Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Υπάρχουν στιγμές που η τηλεθέαση παύει να είναι απλώς ένα αριθμητικό μέγεθος και λειτουργεί ως ένδειξη εμπιστοσύνης. Όχι προς ένα πρόσωπο ή ένα κανάλι, αλλά προς μια συγκεκριμένη αντίληψη για το τι μπορεί –και τι οφείλει– να είναι η τηλεόραση. Η περίπτωση της «Μεγάλης Χίμαιρας» της ΕΡΤ εντάσσεται ακριβώς σε αυτή την κατηγορία.
Η ανταπόκριση του κοινού, τόσο στην ψηφιακή πλατφόρμα όσο και στη γραμμική μετάδοση, επιβεβαιώνει κάτι που συχνά παραγνωρίζεται στον δημόσιο διάλογο: όταν προσφέρεται ένα έργο με φροντίδα, σαφή καλλιτεχνικό προσανατολισμό και σεβασμό στο υλικό του, το κοινό δεν απομακρύνεται. Αντιθέτως, παρακολουθεί.
Η διάθεση των πρώτων επεισοδίων στο ERTFLIX συνοδεύτηκε από ιδιαίτερα υψηλή επισκεψιμότητα ήδη από την πρώτη ημέρα. Μέσα σε μόλις τρεις ημέρες, οι προβολές για τα δύο πρώτα επεισόδια ξεπέρασαν τις 600.000, καταγράφοντας ένα από τα υψηλότερα νούμερα που έχει σημειώσει ελληνική σειρά στην πλατφόρμα. Το στοιχείο αυτό δεν λειτουργεί μόνο ως δείκτης επιτυχίας, αλλά και ως ένδειξη μιας αλλαγής στον τρόπο με τον οποίο το κοινό επιλέγει να παρακολουθεί τη σύγχρονη ελληνική μυθοπλασία.
Το ενδιαφέρον δεν περιορίστηκε στο ψηφιακό περιβάλλον. Η τηλεοπτική πρεμιέρα της σειράς στην ΕΡΤ1, στις αρχές Ιανουαρίου, κατέγραψε ποσοστό περίπου 10,6% στο γενικό σύνολο, με παρουσία και στο δυναμικό κοινό, σε μια ζώνη όπου ο ανταγωνισμός είναι δεδομένος και η προσοχή του θεατή κατακερματισμένη. Τα νούμερα αυτά, χωρίς να εντυπωσιοθηρούν, αποτυπώνουν μια σταθερή και ουσιαστική ανταπόκριση.
Περισσότερο από τα επιμέρους ποσοστά, ωστόσο, έχει σημασία η συνολική εικόνα. Η «Μεγάλη Χίμαιρα» εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση επιστροφής σε παραγωγές που αντιμετωπίζουν τη μυθοπλασία ως πολιτιστικό προϊόν και όχι απλώς ως τηλεοπτικό περιεχόμενο. Η κλίμακα της παραγωγής και η επιμονή στη δραματουργική συνέπεια υποδηλώνουν μια στρατηγική που δεν βασίζεται στην ευκολία.
Στον πυρήνα της σειράς βρίσκεται το ομώνυμο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση, ένα από τα πλέον σύνθετα έργα της νεοελληνικής πεζογραφίας. Η «Μεγάλη Χίμαιρα» δεν αποτελεί απλώς μια ιστορία εποχής, αλλά μια μελέτη πάνω στην ταυτότητα, την επιθυμία και τη σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και το κοινωνικό περιβάλλον. Η τηλεοπτική της μεταφορά επιχειρεί να συνομιλήσει με το κείμενο, αναγνωρίζοντας τη διαχρονικότητά του.
Ίσως, τελικά, η σημασία της ανταπόκρισης να μην βρίσκεται τόσο στα μεγέθη όσο στο μήνυμα που αυτά μεταφέρουν. Η «Μεγάλη Χίμαιρα» δείχνει ότι υπάρχει ακόμη χώρος —και ζήτηση— για τηλεοπτικές προτάσεις που αντιμετωπίζουν τη μυθοπλασία ως πεδίο πολιτιστικής ευθύνης. Όχι ως προϊόν ταχείας κατανάλωσης, αλλά ως αφήγηση με διάρκεια, συνοχή και αναφορά σε μια λογοτεχνική παράδοση που εξακολουθεί να συνομιλεί με το παρόν.













