Η συνάντηση του Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις 11 Φεβρουαρίου στην Άγκυρα επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, σε μια περίοδο όπου το κλίμα εμφανίζεται μεν πιο ήπιο, αλλά οι πραγματικές διαφορές παραμένουν άλυτες και βαριές. Η ανακοίνωση έγινε από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος έσπευσε να βάλει σαφή όρια, επαναλαμβάνοντας με έμφαση ότι η Ελλάδα προσέρχεται στον διάλογο με αυτοπεποίθηση, πίστη στο διεθνές δίκαιο και χωρίς καμία διάθεση υποχώρησης σε ζητήματα κυριαρχίας. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο, η Αθήνα αναγνωρίζει μία και μόνη διαφορά με την Τουρκία, αυτήν της οριοθέτησης ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.
Η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν και η μοναδική διαφορά
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, το πλαίσιο της συζήτησης είναι αυστηρά προσδιορισμένο. Η ελληνική πλευρά επιμένει ότι δεν τίθεται κανένα άλλο ζήτημα στο τραπέζι πέρα από την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, ενώ αποκλείει κατηγορηματικά οποιαδήποτε συζήτηση περί κυριαρχικών δικαιωμάτων ή κόκκινων γραμμών. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογράμμισε ότι η συγκεκριμένη διαφορά μπορεί να επιλυθεί μόνο στη βάση του διεθνούς δικαίου και μόνο μέσω διεθνούς δικαιοδοσίας, στέλνοντας μήνυμα τόσο προς την Άγκυρα όσο και προς το εσωτερικό ακροατήριο.
Το παρασκήνιο της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν
Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι η μετάβαση του πρωθυπουργού στην Άγκυρα γίνεται με στόχο τη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας και την αποφυγή κρίσεων, σε μια διεθνή συγκυρία γεμάτη αστάθεια. Παρά την απουσία σύγκλισης για την εκκίνηση ουσιαστικών συνομιλιών επί της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, η Αθήνα προσβλέπει στη διατήρηση του κλίματος ηρεμίας που έχει αποδώσει συγκεκριμένα αποτελέσματα, όπως η μείωση της παραβατικότητας στον αέρα, η συνεργασία στο μεταναστευτικό, η μείωση των ροών, η διευκόλυνση της βίζας για Τούρκους πολίτες σε 12 νησιά του Αιγαίου και η ενίσχυση του διμερούς εμπορίου.












