Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
της Κωνσταντίνας Δ. Καρακώστα
Επίκουρης Καθηγήτριας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας
Η τεράστια επιτυχία της ταινίας Καποδίστριας του Γιάννη Σμαραγδή δεν είναι απλώς ένα κινηματογραφικό γεγονός. Είναι κάτι πιο σύνθετο για την ελληνική κοινωνία. Γεμάτες αίθουσες, επαναλαμβανόμενα sold out, αυθόρμητα χειροκροτήματα στο φινάλε, δάκρυα συγκίνησης και εθνικής υπερηφάνειας και ταυτόχρονα, σχεδόν καθολική απόρριψη από τους ιστορικούς. Το χάσμα αυτό δεν προκύπτει φυσικά από όρους αισθητικής. Εξηγείται μόνο αν δούμε την ταινία ως αυτό που πραγματικά είναι: μια παρέμβαση στη δημόσια ιστορία και ένα πεδίο ιδεολογικής σύγκρουσης για το παρόν.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας επιστρέφει διαρκώς στη δημόσια σφαίρα όχι επειδή δεν έχει μελετηθεί επαρκώς, αλλά επειδή λειτουργεί ως καθρέφτης συλλογικών επιθυμιών και ματαιώσεων. Πρόκειται για μια ιστορική μορφή που μπορεί να σηκώσει αντιφατικά φορτία: ευρωπαϊστής και πατριώτης, μεταρρυθμιστής και αυταρχικός, θύμα και σωτήρας. Αυτή ακριβώς η αμφισημία τον καθιστά ιδανικό όχημα για σύγχρονες αφηγήσεις που αναζητούν έναν «χαμένο ηγέτη», μια καθαρή μορφή εξουσίας που δεν πρόλαβε – ή δεν του επέτρεψαν – να ολοκληρώσει το έργο του. Η ταινία δεν επιχειρεί να ανοίξει ερωτήματα. Δεν διερευνά την ιστορική πολυπλοκότητα του Καποδίστρια, αλλά στην πραγματικότητα κάνει το ακριβώς αντίθετο. Την ισοπεδώνει. Ο ήρωας παρουσιάζεται ως απόλυτα δικαιωμένος, ενώ κάθε αντίσταση, εσωτερική ή εξωτερική, ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα σκοτεινών μηχανισμών που πολεμούν την Ελλάδα. Πρόκειται για μια αφήγηση που δεν αντέχει τη σύγκρουση, την αμφιβολία, την πολιτική διαφωνία. Δεν αντέχει το διάλογο με όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι απολύτως συστατικά της ιστορικής πραγματικότητας.
Το πρόβλημα επουδενί δεν είναι ότι ο Σμαραγδής υιοθετεί μια εθνικιστική οπτική. Το πρόβλημα είναι ότι την παρουσιάζει ως αυτονόητη ιστορική αλήθεια, απογυμνωμένη από τεκμήρια, πηγές και ερμηνευτικές αποχρώσεις. Η ιστορία μετατρέπεται έτσι σε ένα ηθικό αφήγημα, όπου ο καλός και ο κακός είναι προκαθορισμένοι και ο θεατής καλείται όχι να σκεφτεί, αλλά να συστρατευθεί συναισθηματικά. Σε αυτό το σημείο, ο κινηματογράφος παύει να είναι τέχνη και γίνεται δημόσια ιστορία με δημαγωγικούς όρους. Οι ιστορικές ανακρίβειες δεν είναι απλώς λάθη. Λειτουργούν πλέον πολιτικά, διότι ενισχύουν την ηρωοποίηση και την αγιογράφηση. Και επειδή ο κινηματογράφος καταναλώνεται μαζικά, οι εικόνες αυτές αποκτούν μεγαλύτερη ισχύ από οποιοδήποτε ιστορικό βιβλίο.
Καθοριστική υπήρξε και η επικοινωνιακή στρατηγική που συνόδευσε την ταινία. Ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας εμφανίστηκε ως δήθεν ένα απαγορευμένο θέμα. Το αποτέλεσμα ήταν η συσπείρωση ενός επιθετικού δημόσιου λόγου, όπου κάθε κριτική εκλαμβάνεται ως εχθρική πράξη και κάθε αντίρρηση ως απόδειξη συνωμοσίας. Σε αυτή τη συνθήκη, ο Καποδίστριας δεν λειτουργεί πλέον ως ιστορικό πρόσωπο. Λειτουργεί ως μετωνυμία: της εθνικής ταυτότητας που «βάλλεται», της θρησκευτικής παράδοσης που «διώκεται», της Ελλάδας που «δεν την αφήνουν να σηκώσει κεφάλι». Η ταινία γίνεται αφορμή για να εκφραστούν ήδη υπάρχουσες πολιτισμικές και πολιτικές διαιρέσεις, όχι για να ανοίξει ένας ουσιαστικός διάλογος για το παρελθόν.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη επιτυχία του εγχειρήματος να μην είναι τα εισιτήρια. Είναι ότι, ανάμεσα στους δύο Ιωάννιδες, το επίκεντρο της συζήτησης δεν είναι ο Καποδίστριας, αλλά ο Σμαραγδής. Και αυτό λέει πολλά – όχι για τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε σήμερα να χρησιμοποιούμε την Ιστορία.












