Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Είδαμε στο 3ο Μέρος ότι, κατά τον Ρ. Lemerle (βλ. Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, σ. 305, σημ. 17): «… Σε τελευταία ανάλυση το Ισλάμ ουσιαστικά γνώρισε και κράτησε από τον ελληνισμό ό,τι είχαν γνωρίσει και κρατήσει και οι Σύριοι, πράγμα πού επιβεβαιώνει ότι οι αραβικές μεταφράσεις γίνονταν συνήθως από τα συριακά και ότι οι μεταφραστές υπήρξαν συχνότατα Σύριοι, προσήλυτοι ή μη στον ισλαμισμό». Όμως δεν ήταν πάντοτε αυτή η διαμεσολάβηση. Τον ίδιο ρόλο έπαιξε σέ μεγάλο βαθμό και η πεχλεβική γλώσσα, στην οποία είχαν μεταφραστεί πολλά ελληνικά έργα από το πρωτότυπο χωρίς την μεσολάβηση της συριακής.
Αυτό υποστηρίζει ο C.A. Nallino, που αναφέρει ότι κατά τον Noldeke ο συριακός ψευδο-Καλλισθένης δεν είχε μεταφραστεί από τα ελληνικά αλλά από τα πεχλεβικά*(1). Αναφέρει ακόμα άλλα τρία ελληνικά επιστημονικά έργα, που μεταφράστηκαν στα αραβικά από τα πεχλεβικά: τα Γεωπονικά του Κασσιανού Βάσσου του Σχολαστικού, την Αστρολογία του Βεττίου Ουάλεντα και τα Παρανατέλλοντα του Τεύκρου. Στο σημείο αυτό ο Ρ. Lemerle μεταφέρει μίαν αξιόλογη πληροφορία. Γράφει:
«Υπενθυμίζουμε επίσης ότι ο D. Pingree δημοσίευσε πρόσφατα για πρώτη φορά την ελληνική μετάφραση -που έγινε στα τέλη περίπου του 10ου αιώνα του μεγάλου έργου του Άραβα αστρολόγου Abu Mashar, ο οποίος έζησε τον 9ο αιώνα: Abu-masaris, De revolutionibus nativitatum, Λειψία (Teuber), 1968.
Όμως ο συγγραφέας αυτός εμπνεύσθηκε από το έργο του Έλληνα αστρονόμου Δωροθέου από την Σιδώνα (1ος μ.Χ. αι.), πού μεταφράστηκε στα πεχλεβικά τον 3ο αιώνα και έπειτα από τα πεχλεβικά στα αραβικά γύρω στα 800. Και η πραγματεία του ίδιου του Abu Mashar μεταφράστηκε με την σειρά της στα περσικά και ελληνικά, μετά την ελληνική αυτήν μετάφραση του 10ου αιώνα, στα λατινικά τον 13ο αιώνα και τέλος στα γαλλικά».*(2)
{– Σημ.1– CA Nablino, Tracce di opere grechc giuntc agli Arabiper fraflla pehlevica, Oriental Studies presented to E.G. Browwe, Cambridge 1922, σσ. 345-363.__Σημ. 2– Πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, 300, σημ. 2)
Εκτός από τον Δωρόθεο ο Abu Mashar άντλησε στοιχεία από το έργο του Τεύκρου Βαρβαρική σφαίρα, του οποίου είχε γίνει περσική μετάφραση το 542. Ο Άραβας αστρονόμος δεν άργησε να γίνει μία «…σημαντική πηγή πρώιμης ελληνιστικής παράδοσης σχετικά με τούς αστερισμούς», όπως τονίζει ο Ο. Neugebauer (βλ. Οι θετικές επιστήμες στην αρχαιότητα, σ.215.), που σημειώνει επίσης τα εξής για την ανάπτυξη τής αστρολογίας τών Ελλήνων:
«Για τον ιστορικό του πολιτισμού η αστρολογία δεν αποτελεί μόνον ένα από τα σημαντικά φαινόμενα του ελληνιστικού κόσμου αλλά και εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο, για να διερευνηθεί η μετάδοση της ελληνιστικής σκέψης. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί ο Abu Mashar, ο οποίος πέθανε το 886 και στάθηκε ένας από τούς πρώτους εκπροσώπους τής ελληνιστικής αστρολογίας ανάμεσα στους Άραβες».
Η αξία του έργου τού Abu Mashar είναι πολλαπλή. Επηρέασε την αστρολογική έρευνα τής εποχής του, επιρροή που έφτασε να απλωθεί ακόμα και σε καλλιτεχνικές απεικονίσεις.*35 Οι πολλές μεταφράσεις τών έργων -στα λατινικά, στα ελληνικά, στα εβραϊκά και από τα εβραϊκά στα λατινικά- έδωσαν την δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών και σχολιασμών και άσχετα αν οι περισσότερες από αυτές τις μεταφράσεις δεν ήταν παρά μόνο ελεύθερες διασκευές ενσωματωμένες σε γενικότερα έργα, εν τούτοις συνέβαλαν στην κριτική θεώρηση τής αστρολογικής έρευνας. Γι’ αυτό το «αλληλο-ερμηνευτικό» μπέρδεμα ο Ο. Neugebauer (στo ίδιο, σελ. 216.) σημειώνει:
«Υπάρχουν μάλιστα και πλήρεις κύκλοι μεταφράσεων και δανείων από (και στην συνέχεια προς) τα ελληνικά, π.χ. κεφάλαια από ένα αστρολογικό ποίημα γραμμένο σε εξάμετρο του Δωρόθεου από την Σιδώνα (1ος αιώνας μ.Χ.) χρησιμοποιήθηκαν από τον Abu Mashar, ο οποίος, με την σειρά του, αποτέλεσε τo πρότυπο ενός βυζαντινού διαλόγου πού έχει τον τίτλο Έρμιππος. Όμοιοι κύκλοι μπορεί να δειχτεί ότι υπάρχουν και στην περίπτωση αστρονομικών πινάκων και πραγματειών πού έφτασαν στο Βυζάντιο».
Επιπρόσθετα ένα άλλο στοιχείο, που κάνει ακόμα πιο σημαντικό το έργο του Abu Mashar, είναι ότι μέσα από αυτό μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα όρια διάδοσης ή επηρεασμού τής ελληνιστικής επιστήμης. Τουλάχιστον για την ινδική αστρονομία, την τόσο έντονα επηρεασμένη από την ελληνιστική παράδοση, τα ίχνη είναι όχι έντονα άλλα αποδεδειγμένα. Υπήρξε επιρροή μεγάλης κλίμακας, ένα θέμα που περίπου δεν έχει μελετηθεί καθόλου από ελληνικής πλευράς.
Ο Abu Mashar στο έργο του αναφέρεται σε ινδικούς αστερισμούς τού Varaba Misira, «…του ίδιου συγγραφέα του 6ου αιώνα μ.Χ. πού στο αστρονομικό έργο του συναντήσαμε την χρήση τών γραμμικών μεθόδων για τον υπολογισμό τής σεληνιακής κίνησης, οι οποίες επίσης μάς είναι γνωστές από ελληνικούς παπύρους και τελικά, από πινακίδες τής σφηνοειδούς γραφής. Ακολουθώντας τα αδιαμφισβήτητα ίχνη πολύ συγκεκριμένων αστρολογικών δογμάτων, μπορεί κανείς να αποκαταστήσει τον δρόμο ο οποίος συνέδεε την ελληνιστική Μεσοποταμία με την ελληνιστική Αίγυπτο, με την προμωαμεθανική Περσία και με την Ινδία».(- Neugebauer, στο ίδιο 216).
Επιστρέφουμε λοιπόν στην αρχική πρόταση: ότι αυτή η έξαρση μεταφράσεων ελληνικών έργων στα αραβικά ξεκίνησε και από την Ανατολή προς την Δύση, δηλαδή από ένα νεο-αναβαθμισμένο ενδιαφέρον για την ελληνική παιδεία, που προερχόταν από την εξελληνισμένη Ανατολή, κυρίως από την Περσία και την Συρία. Όπως και να συνέβη αυτό, δηλαδή μέσω ποιας διαδρομής κ.λπ., σημασία έχει ότι μέρος τής ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς -κυρίως στις θετικές επιστήμες πέρασε στους Άραβες και από αυτούς μεταδόθηκε αργότερα σε ευρύτερα τμήματα του μεσαιωνικού Δυτικού κόσμου, συμβάλλοντας στην πνευματική του ανάπτυξη.
Αυτή ακριβώς η επαφή ενός κόσμου, του Δυτικοευρωπαϊκού, με την ελληνική παιδεία τον βοήθησε να ξεφύγει από τα μεσαιωνικά σκοτάδια και να αντλήσει στοιχεία τέτοια, που του επέτρεψαν να αναθεωρήσει την «στάση» του απέναντι στον Άνθρωπο και τα περί αυτόν. Έτσι ή κάπως έτσι ξεκίνησε η Αναγέννηση. Φυσικά αυτή είναι μία άποψη πολύ γνωστή και γενικά αποδεκτή, αλλά δεν βλάπτει να την υπενθυμίζουμε όποτε μπορούμε.
Ο R. Μenendez-Pidal σ’ ένα αρκετά κατατοπιστικό άρθρο του τονίζει ότι η άνθιση τών επιστημών στην αραβική Ισπανία, κυρίως στο Τολέδο, είναι στην ουσία ελληνική. Πρόκειται για αραβικές μεταφράσεις έργων ελληνικών, πλουτισμένων πολλές φορές με αραβικά σχόλια, έργων που έφτασαν στο Τολέδο σε μεγάλο αριθμό και ξαναμεταφράστηκαν στα ισπανικά ή στα λατινικά.(Βλ. La Table ronde, αριθ. 144, Δεκεμ. 1959, σελ. 41-61. επίσης R. Walzer, Arabic transmission on Greek thought to Medieval Europe, Bulletin of the John Rylands Librady, 29, 1945-1946, σελ. 160-183).
Στο σημείο αυτό ο Ρ. Lemerle (βλ. 7. Paul Lemerle, Ο πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός (είδικά στο B’ κεφάλαιο), σελ. 33. Αθήνα 1985) κάνει ένα ενδιαφέρον σχόλιο, λέγοντας:
«Θα ήταν πολύ χρήσιμο να συγκεντρώσει κανείς και να ερμηνεύσει από την αρχή όλες τις γνωστές μαρτυρίες. Αναφέρω μόνον ένα παράδειγμα: υπάρχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την αποστολή στην Κόρδοβα ενός χειρογράφου του Απολλώνιου τού Τυανέα (σύμφωνα με ένα χειρόγραφο πού βρίσκεται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη τής Μαδρίτης). Επίσης για την πολύ γνωστή αποστολή ενός χειρόγραφου του Διοσκουρίδη (πού το έφερε ο μοναχός Νικόλαος Ικανός να το μεταφράσει και να το εξηγήσει στους σοφούς τής Κόρδοβας) στην μελέτη του S.M. Stern».
Στην πραγματικότητα δεν έχει διερευνηθεί ακόμα αυτή η ιστορική πτυχή στην έκταση εκείνη που θα μάς βοηθούσε να προσδιορίσουμε με περισσότερη ακρίβεια το μέγεθος τού επηρεασμού τής Δύσης από την μετάφραση των αρχαίων ελληνικών κειμένων, που τής παραδόθηκαν διά μέσου τών αραβικών μεταφράσεων, ακόμα και μέχρι την εποχή μας. Και τα έργα αυτά όχι μόνο μεταφράστηκαν από τα αραβικά στα λατινικά και γενικά στις διάφορες δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες, αλλά αρκετές φορές η Δύση βγήκε διπλά κερδισμένη, αφού οι αραβικές μεταφράσεις αφορούσαν και σε χαμένα έργα, όπως π.χ. στο έργο του Α. Badawi όπου υπάρχουν πολλές αναφορές «…κειμένων χαμένων στα ελληνικά, πού ξαναβρέθηκαν σε αραβική μετάφραση», και τα όποια αργότερα μεταφράστηκαν στα γαλλικά (βλ. Α. Badawi, La transmission dela philosophie greque on monde Arabe, Paris 1968.).












