Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
της Κωνσταντίνας Δ. Καρακώστα
Επίκουρης Καθηγήτριας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας
Το 2026, σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία που τυπικά έχει ξεκαθαρίσει εδώ αιώνες φιλοσοφικά τη διαφορετική λειτουργία των θεσμών του κράτους και της θρησκείας και μάλιστα έχει διανύσει πολλούς αιώνες ιστορικών συγκυριών, επανεμφανίζεται ένα φαινόμενο που θα περίμενε κανείς να έχει μείνει στα εγχειρίδια της πολιτικής ανθρωπολογίας: η ιδέα ότι η πολιτική μπορεί και πρέπει να χαράσσεται από εκκλησιαστικούς ή παρεκκλησιαστικούς κύκλους.
Το λεγόμενο «κόμμα Καρυστιανού» λειτουργεί ως αφορμή για μια ευρύτερη συζήτηση, όχι τόσο για το συγκεκριμένο πολιτικό εγχείρημα, όσο για το υπόστρωμα σκέψης που το καθιστά εφικτό και, για ορισμένους, ελκυστικό ώστε να το κατατάσσουν ψηλά στις εκλογικές τους προτιμήσεις.
Η πολιτική, σε αυτή την εκδοχή της παίρνει μια άλλη διάσταση καθώς δεν παρουσιάζεται πλέον ως πεδίο σύγκρουσης ιδεών, προγραμμάτων και κοινωνικών αναγκών, αλλά ως προέκταση μιας «βαθιάς πνευματικής καθοδήγησης». Δίκτυα επιρροής, διασυνδέσεις στον ορθόδοξο χώρο, μοναστηριακά κέντρα με έντονη ισχύ και οικονομική δύναμη συνθέτουν ένα άτυπο σύστημα εξουσίας που διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή των πολιτικών εξελίξεων. Το πρόβλημα δεν είναι η πίστη καθαυτή. Ποιος θα μπορούσε άλλωστε να ψέξει το θεμελιώδες δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Το πρόβλημα δημιουργείται από τη στιγμή που η πίστη μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η επίκληση της «μεταφυσικής» ως πηγής πολιτικής νομιμοποίησης. Όταν μια ηγουμένη ορθόδοξου μοναστηριού εμφανίζεται ως πνευματική καθοδηγήτρια πολιτικών επιλογών με σαφές κομματικό κέρδος και αντίκρισμα, το ζήτημα παύει να είναι θεολογικό και γίνεται ουσιωδώς πολιτικό. Δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια προσωπική πνευματική σχέση, αλλά με την παραδοχή ενός μοντέλου εξουσίας όπου η λογοδοσία δεν απευθύνεται στους πολίτες. Απευθύνεται σε έναν υποτιθέμενο υπερβατικό φορέα αλήθειας. Η πολιτική απόφαση παύει να είναι αποτέλεσμα ορθολογικής επεξεργασίας και κοινωνικής διαβούλευσης και βαπτίζεται «θέλημα» ή «φώτιση».
Αυτού του τύπου οι πρακτικές υπηρετούν συχνά αμφιλεγόμενες πολιτικές σκοπιμότητες. Η επίκληση του ιερού λειτουργεί αποτρεπτικά για την κριτική: όποιος διαφωνεί, κινδυνεύει να στιγματιστεί όχι ως πολιτικός αντίπαλος, αλλά ως ηθικά ή πνευματικά ελλιπής ακόμη και ως ιερόσυλος. Πρόκειται για μια παλιά, δοκιμασμένη τεχνική εξουσίας, που μεταμφιέζει την πολιτική αντιπαράθεση σε μάχη ανάμεσα στο «φως» και το «σκότος». Και, όπως γνωρίζουμε ιστορικά, τέτοιες διχοτομήσεις δεν εξέφρασαν ποτέ ώριμες δημοκρατίες.
Η Ελλάδα, με τη βαριά ιστορική της σχέση ανάμεσα στην Ορθοδοξία και την εθνική ταυτότητα, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε τέτοιου είδους αφηγήσεις. Όμως το γεγονός ότι αυτές επανέρχονται το 2026 είναι σαφέστατη ένδειξη πνευματικού μεσαίωνα και δημοκρατικού κατήφορου, είναι σύμπτωμα πολιτικής αδυναμίας. Όταν η πολιτική δεν είναι σε θέση να πείθει με επιχειρήματα, αναζητά δεκανίκια στο υπερβατικό. Όταν δεν μπορεί να αρθρώσει πειστικό λόγο για την κοινωνία, καταφεύγει στην αυθεντία των μοναχών και των καλογραιών.
Η μετατροπή της πίστης σε πολιτικό εργαλείο δεν προσβάλλει μόνο τη δημοκρατία. Προσβάλλει και την ίδια την πίστη. Τη φθείρει, τη μικραίνει, τη μετατρέπει σε μηχανισμό χειραγώγησης. Σε μια ώριμη δημοκρατία, η θρησκευτική εμπειρία ανήκει στο πεδίο του προσωπικού και του συλλογικού βιώματος, όχι στον μηχανισμό παραγωγής πολιτικής εξουσίας. Το 2026, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι αν επιτρέπεται η πίστη στον δημόσιο χώρο, αλλά αν θα επιτρέψουμε στην πολιτική να επιστρέψει σε μορφές εξουσίας που νομίζαμε ότι είχαμε αφήσει οριστικά πίσω.











