Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Του Δημήτρη Γιαννακόπουλου
Η σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, και της συζύγου του Σίλια Φλόρες, τα χαράματα της περασμένης Κυριακής, μέσα στη χώρα του από στρατιωτική δύναμη άλλου κράτους, των ΗΠΑ, επαναφέρει στην επικαιρότητα τις αναρίθμητες παθογένειες του διεθνούς δικαίου, κυρίως την έλλειψη κυρωτικών μηχανισμών ικανών να διασφαλίσουν την εφαρμογή του στην πράξη εναντίον πάντων. Συναφές, φυσικά, προς τα διεθνώς θεσμοθετημένα, το αρ. 27 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι:
«Χωρίς νόμο, που ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, δεν είναι δεκτή στην Ελληνική Επικράτεια ξένη στρατιωτική δύναμη ούτε μπορεί να διαμένει σ’ αυτή ή να περάσει μέσα από αυτή».
Συνεπώς, οι αξιολογικές κρίσεις υπέρ των εισβολέων σε ξένο έδαφος, είτε γίνονται από πολιτικές ηγεσίες είτε από συλλογικά όργανα, είναι εκ διαμέτρου αντίθετες με τα Συντάγματα των χωρών τους, εναντίον των οποίων κινούνται με τις δηλώσεις τους.
Ο Μαδούρο, ο οποίος στο άκουσμα του κατηγορητηρίου περί ναρκοτρομοκρατίας, κατοχής όπλων και αμιγώς αξιόποινων πράξεων, πέραν της δήλωσης αθωότητάς του χαρακτήρισε εαυτόν αιχμάλωτο πολέμου με προφανείς σκοπούς –μεταξύ άλλων–:
α) να εξεταστεί βάσει των απορρεουσών από το Δίκαιο του Πολέμου διατάξεων που διέπουν τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης («jus in bello») και
β) να επιτύχει τη μεταφορά της υπόθεσης στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Επιπλέον, τίθεται εν αμφιβόλω εάν ο υπέργηρος δικαστής (92 ετών) Χέλερσταϊν μπορεί να φέρει σε πέρας μια τέτοια διαδικασία, η οποία θα ξεκινήσει στα μέσα Μαρτίου και αναμένεται να διαρκέσει αρκετό καιρό.
Νομολογία
Το διεθνές δίκαιο απαγορεύει τη χρήση βίας στις διεθνείς σχέσεις, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως η έγκριση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ή η άμυνα σε περίπτωση επίθεσης. Η διακίνηση ναρκωτικών και η δράση συμμοριών θεωρούνται ποινικά αδικήματα και, σύμφωνα με νομικούς, δεν συνιστούν ένοπλη σύγκρουση που να δικαιολογεί στρατιωτική επέμβαση. Οι ΗΠΑ δεν αναγνωρίζουν τον Μαδούρο ως νόμιμο πρόεδρο της Βενεζουέλας από το 2019, μετά από εκλογές που, όπως υποστηρίζουν, ήταν νοθευμένες.
Στο παρελθόν, το 1989, οι Αμερικανοί συνέλαβαν τον τότε ηγέτη του Παναμά, στρατηγό Μανουέλ Νοριέγα, σε παρόμοιες συνθήκες. Ο Νοριέγα είχε κατηγορηθεί για υποθέσεις ναρκωτικών και η Ουάσιγκτον υποστήριξε ότι ενήργησε για την προστασία Αμερικανών πολιτών, μετά τη δολοφονία ενός Αμερικανού στρατιώτη από παναμαϊκές δυνάμεις.
Χρόνια αργότερα, το 2022, ο πρώην πρόεδρος της Ονδούρας, Χουάν Ορλάντο Ερνάντες, εκδόθηκε στις ΗΠΑ, καταδικάστηκε για υποθέσεις ναρκωτικών και σε 45 χρόνια κάθειρξη. Πρόσφατα, όμως, του απονεμήθηκε χάρη.
Κυπριακό – Τουρκία
Φυσικά, η παραβίαση του Δικαίου στην περίπτωση Μαδούρο έφερε αμέσως στο μυαλό ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα και την Κύπρο. Πρώτο παράδειγμα είναι εκείνο της τουρκικής εισβολής και κατοχής στην Κύπρο, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974. Σύμφωνα με την πανεπιστημιακή κοινότητα (Παυλόπουλος, Φίλης, Καρτάλης κ.ά.), η Τουρκία αγνοεί, καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, προκλητικώς δεκάδες αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και κυρίως του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι οποίες την καλούν να τερματίσει τη στάση αυτή, ώστε να αποκατασταθεί η ενότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το χειρότερο είναι ότι ο ΟΗΕ και η διεθνής κοινότητα ουδεμία κύρωση της επιβάλλουν.
Παραβίαση συνθηκών
Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (Σύμβαση του Μοντέγκο Μπέι του 1982). Πολλές μεγάλες χώρες, με πρώτη τις ΗΠΑ, δεν έχουν προσχωρήσει σε αυτή τη Σύμβαση. Όμως, κατά τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η Σύμβαση αυτή ισχύει έναντι πάντων, διότι, αφού έχει προσχωρήσει στο θεσμικό της πλαίσιο η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών διεθνώς, παράγει δεσμευτικούς «γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου».
Παρά ταύτα, η Τουρκία το 2019 συνήψε με τη Λιβύη το λεγόμενο «τουρκολιβυκό μνημόνιο», το οποίο συνήφθη προφανώς παρανόμως από μια μεταβατική κυβέρνηση της Λιβύης και παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, αφού, ως προς τον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών –π.χ. υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ– αγνοεί μεγάλους ελληνικούς γεωγραφικούς όγκους, όπως εκείνους της Κρήτης, της Ρόδου κ.λπ. Ούτε κι εδώ επιβλήθηκε κάποια κύρωση, ενώ δεν υπήρξε αντίδραση από τον ΟΗΕ.
Πετρέλαιο πάνω απ’ όλα
Λίγες ώρες μετά τα χειροκροτήματα για τη στρατιωτική επέμβαση, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε πως αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες είναι έτοιμες να εισέλθουν στη Βενεζουέλα και να επενδύσουν για την αποκατάσταση της παραγωγής στη χώρα της Λατινικής Αμερικής. Σήμερα, ο έλεγχος των πετρελαϊκών πόρων παραμένει στην Petróleos de Venezuela (PDVSA), την κρατική εταιρεία που διαχειρίζεται τη συντριπτική πλειονότητα της παραγωγής και των αποθεμάτων, ενώ η αμερικανική Chevron δραστηριοποιείται ήδη εκεί μέσω κοινοπραξιών με την PDVSA, όπως και ρωσικές και κινεζικές εταιρείες.
Αναλυτές εκτιμούν ότι, σε ένα σενάριο πιο φιλικής προς τις επενδύσεις κυβέρνησης, η Chevron θα ήταν «καλύτερα τοποθετημένη» για να ενισχύσει τη θέση της, λόγω της υφιστάμενης παρουσίας και τεχνογνωσίας. Αντίστοιχα, ευρωπαϊκοί όμιλοι όπως η Repsol και η Eni θα μπορούσαν επίσης να ωφεληθούν, εφόσον χαλαρώσουν οι κυρώσεις.
Η ιστορική εικόνα, ωστόσο, είναι αποθαρρυντική. Μετά την εθνικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας τη δεκαετία του 1970, η παραγωγή κορυφώθηκε το 1997 στα 3,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Σήμερα έχει υποχωρήσει κοντά στα 850.000 βαρέλια, με λιγότερα από 600.000 να κατευθύνονται στις εξαγωγές.
Απαρχαιωμένο σύστημα
Ακόμη και σε ένα ευνοϊκό πολιτικό σενάριο, οι προοπτικές ταχείας ανάκαμψης παραμένουν περιορισμένες. Η βιομηχανία χρειάζεται επενδύσεις άνω των 10 δισ. δολαρίων ετησίως, σταθερό κανονιστικό πλαίσιο και συνθήκες ασφάλειας για να επιστρέψει σε βιώσιμη τροχιά. Γι’ αυτό άλλωστε η τιμή του πετρελαίου διεθνώς παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη την τελευταία εβδομάδα.
Έναν μήνα νωρίτερα, στις αρχές Δεκεμβρίου, διεθνολόγοι και ενεργειακοί αναλυτές, όπως η Ρεμπέκα Μπάμπιν της CIBC Private Wealth, προέβλεπαν εξελίξεις στη χώρα, τονίζοντας ότι τα 303 δισ. βαρέλια αποθεμάτων της Βενεζουέλας δεν μπορούν να αγνοηθούν. Παρά το μέγεθος των αποθεμάτων της, η Βενεζουέλα παρήγαγε μόλις 742.000 βαρέλια την ημέρα το 2023. Οι κυρώσεις, η εγκατάλειψη των υποδομών και η αποχώρηση των πολυεθνικών από την εποχή Τσάβες και, εντονότερα, επί Μαδούρο άφησαν την παραγωγή σε ιστορικά χαμηλά.
Ο τύπος του αργού
Για τις ΗΠΑ, όμως, ο τύπος αργού της Βενεζουέλας –βαρύ, όξινο πετρέλαιο– έχει ιδιαίτερη σημασία. Περίπου το 70% της αμερικανικής διυλιστικής ικανότητας έχει σχεδιαστεί για τέτοιο αργό, κι έτσι η έλλειψή του δημιουργεί στρεβλώσεις. Ο αναλυτής Τομ Κλόζα σημείωνε στο MarketWatch ότι τα αμερικανικά διυλιστήρια «θα ήθελαν πολύ να επεξεργαστούν ξανά βενεζουελανό αργό», το οποίο αυξάνει την απόδοση σε ντίζελ – προϊόν με στενές ισορροπίες διεθνώς, λόγω και των κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο.












