Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
της Κωνσταντίνας Δ. Καρακώστα
Επίκουρης Καθηγήτριας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας
Στη φοβερή αναστάτωση που προκάλεσε πάλι ο Αμερικανός πρόεδρος, αλλά και στη βία που κλιμακώνει κάθε φορά η Ρωσία ενάντια στην Ουκρανία, στην ανησυχία για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή που φλέγεται, γενικότερα κάθε φορά που συμβαίνει κάτι σοβαρό σε διεθνές επίπεδο κάθε φορά που γεννιέται μια διεθνής κρίση από το πουθενά και προκαλεί αμηχανία ή ανησυχία, μία είναι η γνώριμη φράση που επανέρχεται σχεδόν αυτόματα στον δημόσιο λόγο: «Η Ευρώπη πλέον δεν υπάρχει, δεν μπορεί να κάνει τίποτα». Άλλοτε χαρακτηρίζεται ως αδύναμη, άλλοτε εμφανίζεται ως ανίκανη, άλλοτε ως ξεπερασμένη και στο τέλος ότι πλέον έχει διαλυθεί, ότι δεν υπάρχει και πρέπει να το καταλάβουμε πια. Ό,τι κι αν συμβεί, η Ευρώπη μοιάζει να φταίει πάντα επειδή δεν αντέδρασε όπως θα έπρεπε.
Αν κάποιος παρακολουθεί μόνο αυτή τη ρητορική, εύκολα σχηματίζει την εικόνα μιας Ένωσης-φαντάσματος: ενός θεσμού που έχει χάσει τη δυναμική του, που παραπαίει και του οποίου το τέλος είναι ζήτημα χρόνου. Το αξιοσημείωτο είναι ότι αυτή η αφήγηση δεν προέρχεται μόνο από εξωτερικούς επικριτές ή δηλωμένους εχθρούς της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Και όμως, αυτή η εικόνα απέχει δραματικά από την πραγματικότητα. Στην πράξη, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά και απρόσμενα συλλογικά επιτεύγματα της σύγχρονης ιστορίας. Ογδόντα χρόνια μετά τον πιο καταστροφικό πόλεμο που γνώρισε η ήπειρος, τα κράτη που συμμετέχουν σε αυτήν συγκαταλέγονται σταθερά στα καλύτερα μέρη του πλανήτη για να ζει κανείς. Οι δείκτες ευημερίας, υγείας, προσδόκιμου ζωής, δημοκρατίας, ελευθερίας και ποιότητας ζωής το επιβεβαιώνουν με κάθε πιθανό τρόπο. Πέρα όμως από τα στατιστικά, η ίδια η Ένωση ως θεσμική κατασκευή όχι μόνο επιβιώνει μέσα σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον, αλλά επιπλέον διευρύνεται και βαθαίνει.
Για δεκαετίες, μια σταθερά επαναλαμβάνεται στην ευρωπαϊκή ιστορία: τα κράτη επιδιώκουν να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Χώρες που μόλις είχαν βγει από αυταρχικά καθεστώτα έσπευσαν να συνδεθούν με έναν χώρο δημοκρατικής σταθερότητας και θεσμικών εγγυήσεων. Η νότια Ευρώπη το έζησε αυτό έντονα, όπως και η ανατολική Ευρώπη μετά την πτώση του σιδηρού παραπετάσματος. Ακόμη και κράτη που επέλεξαν να μη γίνουν πλήρη μέλη, αναζήτησαν στενή συνεργασία και ειδικά καθεστώτα σύνδεσης. Κανείς δεν πιέστηκε να συμμετάσχει, αντίθετα η συμμετοχή ήταν και παραμένει ζητούμενο.
Παράλληλα, η Ένωση προχώρησε σε τολμηρά βήματα: ελεύθερη μετακίνηση χωρίς σύνορα, κοινές πολιτικές, κατάργηση χρεώσεων στην καθημερινή επικοινωνία, ενιαία χρηματοδότηση της έρευνας και της καινοτομίας. Το ίδιο ισχύει και για το κοινό νόμισμα: παρά τις κρίσεις και τις αμφισβητήσεις, όχι μόνο δεν εγκαταλείφθηκε, αλλά συνεχίζει να διευρύνεται.
Η εμμονή να παρουσιάζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση ως αποτυχημένη είναι παραπλανητική. Η Ένωση δεν είναι κράτος, είναι μια ένωση κυρίαρχων κρατών που λειτουργεί με συναίνεση. Σαφώς και έγιναν λάθη, σαφώς και θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί αν θέλει να συνεχίσει να υπάρχει στο μέλλον, ωστόσο η εμμονή στην αποτυχία δεν είναι πολιτική στρατηγική που εγγυάται την μελλοντική της πορεία. Η συστηματική απαξίωση της Ευρώπης εξυπηρετεί πολλούς. Εξωτερικούς αντιπάλους που δεν θέλουν μια ενωμένη ήπειρο, αλλά και εσωτερικούς πολιτικούς που βρίσκουν στις Βρυξέλλες έναν βολικό αποδιοπομπαίο τράγο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση γίνεται έτσι ο πιο εύκολος στόχος: αρκετά ισχυρή για να χρεώνεται τα πάντα, αλλά αρκετά σύνθετη ώστε να παρεξηγείται διαρκώς.












