραγματικά. Επικοινωνούμε ασταμάτητα, αλλά μιλάμε ελάχιστα. Ζούμε σε σχέσεις που συχνά μοιάζουν με ηχώ, όχι με διάλογο. Η ανθρώπινη παρουσία αντικαθίσταται σταδιακά από ψηφιακά ίχνη, ειδοποιήσεις, εικόνες, περιεχόμενο. Η ταχύτητα δεν επιτρέπει βάθος. Η κούραση δεν επιτρέπει ενδοσκόπηση. Ο θόρυβος δεν επιτρέπει αλήθεια.Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το φαγητό δεν λειτουργεί πλέον ως τροφή, αλλά ως συνοδός στη μοναξιά. Ως καταφύγιο μετά από μια μέρα χωρίς πραγματική επαφή. Ως αγκαλιά που δεν υπάρχει. Ως φίλος που δεν βρίσκεται κάπου να ακούσει. Ως βραδινή απόδραση από ένα συναίσθημα που δεν ξέρουμε πώς να το αγγίξουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι η παχυσαρκία αυξάνεται κυρίως σε κοινωνίες με υψηλό ατομικισμό και χαμηλή κοινωνική συνοχή.
Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι πολλές φορές η παχυσαρκία πλήττει ανθρώπους που βιώνουν ντροπή, απόρριψη, μομφή, υπαρξιακή κόπωση. Όταν η ντροπή δεν βρίσκει κατανόηση, αναζητά μούδιασμα. Κι όταν η ψυχή υποφέρει, το σώμα αναλαμβάνει να προστατέψει και να στηρίξει την κατάσταση, έστω και με λάθος τρόπο.
Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρώ πως η παχυσαρκία θα αυξάνεται τα επόμενα χρόνια. Όχι επειδή αποτυγχάνουμε στις δίαιτες, αλλά επειδή καταρρέουν οι συνθήκες που επιτρέπουν στον άνθρωπο να νιώθει. Ο σύγχρονος ρυθμός ζωής γίνεται απάνθρωπος: γρήγορος, απαιτητικός, αφόρητος. Η επικοινωνία απο-ανθρωποποιείται. Οι σχέσεις συρρικνώνονται. Οι κοινότητες διαλύονται. Η ψηφιακή ζωή καταλαμβάνει τον χώρο της πραγματικής. Τα social media αντικαθιστούν τον διάλογο. Οι ειδοποιήσεις αντικαθιστούν τη σκέψη. Το scroll αντικαθιστά την ηρεμία. Και ο θόρυβος αντικαθιστά την επαφή. Η προσοχή μας κατακερματίζεται. Η κατανάλωση γίνεται άμεση, διαθέσιμη, ασταμάτητη. Και πάνω απ’ όλα, οι άνθρωποι εσωτερικεύουν όλο και περισσότερο την ιδέα ότι είναι μόνοι τους. Όλο αυτό, πρόσεξε, δεν αλλάζει απλά τη βιοχημεία του κορμιού μας καθώς αυτό φορτώνει κιλά. Πριν από αυτό ξεκινά να αλλάζει και να αναδιαμορφώνεται η ίδια η αρχιτεκτονική του εγκεφάλου μας. Μοιάζει σαν από ταινία επιστημονικής φαντασίας αλλά είναι η πραγματικότητα. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η παχυσαρκία δεν είναι παρέκκλιση. Είναι αναμενόμενη. Είναι το φυσικό επακόλουθο ενός συστήματος που παράγει συνεχώς συναισθηματική αποσύνδεση και προσφέρει ασταμάτητα γρήγορες λύσεις ντοπαμίνης. Το φαγητό, σε αυτήν την εξίσωση, γίνεται το πιο εύκολο «ηρεμιστικό» μιας κοινωνίας που βρίσκεται εν μέσω νευρικού κλονισμού και κατάρρευσης.
Αν περιμένουμε ότι μια δίαιτα, ένα φάρμακο ή μια νέα μόδα θα ανατρέψει αυτές τις συνθήκες, γελιόμαστε. Τα φάρμακα βοηθούν και μάλιστα σημαντικά. Οι δίαιτες έχουν τη θέση τους ως βραχύχρονες λύσεις. Τα έχουμε ξαναπεί η ανάπτυξη κουλτούρας διατροφικής φροντίδας είναι το κλειδί. Και από δίπλα και η κουλτούρα της άσκησης και της φυσικής δραστηριότητας γενικότερα…Αλλά τίποτα από αυτά δεν μπορεί να μετασχηματίσει το ψυχικό τοπίο ενός ανθρώπου που ζει διαρκώς μέσα στην αποξένωση. Η αλλαγή δεν έρχεται από το άθροισμα των θερμίδων. Έρχεται από το άθροισμα των σχέσεων. Γι’ αυτό και, στο τέλος, τα πάντα αποτυγχάνουν και τα κιλά επιστρέφουν. Και τα επίπεδα αυτοεκτίμησης, επιπλέον, κατακρημνίζονται και, ασφαλώς, το αίσθημα της ντροπής και της ανεπάρκειας απογειώνονται.
Η παχυσαρκία είναι, επιπλέον, πρόβλημα κοινωνίας, όχι ατόμου. Είναι σύμπτωμα μιας εποχής που δίνει στον άνθρωπο όλα εκτός από αυτό που πραγματικά χρειάζεται: σύνδεση, ανήκειν. νόημα. Δεν είμαι αισιόδοξος για την παχυσαρκία ως κοινωνικό φαινόμενο. Αλλά είμαι αισιόδοξος για κάτι πιο μικρό και ίσως πιο σημαντικό: για τις στιγμές που δύο άνθρωποι συναντιούνται αληθινά. Για τις στιγμές που κάποιος επιλέγει να νιώσει αντί να φάει. Και αν φάει να το κάνει συνειδητά. Για τις στιγμές που το χέρι απλώνεται και βρίσκει άλλο χέρι. Σε αυτές τις μικρές στιγμές, υπάρχει η μόνη πραγματική θεραπεία που γνωρίζω: η ανθρώπινη παρουσία και σύνδεση. Θα σταθώ εδώ λοιπόν, αφήνοντας για επόμενο άρθρο κάτι πραγματικά σπουδαίο. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος του διατροφολόγου και ποιο το πλαίσιο συνεργασίας ώστε να βοηθηθεί πραγματικά ο «διαιτώμενος»; Πως θα μπορούσαν να λειτουργούν οι χώροι άσκησης ώστε να προάγουν την κουλτούρα της φροντίδας μέσω άσκησης; Φαντάζεσαι νομίζω που θα πάει η κουβέντα στο επόμενο άρθρο; Σύνδεση…
* ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒSc, HND, PhDc
O Βουδούρης Δημήτρης γεννήθηκε το Δεκέμβριο του 1972 στην Αθήνα. Πραγματοποιώντας την επιθυμία του, κατόπιν Πανελλήνιων Εισαγωγικών εξετάσεων το 1991 εισήχθη στο Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών απ΄όπου και αποφοίτησε με την ειδικότητα της Ειδικής Φυσικής Αγωγής. Από τα φοιτητικά του, κιόλας, χρόνια μπήκε στην αγορά του Fitness εργαζόμενος σε μεγάλα γυμναστήρια της Αθήνας ως Fitness instructor ενώ περιοδικά εμφανιζόταν σε τηλεοπτικές εκπομπές με σχετική θεματολογία.
Από το 2000 κι έπειτα ασχολήθηκε με την προσωπική εκγύμναση ανθρώπων με σκοπό την βελτίωση της λειτουργικότητάς των ασκούμενων και την βελτίωση της φυσικής τους κατάστασης. Η δίψα του για νέα γνώση και βελτίωση των επαγγελματικών του δεξιοτήτων τον οδήγησε σε ένα νέο κύκλο σπουδών, 2ετούς διάρκειας, στο Αττικό κολέγιο στην επιστήμη της Διατροφής. Έπειτα από 2 χρόνια σπουδών απέκτησε το HND in Dietetics από το Cambridge Regional College (2013) και ένα χρόνο μετά εκπαιδεύτηκε πάνω στις Διατροφικές Διαταραχές και την Παχυσαρκία μέσω του προγράμματος του National Centre of Eating Disorders στη Μεγάλη Βρετανία (2014), αποκτώντας 6 μήνες μετά τον σχετικό τίτλο.
Το 2018 εισήχθη ως Μεταπτυχιακός φοιτητής στην Ιατρική Σχολή Αθηνών στο πρόγραμμα της Μοριακής και Εφαρμοσμένης Φυσιολογίας απ’ όπου και αποφοίτησε με «Άριστα» (9,7) τον Οκτώβρη του 2020. Από τον Μάη του 2023 συνεχίζει τις σπουδές του ως Διδακτορικός Φοιτητής στην Ιατρική Σχολή Αθηνών με το ερευνητικό του ενδιαφέρον να εστιάζει στην γυναικεία εμμηνόπαυση, την παχυσαρκία και το Healthy Ageing.
Είναι εκπαιδευτής στο Κέντρο Εκπαίδευσης & Αντιμετώπισης Διατροφικών Διαταραχών και συνεχίζει, ακούραστα να γυμνάζει ως προσωπικός trainer στο γυμναστήριό του στο Νέο Ηράκλειο κόσμο και να τους εκπαιδεύει ταυτόχρονα σε ένα φροντιστικό μοντέλο σκέψης.
Eπικοινωνία: voudoudi@med.uoa.gr , Επικοινωνήστε μαζί μου – Βουδούρης Δημήτριος (healthex.gr), Facebook












