Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Ο Χουναΐν’Ίμπν-Ισάκ (Hunain ibn lshaq al-Abadi) 808-873 μ.Χ. είναι αναμφίβολα η μεγαλύτερη φιλολογική μορφή τής Β΄ μεταφραστικής φάσης (της περιόδου των Αβασσιδών), γνωστός στην Δύση με το εκλατινισμένο όνομα Johannitius (Ιωαννίτιος στα ελληνικά), γεννημένος το 809 στο Hirah του Ιράκ, κοντά στον Ευφράτη, από πατέρα χριστιανό (-νεστοριανό), φαρμακοποιό στο επάγγελμα. Έτυχε λαμπρής παιδείας τόσο στην σχολή τής Basra, όπου τελειοποίησε τα αραβικά του, όσο και στην Βαγδάτη, όπου σπούδασε ιατρική, ενώ άλλα στοιχεία τονίζουν ότι σπούδασε και στην Jundi-Shapur με τον lbn Masawaih. Τα περσικά και ελληνικά τα έμαθε στα διάφορα ελληνικά κέντρα τής Ανατολής και Μ. Ασίας, όπως και στην Αλεξάνδρεια. Επέστρεψε στην Βαγδάτη, όπου προσλήφθηκε ως ιατρός, συγγραφέας και μεταφραστής στην αυλή τού χαλίφη και έζησε μία ζωή γεμάτη από επιστημονικές επιτυχίες και συγγραφική παραγωγή.
Επέζησε τής διακυβερνήσεως δέκα χαλιφών και οι επιτυχίες του, η δόξα του και η περίβλεπτη θέση του ως ιατρού στην αυλή τών χαλιφών είχαν όχι μόνο την ευχάριστη αλλά και την δυσάρεστη πλευρά τους. Παρακίνησαν την ζηλοφθονία αυλικών, φίλων, ακόμη και μαθητών του, που πολλές φορές τον έβλαψε. Ο ίδιος σε επιστολές προς διαφόρους φίλους του μετέφερε την πληροφορία ότι στην Βαγδάτη μαζεύονταν χριστιανοί και διάβαζαν αρχαία κείμενα κι ακόμα ότι οι ελληνικές κοινότητες τής περιοχής είχαν διατηρήσει την χρήση τής Ελληνικής γλώσσας, κυρίως στα μοναστήρια, και ότι ελληνικά χειρόγραφα μπορούσαν να βρεθούν σε πολλές περιοχές τής ισλαμικής επικράτειας.
Ίσως στις παρατηρήσεις του αυτές μπορούμε να διακρίνουμε την δημιουργία μιάς τεράστιας συλλογής ελληνικών πρωτοτύπων χειρογράφων, που συγκέντρωσε στην διάρκεια των πολλών ταξιδιών του στα ελληνιστικά κέντρα τής Ανατολής: Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο, Μεσοποταμία. H μεταφραστική και η συγγραφική του παραγωγή ξεπερνά το συνηθισμένο μέτρο και είναι η αιτία που τόσοι ερευνητές και ιστορικοί ασχολήθηκαν με το έργο του, που στόχος του ήταν να μεταφραστούν στα αραβικά όλα τα έργα των Ελλήνων γιατρών. Διαβάζουμε σχετικά:
«Τα ιατρικά του συγγράμματα, πού διασώθηκαν και βρίσκονται σήμερα στην διάθεση τής έρευνας, μαρτυρούν για την μεγάλη συνεισφορά του στην ιατρική τής εποχής του, και μάλιστα στον ειδικό τομέα τής οφθαλμολογίας. Για την συνεισφορά του αυτήν ομιλούν και οι Άραβες ιατροί τής εποχής εκείνης. Κατά τον Alb Isa έναν από τούς σημαντικότερους οφθαλμίατρους του 10ου και των αρχών του 11ου αιώνα, ο Hunain “συνάθροισε τα άνθη όλων των συγγραμμάτων, τα οποία έγραψαν οι διαπρεπέστεροι ιατροί πριν και μετά τον Γαληνό”. Αλλά το ενδιαφέρον του δεν σταματά εδώ.
Ανάμεσα στις πολυάριθμες μεταφράσεις ιατρικών έργων συγκαταλέγονται και έργα πού αναφέρονται στην λογική, την φιλοσοφία, τις φυσικές επιστήμες και τα μαθηματικά. Ο Hunain αγκάλιασε με το μεταφραστικό αλλά και το συγγραφικό του έργο όχι μόνο τούς Έλληνες ιατρούς και τον Γαληνό, αλλά και τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα. Από τα πολλά σχετικά με τούς φιλοσοφικούς τομείς βιβλία τής προσωπικής του φιλολογικής παραγωγής αξίζει να μνημονεύσουμε εδώ το “Βιβλίο περί Λογικής” και ένα ηθικό παραινετικό γνωμολόγιο με τον τίτλο Ηθικά αποφθέγματα τών φιλοσόφων” (Kitab adab alfalasifa)»
Πιο σωστό θα ήταν αν λέγαμε ότι ο Humain είχε δημιουργήσει μία μεταφραστική σχολή τής οποίας προΐστατο ο ίδιος, όπου κύριους συνεργάτες του είχε τον γιό του lshaq b. Hunain (830-910) και τον ανιψιό του Hubaish bin al-Hasan al-Asam ad-Dimashqi, τους oποίους πλαισίωναν πλήθος λογίων μαθηματικών. Με την συλλογική αυτήν προσπάθεια η ελληνική γνώση -ποιοτικά και ποσοτικά- μετανάστευσε στην αραβική διανόηση και την πότισε με ζωογόνο νερό. Μεταξύ των έργων που μεταφράστηκαν από το πρωτότυπο είναι έργα τών Ιπποκράτη, Γαληνού, Ορειβάσιου, Παύλου του Αιγινίτη, Διοσκουρίδη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη.
Το βοτανικό έργο του Διοσκουρίδη αποτέλεσε την βάση τής αραβικής φαρμακολογίας, ενώ τα έργα του Isa ibn Yahya lbrahim, Σύριου γιατρού από την Δαμασκό, Αφορισμοί και Πανδέκτης είναι εμπνευσμένα από αντίστοιχα ελληνικά. Ο Yusuf al-Quari al-Quash μετέφρασε έργα του Αρχιμήδη και του Γαληνού, ενώ ένας άλλος Άραβας διανοούμενος, ο Khusta ibn Luca al-Balbaki, μετέφρασε έργα του Υψικλή, τα Σφαιρικά του Θεοδόσιου, τα Μηχανικά του Ήρωνα, τα Μετέωρα του Θεόφραστου, έργα του Αυτόλυκου, κατάλογο τών έργων του Γαληνού και έργο του Ιωάννη Φιλόπονου πάνω στα Φυσικά του Αριστοτέλη.
Από την Ανατολή στην Δύση μέσω των αραβικών μεταφράσεων
Οι μεταφράσεις αυτές επηρέασαν πολύ τους Άραβες επιστήμονες και συνέβαλαν στην ανάπτυξη των επιστημών αυτών ακόμα περισσότερο, αλλά παράλληλα ωφέλησαν και την Δύση (Δυτική Ευρώπη), όταν πολλά από αυτά τα έργα μεταφράστηκαν αργότερα στα λατινικά. Ο al-Guarizmi είναι αυτός που εισήγαγε στα αραβικά μαθηματικά το ινδικό σύστημα αρίθμησης, που έγινε γνωστό στην Δύση σαν «αλγόριθμοι» από παραφθορά του ονόματος του εισηγητή του (al-Guarizmi = αλγόριθμοι). Για το θέμα αυτό ο Ο. Neugebauer σημειώνει:
«Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι οι μαθηματικοί και αστρονόμοι του Ισλάμ χρησιμοποίησαν με συνέπεια τα “ινδο-αραβικά” αριθμητικά. Σε γενικές γραμμές τα ινδο-αραβικά αριθμητικά περιορίζονται σε μαθηματικά συμφραζόμενα, ενώ στους αστρονομικούς πίνακες χρησιμοποιούνται τα αλφαβητικά αριθμητικά. Στην Αίγυπτο συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα ελληνικά η κοπτικά αλφαβητικά αριθμητικά για πολλούς αιώνες μετά την κατάκτησή της από τούς Άραβες».
Το έργο του Πτολεμαίου, όπως και πολλών άλλων συγγραφέων, έγινε γνωστό με τον ίδιο επίσης τρόπο, από αραβικές μεταφράσεις που είχαν κάνει συγγραφείς όπως ο al-Guarizmi, ο al-Farghani, ο al-Batani. Ο Muhammad al-Batani (850-929), επηρεασμένος από το έργο τού Πτολεμαίου, υπολόγισε, από το αστεροσκοπείο του στην Αντιόχεια, την μετάπτωση των ισημερινών και διαμόρφωσε μία νέα σειρά αστρονομικών πινάκων. Όμως η μετάφραση από τον Ahmad al-Farghani του έργου του Ευκλείδη Στοιχεία (με τον τίτλο «Ja-wani») επηρέασε ακόμα περισσότερο τους Δυτικούς, αφού μεταφράστηκε δύο φορές στα Λατινικά στο Τολέδο, μία από τον Ιωάννη τής Σεβίλλης (Johannes Hispanensis) στο πρώτο μισό του 12ου αιώνα και πληρέστερα από τον Γεράρδο τής Κρεμόνας, μερικές δεκαετίες αργότερα. Ένα αντίτυπο τής μετάφρασης του Γεράρδου είχε ο Δάντης, από όπου και εμπνεύσθηκε την διάταξη τών σφαιρών και των κύκλων στο έργο του, αλλά γνωστότερη ήταν η μετάφραση του Ιωάννη τής Σεβίλης.
Αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση απ’ όλη αυτήν την τεράστια πολιτισμική ανταλλαγή, είναι το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία τών μεταφράσεων αυτών αφορά σε κείμενα που ανήκουν κυρίως στον χώρο τών θετικών επιστημών παρά στον φιλολογικό. Και είναι δύσκολο να εξηγηθεί το φαινόμενο, αφού την ίδια χρονική περίοδο υπήρχε στο Βυζάντιο μία άνθιση τών ελληνικών σπουδών, που περιλάμβανε, εκτός των άλλων, ποίηση, θέατρο, ρητορική κ.λπ. Έτσι το Ισλάμ «έμεινε έξω από τον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο των Ελλήνων».
Αυτό πιθανόν να οφείλεται στο γεγονός, ότι στα συριακά είχαν μεταφραστεί μόνο παρόμοιας θεματογραφίας έργα, οπότε αναγκαστικά οι αραβικές μεταφράσεις είχαν παρόμοιο περιεχόμενο. Είναι μία σοβαρή άποψη που δεν αντικρούεται εύκολα, και προβάλλεται από αρκετούς μελετητές. Όπως τονίζει και ο Ρ. Lemerle
«… Σε τελευταία ανάλυση το Ισλάμ ουσιαστικά γνώρισε και κράτησε από τον ελληνισμό ό,τι είχαν γνωρίσει και κρατήσει και οι Σύριοι, πράγμα πού επιβεβαιώνει ότι οι αραβικές μεταφράσεις γίνονταν συνήθως από τα συριακά και ότι οι μεταφραστές υπήρξαν συχνότατα Σύριοι, προσήλυτοι ή μη στον ισλαμισμό».
Βασική Βιβλιογραφία:
–Ι.Ν. Δάμπασης, «Oi Νεστοριανοί εκ των ιδρυτών της Ιατρικής και Φιλοσοφικής Σχολής εν Περσία, Παρνασσός, τόμ. Ιθ’, αρ. 3 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1977), σελ. 392-394.
–Π.Π. Παναγιώτου, «Οι πνευματικοί δεσμοί Ελλάδος και Αράβων», Παρνασσός, τόμ. ΚΒ’, αριθ. 4 (Οκτ.-Δεκ. 1980), 524-26.
–Γρηγόριος Δ. Ζιάκας, O Αριστοτέλης στην αραβική παράδοση, Θεσ/νίκη, 1980.
–De Lacy O’ Leary, How Greek Science passed to the Arabs, London 1951.
–Spyridon Vryonis Jr., Βyzantium and lslam Seventh – Seventheenth Century, East European Quarterly, 2, 1968, σελ. 205-240.
— Ρ. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, Αθήνα, 1985.
–T.J. ds Boer. The History of philosophy in Islam, London 1903.
–Stuart Fleming, «lslamic Science in Baghdad: Α Greek inheritance», Archaeology, July-August 1985.
–Μax Meyerhof, «New Light on Hunain ibn and his Period», ISIS, 8 (1926) 685-724.












