Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Η Ελλάδα μπαίνει στο προεκλογικό 2026 χωρίς τη δραματικότητα άλλων εποχών, αλλά και χωρίς την ανεμελιά που θα επέτρεπε εφησυχασμό. Δεν υπάρχει αίσθηση κατάρρευσης, ούτε όμως και εκείνο το συλλογικό αίσθημα ευφορίας που συχνά συνοδεύει τις περιόδους πριν από κάλπες. Κυριαρχεί κάτι ενδιάμεσο. Mια κοινωνία που λειτουργεί, μια οικονομία που κινείται, ένα κράτος που αντέχει, αλλά ταυτόχρονα ένα γενικευμένο αίσθημα κόπωσης, πίεσης και σιωπηρής απαίτησης για απαντήσεις.
Στην καθημερινότητα, τα σημάδια αυτής της αντίφασης είναι παντού. Οι πόλεις είναι γεμάτες, η αγορά δουλεύει, ο τουρισμός συνεχίζει να κινείται σε υψηλές ταχύτητες, οι επενδύσεις –ιδίως σε ακίνητα και υποδομές– έχουν αφήσει αποτύπωμα. Την ίδια στιγμή, όμως, το κόστος ζωής παραμένει το πρώτο θέμα κάθε συζήτησης. Όχι με κραυγές, αλλά με χαμηλόφωνη αγανάκτηση. Οι αυξήσεις στο σούπερ μάρκετ και στις υπηρεσίες έχουν πάψει να σοκάρουν, έχουν γίνει συνθήκη. Και αυτή η κανονικοποίηση της ακρίβειας είναι ίσως το πιο πολιτικά φορτισμένο στοιχείο της περιόδου.

Το στεγαστικό ζήτημα συμπυκνώνει όσο λίγα αυτή την αίσθηση πίεσης. Ενοίκια που απομακρύνουν νέους ανθρώπους από τα αστικά κέντρα, αγορές ακινήτων που απευθύνονται περισσότερο σε επενδυτές παρά σε νοικοκυριά, μια γενιά που εργάζεται περισσότερο από τις προηγούμενες αλλά δυσκολεύεται να αποκτήσει το αυτονόητο. Στέγη με προοπτική. Δεν πρόκειται για ελληνική ιδιαιτερότητα, όμως στην Ελλάδα το πρόβλημα γίνεται πιο έντονο λόγω εισοδηματικών ανισορροπιών και παλιών δομικών ελλειμμάτων.
Ο αγροτικός κόσμος
Σε αυτό το τοπίο πίεσης και κόπωσης, ο αγροτικός κόσμος επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο. Όχι ως περιθωριακή διαμαρτυρία, αλλά ως υπενθύμιση ότι η ελληνική περιφέρεια ζει τις μεταβολές της οικονομίας με μεγαλύτερη ένταση και μικρότερα περιθώρια άμυνας. Το κόστος παραγωγής, η ενέργεια, οι ζωοτροφές, οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης και οι στρεβλώσεις των ευρωπαϊκών πολιτικών δημιουργούν ένα μείγμα που δύσκολα απορροφάται από τα εισοδήματα της υπαίθρου.
Οι κινητοποιήσεις δεν έχουν τον χαρακτήρα γενικευμένης εξέγερσης, αλλά ούτε και μιας τυπικής συντεχνιακής διεκδίκησης. Εκφράζουν μια βαθύτερη αγωνία. Αν το αγροτικό επάγγελμα παραμένει βιώσιμο ως τρόπος ζωής και παραγωγής ή αν σταδιακά μετατρέπεται σε δραστηριότητα υψηλού ρίσκου με χαμηλή ανταμοιβή. Πίσω από τα τρακτέρ και τα μπλόκα, υπάρχει η αίσθηση ότι η ύπαιθρος καλείται να προσαρμοστεί σε ταχύτητες που δεν σχεδιάστηκαν γι’ αυτήν.
Ταυτόχρονα, ο αγροτικός κόσμος δεν εμφανίζεται αποκομμένος από το γενικότερο κοινωνικό κλίμα. Δεν ζητά επιστροφή στο παρελθόν, αλλά όρους συνέχειας. Περισσότερη προβλεψιμότητα, λιγότερη γραφειοκρατία, μια αίσθηση ότι το κράτος αντιλαμβάνεται τη σημασία της πρωτογενούς παραγωγής πέρα από τα λόγια. Σε μια προεκλογική περίοδο όπου οι μεγάλες κραυγές απουσιάζουν, η φωνή της υπαίθρου ακούγεται χαμηλά αλλά σταθερά και ακριβώς γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.
Στο πεδίο της εργασίας, η εικόνα είναι επίσης σύνθετη. Η ανεργία δεν θυμίζει τα εφιαλτικά ποσοστά της δεκαετίας της κρίσης, η αγορά απορροφά προσωπικό, αλλά ταυτόχρονα πολλοί εργαζόμενοι νιώθουν ότι τρέχουν απλώς για να μείνουν στο ίδιο σημείο. Οι μισθοί αυξάνονται, αλλά συχνά με ρυθμό μικρότερο από τις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Η ανασφάλεια δεν εκφράζεται πια ως φόβος απώλειας εργασίας, αλλά ως αβεβαιότητα για το αν η εργασία αρκεί.
Κράτος και θεσμοί
Στο επίπεδο του κράτους και των θεσμών, το τοπίο δεν είναι συγκρουσιακό, είναι όμως απαιτητικό. Οι πολίτες δείχνουν λιγότερη ανοχή στις δυσλειτουργίες, όχι επειδή πιστεύουν ότι όλα λύνονται εύκολα, αλλά επειδή έχουν ζήσει αρκετά ώστε να μην αποδέχονται την αδράνεια ως μοίρα. Το κράτος εμφανίζεται πιο οργανωμένο από το παρελθόν, με ψηφιακά εργαλεία και καλύτερη διοικητική ροή, αλλά οι προσδοκίες έχουν ανέβει ταχύτερα από την απόδοσή του. Και αυτή η απόσταση γεννά κριτική, όχι απαραίτητα οργή.
Η ασφάλεια –πραγματική και αντιληπτή– παραμένει κεντρικό ζήτημα. Η εγκληματικότητα δεν έχει τα χαρακτηριστικά μαζικής έξαρσης, όμως η κοινωνική ανοχή στη βία, ειδικά στην καθημερινή της μορφή, έχει μειωθεί. Οι πολίτες ζητούν τάξη όχι ως ιδεολογικό σύνθημα, αλλά ως πρακτική ανάγκη. Σε αυτό το πλαίσιο, η κρατική παρέμβαση κρίνεται περισσότερο από την αποτελεσματικότητά της παρά από τις προθέσεις της.
Στο μεταναστευτικό, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στη μεθόριο μιας ευρωπαϊκής πρόκλησης που δεν έχει ακόμη σταθερές λύσεις. Οι ροές ελέγχονται, αλλά δεν εξαφανίζονται. Η κοινωνία δείχνει λιγότερη ένταση απ’ ό,τι στο παρελθόν, αλλά και λιγότερη αυταπάτη. Υπάρχει μια σιωπηρή αποδοχή ότι το ζήτημα θα παραμείνει, και μια εξίσου σιωπηρή απαίτηση να μην μετατραπεί σε παράγοντα αποσταθεροποίησης.
Η κλιματική κρίση, τέλος, λειτουργεί ως υπόκωφη σκιά πάνω από όλα. Πυρκαγιές, πλημμύρες, καύσωνες δεν προκαλούν πια έκπληξη, αλλά αγωνία. Όχι τόσο για το αν θα συμβούν, όσο για το πόσο προετοιμασμένη είναι η χώρα να τις αντέξει. Η συζήτηση μετατοπίζεται σταδιακά από το «ποιος φταίει» στο «πόσο αντέχουμε». Και αυτό είναι ενδεικτικό μιας κοινωνίας που έχει ωριμάσει μέσα από διαδοχικές κρίσεις.
Πολιτικά, το κλίμα δεν θυμίζει εποχές οξύτατης πόλωσης. Η αντιπαράθεση υπάρχει, αλλά δεν κυριαρχεί στον δημόσιο χώρο. Οι πολίτες μοιάζουν λιγότερο πρόθυμοι να επενδύσουν συναισθηματικά σε μεγάλα αφηγήματα και περισσότερο διατεθειμένοι να αξιολογήσουν πρακτικά αποτελέσματα. Το ζητούμενο δεν είναι η ρήξη, αλλά η πειστική διαχείριση.
Αυτό το στοιχείο είναι κρίσιμο ενόψει της προεκλογικής περιόδου. Η Ελλάδα δεν προσέρχεται στις κάλπες ως χώρα σε κρίση, αλλά ως χώρα σε φάση απαιτητικών επιλογών. Δεν υπάρχει το άγχος της επιβίωσης, υπάρχει όμως η πίεση της συνέχειας. Πώς διατηρείται η σταθερότητα χωρίς να αγνοούνται οι ανισότητες; Πώς μετατρέπεται η ανάπτυξη σε καθημερινή εμπειρία και όχι σε στατιστικό δεδομένο; Πώς απαντά το πολιτικό σύστημα σε μια κοινωνία που δεν φωνάζει, αλλά περιμένει;
Ίσως αυτό να είναι και το βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου. Η απουσία μεγάλων εξάρσεων. Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι ούτε θυμωμένη ούτε ενθουσιώδης. Είναι επιφυλακτική. Έχει μνήμη κρίσεων, αλλά και εμπειρία διαχείρισης. Έχει μάθει ότι οι εύκολες λύσεις κοστίζουν ακριβά και ότι οι δύσκολες χρειάζονται χρόνο.
Σε αυτό το περιβάλλον, το προεκλογικό κλίμα δεν διαμορφώνεται από κραυγές, αλλά από λεπτές ισορροπίες. Από το κατά πόσο η πολιτική θα καταφέρει να συνομιλήσει με μια κοινωνία που δεν ζητά θαύματα, αλλά ζητά να μην διαψευστεί. Μια κοινωνία που θέλει να συνεχίσει μπροστά, αλλά όχι με κλειστά μάτια.
Και ίσως αυτή ακριβώς η συνθήκη να κάνει το προεκλογικό 2026 λιγότερο θορυβώδες, αλλά περισσότερο ουσιαστικό. Γιατί η Ελλάδα, μετά από πολλά, έχει μάθει να διαβάζει πίσω από τα συνθήματα και να κρίνει με βάση το αποτέλεσμα.













