Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
της Κωνσταντίνας Δ. Καρακώστα
Επίκουρης Καθηγήτριας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας
Το τραγικό περιστατικό στο μπαρ της Ελβετίας την πρωτοχρονιά τα ξημερώματα, όπου δεκάδες νέοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ήταν συγκλονιστικό όχι μόνο για τη βιαιότητα της φωτιάς ή για την ανεπάρκεια των μέτρων ασφαλείας. Συγκλόνισε γιατί έσυρε στην επιφάνεια με τον πιο σοκαριστικό τρόπο κάτι βαθύτερο και πιο ανησυχητικό: την αντίδραση κάποιων νέων που βρίσκονταν εκεί μέσα. Τη στιγμή που ο κίνδυνος γινόταν υπαρξιακός, που ο χώρος μετατρεπόταν σε παγίδα θανάτου, πολλοί νέοι αντί να τρέξουν να βοηθήσουν τους φίλους τους να διαφύγουν, έβγαλαν το κινητό και κατέγραφαν αδιάφοροι τη φωτιά.
Δεν πρόκειται για ηθικολογία της στιγμής ούτε για εύκολη καταδίκη μιας γενιάς. Πρόκειται για μια κοινωνική ένδειξη που δεν μπορούμε πια να αγνοούμε. Το γεγονός ότι, σε συνθήκες άμεσου κινδύνου, η πρώτη παρόρμηση δεν είναι η αλληλεγγύη ή η φυγή αλλά η καταγραφή, δείχνει μια βαθιά μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα, τον εαυτό μας και τους άλλους. Οι νέοι αυτοί δεν ήταν «αναίσθητοι». Ήταν εγκλωβισμένοι σε ένα μοντέλο σκέψης που έχει καλλιεργηθεί συστηματικά τα τελευταία χρόνια: το μοντέλο της διαρκούς προβολής. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου, αν κάτι δεν καταγραφεί, μοιάζει σαν να μην έχει συμβεί. Η εμπειρία δεν έχει αξία αν δεν κοινοποιηθεί. Ο φόβος, η χαρά, ο τρόμος, ακόμη και ο θάνατος, μετατρέπονται σε περιεχόμενο. Σε stories. Σε views.
Το κινητό τηλέφωνο είναι πλέον προέκταση της συνείδησης. Και αυτό έχει συνέπειες. Όταν ο άνθρωπος μαθαίνει από μικρός να «βλέπει» τον εαυτό του μέσα από την οθόνη, αρχίζει σταδιακά να βιώνει τον κόσμο σαν θεατής, όχι σαν δρων υποκείμενο. Στην περίπτωση της Ελβετίας, αυτή η καθυστέρηση αποδείχθηκε μοιραία. Δευτερόλεπτα που χάθηκαν για να «τραβηχτεί το βίντεο», δευτερόλεπτα που θα μπορούσαν να είχαν σωθεί ζωές. Και εδώ δεν μιλάμε για άγνοια κινδύνου. Μιλάμε για αδυναμία αναγνώρισής του ως πραγματικού. Για μια γενιά που έχει μάθει να ζει μέσα σε μια διαρκή προσομοίωση.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν ευθύνονται μόνα τους. Ευθύνεται η λογική που τα συνοδεύει. Η συνεχής επιβράβευση της προβολής, η οικονομία της προσοχής, η μετατροπή κάθε στιγμής σε δυνητικό «υλικό». Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και η καταστροφή γίνεται αφήγημα. Ακόμη και ο φόβος γίνεται θέαμα. Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι ότι κάποιοι τράβηξαν βίντεο. Είναι ότι αυτό δεν τους φάνηκε παράλογο εκείνη τη στιγμή. Ότι δεν ενεργοποιήθηκε αυτόματα το ένστικτο του «πιάσε τον άλλον και φύγε». Κι αυτό μας αφορά όλους. Γιατί δεν πρόκειται απλώς για «τους νέους». Πρόκειται για μια κοινωνία που τους έχει μάθει να ζουν έτσι.
Αν κάτι πρέπει να μας μείνει από το Crans Montana, δεν είναι μόνο η ανάγκη αυστηρότερων κανόνων ασφαλείας ή ελέγχων στα κέντρα διασκέδασης. Είναι η ανάγκη να ξαναδούμε τι σημαίνει παρουσία, τι σημαίνει ευθύνη, τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος δίπλα σε άλλον άνθρωπο. Να θυμηθούμε ότι σε μια στιγμή κρίσης, η ζωή προηγείται της εικόνας. Ότι καμία ανάρτηση δεν αξίζει όσο ένα χέρι που τραβά κάποιον προς την έξοδο. Γιατί όταν η κάμερα μπαίνει μπροστά από τον άνθρωπο, τότε δεν έχουμε απλώς τεχνολογικό πρόβλημα. Έχουμε πρόβλημα πολιτισμού. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο από όλα.












