Τις δραματικές ώρες που οδήγησαν τον Ντόναλντ Τραμπ να μην δώσει τελικά το πράσινο φως για αμερικανική στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν αποκαλύπτει εκτενές ρεπορτάζ της Washington Post.
Όπως περιγράφεται, το πρωί της Τετάρτης όλα έδειχναν πως η απόφαση είχε ουσιαστικά ληφθεί. Το Πεντάγωνο είχε θέσει σε κίνηση κρίσιμα στρατιωτικά μέσα, σύμμαχοι των ΗΠΑ είχαν ενημερωθεί για επικείμενο χτύπημα και το κλίμα στην Ουάσιγκτον παρέπεμπε σε νέα επίδειξη αμερικανικής ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Το σημείο καμπής
Η πρώτη ρωγμή στο «σχεδόν βέβαιο» σενάριο επίθεσης ήρθε όταν ο Στιβ Γουίτκοφ ενημέρωσε τον Τραμπ ότι η Τεχεράνη ακύρωσε μαζικές εκτελέσεις εκατοντάδων κρατουμένων – πληροφορία που επιβεβαιώθηκε αργότερα από τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών. Παράλληλα, άρχισαν να εντείνονται οι προειδοποιήσεις για τις απρόβλεπτες συνέπειες ενός χτυπήματος σε μια ήδη εύφλεκτη περιοχή.
Στο εσωτερικό του Λευκού Οίκου σχηματίστηκαν καθαρά «στρατόπεδα». Σκληροπυρηνικοί αξιωματούχοι, όπως ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ, πίεζαν υπέρ της επίθεσης, προβάλλοντας εικόνες βίας του ιρανικού καθεστώτος. Άλλοι, όμως –μεταξύ τους η προσωπάρχης Σούζι Γουάιλς και ο ίδιος ο Γουίτκοφ– προειδοποιούσαν ότι ένα τέτοιο βήμα θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου.
Τα τηλεφωνήματα των συμμάχων
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν τα τηλεφωνήματα από Άραβες συμμάχους των ΗΠΑ. Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ομάν και Αίγυπτος ζήτησαν αυτοσυγκράτηση, φοβούμενοι ότι μια αμερικανική επίθεση θα πυροδοτούσε αλυσιδωτές αντιδράσεις, με σοβαρές επιπτώσεις στην ασφάλεια και στην οικονομία της περιοχής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η παρέμβαση του πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο οποίος μετέφερε προσωπικά στον Τραμπ τις ανησυχίες του για το πώς θα αντιδρούσε η Τεχεράνη. Την ίδια ώρα, ακόμη και το Ισραήλ, μέσω του πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου, εξέφραζε επιφυλάξεις, επισημαίνοντας ότι δεν ήταν πλήρως προετοιμασμένο για ένα ενδεχόμενο κύμα ιρανικών αντιποίνων.
Το μήνυμα από την Τεχεράνη και η «ανάλυση κόστους-οφέλους»
Την τελική ώθηση προς την αναστολή των επιθέσεων έδωσε μήνυμα του Ιρανού ΥΠΕΞ Αμπάς Αραγτσί προς τον Γουίτκοφ, την ώρα που η Τεχεράνη αντιλαμβανόταν τις αμερικανικές στρατιωτικές μετακινήσεις. Για τον Τραμπ, όλα κατέληξαν σε μια ψυχρή «ανάλυση κόστους-οφέλους»: οι πιθανές συνέπειες –ευρύτερη αποσταθεροποίηση, οικονομικές αναταράξεις και απειλές για χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες– φάνηκαν να υπερτερούν των όποιων οφελών.
Η απόφαση, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει περάσει. Όπως σημειώνει η Washington Post, οι στρατιωτικές επιλογές παραμένουν στο τραπέζι και το παράθυρο ενός πιθανού χτυπήματος μπορεί να ανοίξει ξανά τις επόμενες εβδομάδες, αν οι συνθήκες αλλάξουν. Για την ώρα, όμως, η διπλωματία –και ο φόβος του χάους– επικράτησαν.












