Η ανάδειξη της Ντέλσι Ροντρίγκες στην κορυφή της εξουσίας της Βενεζουέλας, ως προσωρινής προέδρου, δεν εκλαμβάνεται διεθνώς ως μια απλή εσωτερική πολιτική εξέλιξη. Όπως επισημαίνει το Bloomberg, για την παγκόσμια πετρελαϊκή βιομηχανία αλλά και για την Ουάσιγκτον, η επιλογή της θεωρείται η πιο ρεαλιστική λύση σε μια χώρα με τεράστια αποθέματα υδρογονανθράκων, η οποία παραμένει εγκλωβισμένη σε κυρώσεις, κακοδιαχείριση και χρόνια πολιτική αστάθεια.
Η Βενεζουέλα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και τη μεταφορά του στις Ηνωμένες Πολιτείες, με το ερώτημα της επόμενης ημέρας να απασχολεί έντονα κυβερνήσεις, επενδυτές και ενεργειακές αγορές.
Ντέλσι Ροντρίγκες και Βενεζουέλα: Η επιλογή με φόντο το πετρέλαιο
Τους τελευταίους μήνες, καθώς οι ΗΠΑ ενέτειναν την πίεση προς το καθεστώς Μαδούρο, διαμορφώθηκε διακριτικά ένα άτυπο μέτωπο στελεχών της πετρελαϊκής αγοράς, νομικών και επενδυτών. Η βασική ιδέα που προωθούσαν ήταν σαφής, σε περίπτωση απομάκρυνσης του Μαδούρο, η φυσική του διάδοχος θα έπρεπε να είναι η τότε αντιπρόεδρος και υπουργός Πετρελαίου, Ντέλσι Ροντρίγκες.
Το επιχείρημα ήταν ότι η Ροντρίγκες διαθέτει βαθιά γνώση του κλάδου, υπήρξε βασικό σημείο επαφής με διεθνείς ενεργειακές εταιρείες και κατάφερε να κρατήσει όρθια την πετρελαϊκή βιομηχανία ακόμη και υπό τις πιο ασφυκτικές κυρώσεις. Σύμφωνα με το Bloomberg, η κυβέρνηση Τραμπ κατέληξε ανεξάρτητα στο ίδιο συμπέρασμα.
Στο αμερικανικό επιτελείο εκτιμήθηκε ότι, σε αντίθεση με τη σκληρή αντιπολιτευόμενη Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η Ροντρίγκες θα μπορούσε να διασφαλίσει στοιχειώδη συνέχεια στη λειτουργία του κράτους και της οικονομίας, αποφεύγοντας το χάος που συχνά ακολουθεί την απότομη ανατροπή καθεστώτων, με το παράδειγμα του Ιράκ μετά τον Σαντάμ Χουσεΐν να λειτουργεί ως μόνιμη υπενθύμιση.
Ντέλσι Ροντρίγκες: Η στάση των ΗΠΑ και οι πιέσεις της αγοράς
Η δημόσια στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ προς τη Ροντρίγκες, σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, επιβεβαίωσε αυτή τη «ρεαλιστική» προσέγγιση. Η απόρριψη της Ματσάδο, παρά το διεθνές κύρος της και τη βράβευσή της με Νόμπελ Ειρήνης, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην αντιπολίτευση και στους συμμάχους της στο εξωτερικό. Για την Ουάσιγκτον, ωστόσο, το βασικό ζητούμενο παρέμεινε η σταθερότητα και η δυνατότητα ταχείας επανεκκίνησης της πετρελαϊκής παραγωγής.
Η ίδια η Ροντρίγκες κινείται προσεκτικά. Από τη μία πλευρά, χαρακτήρισε τη σύλληψη του Μαδούρο «απαγωγή», επιδιώκοντας να περιορίσει εσωτερικές αντιδράσεις. Από την άλλη, έστειλε μήνυμα συνεργασίας προς τις ΗΠΑ, μιλώντας για κοινή ατζέντα ανάπτυξης «εντός του πλαισίου του διεθνούς δικαίου». Παράλληλα, ορκίστηκε ως προσωρινή πρόεδρος από την Εθνοσυνέλευση, παγιώνοντας θεσμικά τη νέα κατάσταση.
Για τις διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες, ο χρόνος πιέζει ασφυκτικά. Στα τέλη Δεκεμβρίου, η Βενεζουέλα αναγκάστηκε να κλείσει πηγάδια, καθώς δεν υπήρχε διαθέσιμος αποθηκευτικός χώρος για το πετρέλαιο που είχε μπλοκαριστεί από τις κυρώσεις. Κάθε νέα διακοπή παραγωγής δυσχεραίνει την ανάκαμψη και αποδυναμώνει τη θέση της νέας ηγεσίας, εντείνοντας τις πιέσεις προς την Ουάσιγκτον για χαλάρωση των περιορισμών.
Εταιρείες όπως η Chevron, η Repsol, η Eni και η Shell παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις. Όπως σημειώνει και ο επικεφαλής της Greylock Capital, Χανς Χιουμς, μια επιτυχής αναβίωση του τομέα «μπορεί να αναδιαμορφώσει ολόκληρη την ενεργειακή ισορροπία του κόσμου».
Παρά τη διεθνή αποδοχή της ως τεχνοκράτη, η Ντέλσι Ροντρίγκες παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με ένα καθεστώς που κατηγορείται για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κόρη ιστορικού αριστερού αγωνιστή που πέθανε μετά από βασανιστήρια και αδελφή κορυφαίου στελέχους του καθεστώτος, ενσαρκώνει τις αντιφάσεις της σύγχρονης Βενεζουέλας, συνδυάζοντας επαναστατική ρητορική και αυταρχική διακυβέρνηση με μια καθαρά πραγματιστική προσέγγιση απέναντι στις αγορές.












