Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Υπάρχει μια φράση που στην Ελλάδα λέγεται σχεδόν αντανακλαστικά, συνήθως λίγο μετά από μια τραγωδία ή μια κραυγαλέα αποτυχία του κράτους. Δεν είναι κραυγή αγανάκτησης, είναι κάτι βαθύτερο και πιο ύπουλο. Είναι παραίτηση. «Τι να κάνουμε, στην Ελλάδα ζούμε…». Τη λέμε μετά από δυστυχήματα, μετά από μπλακάουτ, μετά από εικόνες κατάρρευσης υποδομών ή θεσμών. Την είπαμε στο Μάτι, στα Τέμπη, πριν λίγες μέρες στα αεροδρόμια μας. Τη λέμε ειρωνικά, αυτοσαρκαστικά, με εκείνο το μισό χαμόγελο που μας κάνει να πιστεύουμε πως, λέγοντάς την, έχουμε ήδη καταλάβει το πρόβλημα και άρα έχουμε κάνει το καθήκον μας. Σαν να πρόκειται για μια πολιτισμική εξήγηση που κλείνει, αντί να ανοίγει τη συζήτηση.
Μαζί με τη φράση έρχεται πάντα και μια σιωπηρή βεβαιότητα. Ότι αλλού αυτά δεν συμβαίνουν. Ότι στον δυτικό, «σοβαρό» κόσμο τα συστήματα λειτουργούν, οι μηχανισμοί προβλέπουν, οι υποδομές αντέχουν, το κράτος είναι πάντα ένα βήμα μπροστά από το κακό σενάριο. Εμείς είμαστε η εξαίρεση. Οι πρόχειροι, οι ανοργάνωτοι, οι μόνιμα απροετοίμαστοι. Οι άλλοι είναι κανονικοί. Μέχρι που κάτι συμβαίνει κι εκεί. Σε μια χώρα ας πούμε, την οποία έχουμε ταυτίσει με την ακρίβεια, την τάξη, την προβλεψιμότητα, όπως η Ελβετία. Ένα δυστύχημα, μια τραγωδία, μια κατάρρευση που δεν «έπρεπε» να συμβεί. Και τότε παγώνουμε. Όχι τόσο από το γεγονός όσο από το μέρος όπου συνέβη. Σαν να ράγισε ξαφνικά ο καθρέφτης μέσα από τον οποίο κοιτάζαμε τον εαυτό μας.
Αρκεί ένα και μόνο περιστατικό για να ραγίσει ο μύθος της άψογης, αποστειρωμένης Δύσης. Πριν από λίγες ημέρες, στο χιονοδρομικό θέρετρο του Κραν-Μοντανά, στην καρδιά της Ελβετίας, πυρκαγιά σε μπαρ στοίχισε τη ζωή σε σαράντα ανήλικους και τραυμάτισε σοβαρά πάνω από εκατό, σε έναν χώρο διασκέδασης που υποτίθεται πως πληρούσε όλες τις προδιαγραφές ασφάλειας. Δεν μιλάμε για μια υποβαθμισμένη συνοικία ή για μια χώρα με χαλαρούς ελέγχους, αλλά για έναν από τους πιο ακριβούς και προβεβλημένους τουριστικούς προορισμούς της Ευρώπης. Το σοκ δεν προκάλεσε μόνο το μέγεθος της τραγωδίας, αλλά το γεγονός ότι συνέβη σε ένα περιβάλλον που στο συλλογικό μας φαντασιακό ταυτίζεται με την πρόληψη, την αυστηρότητα και τον απόλυτο έλεγχο. Κι όμως, και εκεί, κάτι δεν λειτούργησε.
Το Κραν-Μοντανά δεν είναι εξαίρεση. Το 2017, στον Πύργο Γκρένφελ στο Λονδίνο, 72 άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί σε μια από τις πιο ανεπτυγμένες πρωτεύουσες του κόσμου, εξαιτίας υλικών επένδυσης που είχαν εγκριθεί κανονικά από τις αρχές. Το 2022, στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα της Ισπανίας, φωτιά σε κέντρο νυχτερινής διασκέδασης αποκάλυψε σοβαρά κενά στους ελέγχους πυρασφάλειας. Παλαιότερα, η πυρκαγιά στη σήραγγα του Μον Μπλαν ανάμεσα στη Γαλλία και την Ιταλία έδειξε ότι ακόμη και οι πιο σύγχρονες υποδομές μπορούν να μετατραπούν σε παγίδες θανάτου. Κοινός παρονομαστής σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν ήταν η «εθνική ανεπάρκεια», αλλά η ανθρώπινη αλαζονεία ότι «εδώ είμαστε ασφαλείς».
Παρόμοια ρωγμή στον μύθο της αλάνθαστης Δύσης άφησαν κι άλλες, πολύ συγκεκριμένες κρίσεις. Οι πλημμύρες στη Γερμανία το καλοκαίρι του 2021 άφησαν πίσω τους περισσότερους από 180 νεκρούς, αποκαλύπτοντας αποτυχία έγκαιρης προειδοποίησης και σύγχυση αρμοδιοτήτων μεταξύ ομοσπονδιακών και τοπικών αρχών. Στις ΗΠΑ, ο τυφώνας Κατρίνα δεν έμεινε στην ιστορία μόνο για την καταστροφή της Νέας Ορλεάνης, αλλά και για την εικόνα ενός κράτους που καθυστέρησε, μπλόκαρε γραφειοκρατικά και απεκδύθηκε ευθύνες ενώ οι πολίτες του περίμεναν βοήθεια. Στην Ιαπωνία, η Φουκουσίμα έδειξε ότι ακόμη και η πιο πειθαρχημένη τεχνολογικά κοινωνία μπορεί να υποτιμήσει τον συνδυασμό φυσικού φαινομένου και ανθρώπινης αλαζονείας. Κανένα απ’ αυτά τα κράτη δεν ήταν «μπανανία» ή «Ζιμπάμπουε», όπως μας αρέσει να λέμε. Όλα τους όμως χρειάστηκε να παραδεχτούν ότι τα συστήματα τους δεν ήταν άτρωτα.
Η αλήθεια είναι πολύ λιγότερο βολική από τους μύθους μας. Τέλεια χώρα δεν υπήρξε ποτέ. Ούτε θα υπάρξει. Όχι επειδή όλα τα κράτη είναι λίγο-πολύ ίδια, αλλά επειδή τα σύγχρονα κράτη είναι τεράστιοι, σύνθετοι οργανισμοί, φτιαγμένοι από ανθρώπους, τεχνολογία, παλιές και νέες υποδομές, πολιτικές αποφάσεις και αλυσίδες ευθύνης. Οι οποίες, κάποια στιγμή σπάνε στον πιο αδύναμο κρίκο. Καμία κοινωνία δεν είναι άτρωτη. Καμία δεν έχει εξασφαλίσει συμβόλαιο με την τελειότητα.
Εκεί όμως που αρχίζει η πραγματική σύγκριση, είναι όχι στο αν συμβαίνει το κακό, αλλά στο τι ακολουθεί. Στις χώρες που θεωρούμε «λειτουργικές», η τραγωδία δεν μετατρέπεται εύκολα σε κανονικότητα. Το σοκ δεν απορροφάται απλώς από την επικαιρότητα. Ακολουθούν έρευνες που δεν εξαντλούνται στο «ανθρώπινο λάθος» και σε πολιτικό κόστος που ξεχνιέται σε δύο εβδομάδες, αλλά οδηγούν σε καταλογισμούς, σε κοινά αποδεκτές αλλαγές κανόνων, πρωτοκόλλων, τεχνολογιών. Όχι πάντα γρήγορα, όχι πάντα τέλεια, αλλά με κατεύθυνση. Με την αίσθηση ότι κάτι πρέπει να αλλάξει για να μην επαναληφθεί το ίδιο σενάριο.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, έχουμε καλλιεργήσει μια ιδιότυπη εξοικείωση με την αποτυχία. Το σοκ γίνεται συζήτηση, η συζήτηση γίνεται αντιπαράθεση, η αντιπαράθεση πολιτικό παιχνίδι, το πολιτικό παιχνίδι κόπωση και η κόπωση επιστρέφει ξανά στη φράση-μαξιλάρι: «τι να κάνουμε, στην Ελλάδα ζούμε…». Δεν τη λέμε πια με θυμό. Τη λέμε με κατανόηση, σχεδόν με τρυφερότητα. Σαν να μιλάμε για ένα γονιδιακό ελάττωμα χαρακτήρα που δεν διορθώνεται. Κι έτσι η ευθύνη διαχέεται, η λογοδοσία ξεθωριάζει και το κράτος μαθαίνει ότι μπορεί να επιβιώνει χωρίς να βελτιώνεται ουσιαστικά.
Το πρόβλημα με αυτή τη νοοτροπία δεν είναι απλώς ψυχολογικό. Είναι βαθιά πολιτισμικό. Όταν μια κοινωνία πιστεύει ότι η ατέλεια είναι αναπόφευκτη, παύει να απαιτεί το καλύτερο. Όταν αποδέχεται ότι «έτσι είμαστε», τότε η ανεπάρκεια παύει να είναι σκάνδαλο και γίνεται χαρακτηριστικό. Στην Ελλάδα, οι μεγάλες τραγωδίες παράγουν επικοινωνία, όχι μεταρρύθμιση. Πορίσματα, δηλώσεις, «ποτέ ξανά», δηλώσεις «φύγετε εσείς να έρθουμε εμείς», κι ύστερα πάλι επιστρέφουμε στην αρχή. Όχι επειδή είμαστε καταδικασμένοι, αλλά επειδή έχουμε πειστεί ότι δεν αξίζει να περιμένουμε κάτι διαφορετικό. Μικρή εξαίρεση το Μάτι που μας κληροδότησε το 112, αλλά φτάνει αυτό;
Γι’ αυτό και μας σοκάρει τόσο όταν μια «σοβαρή χώρα» αποδεικνύεται ανθρώπινη. Μας χαλάει το παραμύθι που μας βόλευε. Γιατί αν και αυτοί οι «τέλειοι» αποτυγχάνουν, τότε δεν θα μπορούμε πια να κρυβόμαστε πίσω από τη γεωγραφία μας ή το εθνικό μας ταμπεραμέντο. Τότε το ερώτημα γίνεται πιο άβολο. Γιατί εμείς επιμένουμε να αποτυγχάνουμε με τον ίδιο τρόπο;
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν υπάρχει η τέλεια χώρα. Δεν υπάρχει. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει χώρα που, μετά την καταστροφή, γίνεται έστω λίγο καλύτερη. Αν υπάρχει κοινωνία που μετατρέπει το πένθος σε αλλαγή και όχι σε άλλοθι. Και εκεί κρινόμαστε όλοι. Όχι από το πόσο συχνά πέφτουμε, αυτό είναι ανθρώπινο. Αλλά από το αν σηκωνόμαστε διαφορετικοί ή αν συνεχίζουμε να λέμε την ίδια φράση, με την ίδια ειρωνεία, την ίδια παραίτηση. Γιατί στο τέλος, το «στην Ελλάδα ζούμε» δεν είναι διαπίστωση. Είναι επιλογή.












