Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Κωνσταντίνου Μπούρα
Η Σοφιάννα Θεοφάνους γεννήθηκε στην Αθήνα, αριστούχος απόφοιτος του Τμήματος Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου και της Σχολής του Θεάτρου Τέχνης “Κάρολος Κουν”. Υπήρξε μέλος της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού και στη συνέχεια 12 χρόνια ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου και μετέπειτα στο ελεύθερο θέατρο.
Έχει γράψει δύο όπερες για παιδιά μετά από ανάθεση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας (Η Βασίλισσα του Χιονιού και ο Πρίγκηπας Ιβάν και το Πουλί της Φωτιάς), δύο εικονογραφημένα βιβλία για παιδιά, πέντε θεατρικά έργα-αναθέσεις, καθώς και σκαλέτες για σενάρια στην τηλεόραση. Το 2020 βραβεύτηκε με το κρατικό βραβείο θεατρικού έργου στην κατηγορία παιδικό/εφηβικό για το έργο: “Kαλά Χριστούγεννα αγαπητέ μου Τσάρλι”, το οποίο βασίστηκε σε μαρτυρίες ασυνόδευτων προσφύγων σε συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο.
Το θέατρο για παιδιά είναι απείρως δυσκολότερο από το θέατρο που προσδιορίζεται σε ενήλικες;
Δεν θα έλεγα απείρως δυσκολότερο. Το παιδικό θέατρο είναι διαφορετικά και συχνά πιο απαιτητικό.
Τα παιδιά δεν χαρίζονται. Αν βαριούνται, φαίνεται. Αν δεν καταλαβαίνουν, σε χάνουν και τα χάνεις. Δεν θα πουν «αυτή ήταν μια ενδιαφέρουσα σκηνική πρόταση». Άρα χρειάζεται απόλυτη καθαρότητα στην ιστορία, ρυθμό, αλήθεια στους χαρακτήρες.
Την ίδια στιγμή γράφεις για δύο κοινά μαζί, παιδί και ενήλικα. Το έργο πρέπει να λειτουργεί ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα, χωρίς να γίνεται ούτε αφελές για τον ενήλικα ούτε δυσνόητο για το παιδί. Αυτό είναι από μόνο του σύνθετη δραματουργική άσκηση.
Και υπάρχει και η ευθύνη. Στους ενήλικες μπορείς να είσαι κυνικός, στα παιδιά όχι. Δεν έχεις το δικαίωμα να τα χειραγωγείς ή να τα νανουρίζεις με εύκολα ηθικά συμπεράσματα. Τα θέματα που αγγίζεις μπορεί να είναι και η πρώτη φορά που τα συναντούν.
Οπότε, αν μιλάμε για πραγματικά σοβαρό παιδικό θέατρο και όχι για μια πρόχειρη εκπαιδευτική-διδακτική παράσταση, ναι, σε πολλά σημεία είναι πιο δύσκολο από το θέατρο ενηλίκων. Γιατί δεν σου επιτρέπει ούτε επιτήδευση, ούτε ευκολίες. Μόνο αλήθεια, ακρίβεια και φαντασία.
Είστε κυρίως δραματουργός; Γράφετε και ποιήματα ή διηγήματα;
Η αλήθεια είναι πως γράφω πολύ θέατρο. Γράφω θέατρο για παιδιά και εφήβους, με ιδιαίτερη εστίαση στο εφηβικό θέατρο, αλλά και ιστορίες που μπορούν να παρακολουθήσει μαζί όλη η οικογένεια. Η διαδρομή μου είναι μέσα στο θέατρο, η «μητρική» μου γλώσσα είναι η σκηνή, οπότε λειτουργώ πρώτα ως ηθοποιός, κι από εκεί γεννιέται και ο τρόπος που γράφω.
Παράλληλα, όμως, γράφω και λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους. Με ενδιαφέρει πολύ η αφήγηση και εκτός σκηνής, αρκεί να κρατά την ίδια ένταση, την ίδια αίσθηση ότι κάτι παίζεται τώρα μπροστά σου.
Η ποίηση από την άλλη μεριά είναι ένα τόσο προσωπικό θέμα, απαιτεί τεράστια διαθεσιμότητα του ψυχικού οργάνου και δεν θεωρώ ότι την έχω εκ φύσεως. Δεν έχω γράψει ποτέ μισό ποίημα στην ζωή μου. Είμαι πολύ γειωμένη, έχω εξαιρετικά διαγραμμένα όρια και είμαι αρκετά ελεγκτική. Δε θα μπορούσα να είμαι ποτέ ποιήτρια!
Το πιο κοντινό μου στην ποίηση είναι τα λιμπρέτα και οι στίχοι των τραγουδιών. Ιδίως όταν δουλεύω σε μιούζικαλ ή σε μουσικές παραστάσεις για παιδιά και νέους, σκέφτομαι αν αυτό που έγραψα στέκεται εύκολα στην γλώσσα, αν μπορεί να το τραγουδήσει ένα παιδί, αν θα το θυμηθεί μετά την παράσταση. Αν ναι, είμαι εντάξει. Οι ταμπέλες ας βρουν μόνες τους πού θα κολλήσουν.
Η γραφή σας έχει αισθητό ρυθμό. Φανερώνεται έτσι μια πρόδηλη σωματικότητα. Αυτό σημαίνει πως γράφετε βιωματικά; Πώς ξεκινάει μια έμπνευσή σας;
Νομίζω πως γράφω όπως σκέφτεται το σώμα μου, όχι όπως σκέφτεται το μυαλό μου. Έρχομαι με την φόρα του ηθοποιού, οπότε ο ρυθμός, η ανάσα, το πότε θα γελάσει ένα παιδί και πότε θα μαγκώσει η ψυχή του, είναι μέσα στον τρόπο που γράφω. Σαν μουσική. Αν ένα κείμενο δεν κάθεται, αν δεν μπορεί να ειπωθεί από ηθοποιό, για μένα είναι ακόμα ημιτελές.
Επομένως, γράφω βιωματικά ως προς το συναίσθημα, την αγωνία, την απορία. Συχνά ξεκινάω από μια ερώτηση που δεν ησυχάζει, κάτι που με ρώτησε ένα παιδί, κάτι που δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω απλά και τίμια. Αυτό γίνεται καύσιμο.
Γιατί για μένα, η έμπνευση σπάνια ξεκινά από ένα θέμα. Ξεκινά από μια σκηνή που ακούω στο κεφάλι μου, από δύο χαρακτήρες που τσακώνονται, από μια ατάκα που έρχεται από το πουθενά και επιμένει. Από την ιστορία. Μπορεί να είναι και καθαρά ρυθμός, μια φράση που σχεδόν τραγουδιέται και μετά ζητά να γίνει σκηνή ή τραγούδι. Κάποια στιγμή, ενώ περπατάω στον δρόμο και μιλάω μόνη μου, συνειδητοποιώ ότι αυτό που κάνω δεν είναι πια σκέψη, είναι ήδη θέατρο, και εκείνη είναι η στιγμή που κάθομαι να το γράψω.
Είστε δημιουργικός άνθρωπος. Η γραφή όμως και το θέατρο λειτουργούν ομοιοπαθητικά, δραματοθεραπευτικά. Αυτό ισχύει και για εσάς;
Κάπως παράλληλα πορεύονται. Πρώτα είναι δουλειά, είναι ευθύνη απέναντι στα παιδιά και στους εφήβους που θα ακούσουν την ιστορία. Μετά, σχεδόν ύπουλα, έρχεται το ομοιοπαθητικό κομμάτι και για μένα. Όταν γράφω ή δουλεύω πάνω σε μια παράσταση, ακουμπάω πράγματα που με δυσκολεύουν, αλλά σε μικρές δόσεις, μέσα σε μια ιστορία που μπορεί να τα αντέξει. Αυτό, ναι, σου επιτρέπει να συναντήσεις το μέσα σου, αλλά με απόσταση ασφαλείας. Το θέατρο ειδικά λειτουργεί πολύ σωματικά για μένα, ακόμα κι όταν γράφω και δεν παίζω.
Τι ετοιμάζετε για το άμεσο μέλλον; Ποιες είναι οι μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιδιώξεις σας;
Τον Φλεβάρη θα παιχτεί στο ΔΗΠΕΘΕ Βόλου μια διασκευή μου πάνω στην Μικρή Πριγκίπισσα της Φράνσις Χότζενς Μπάρνετ σε σκηνοθεσία Μαίρης Ξανθοπουλίδου και το περιμένουμε όλοι οι συνεργάτες με ανυπομονησία μιας και θα εγκαινιάσει την νέα σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ.
Τιμή μου και χαρά η διεξοδική συνομιλία μας…
Κι εγώ το ίδιο, πραγματικά.
Χαίρομαι πολύ που είχαμε χώρο να μιλήσουμε λίγο περισσότερο σε βάθος, ειδικά για το θέατρο για παιδιά και εφήβους, που συχνά αποτελεί μια υποσημείωση στο κεφάλαιο θέατρο.













