Τα πενήντα χρόνια, ο μισός αιώνας δηλαδή, από την κυπριακή τραγωδία του 1974 -για τα οποία κουβέντα δεν γίνεται σε Αθήνα και Λευκωσία, ενώ αντιθέτως προγραμματίστηκαν μεγάλες εκδηλώσεις στην Τουρκία και τα Κατεχόμενα- αυτό που μας κληρονόμησαν είναι τα χειρότερα ενδεχόμενα για το μέλλον, λόγω της ανυπαρξίας μιας μακροπρόθεσμης, εθνικής, στρατηγικής.
Όλα αυτά τα χρόνια η εξάρτηση του πολιτικού συστήματος από Δυτικά συμφέροντα και εισαγόμενα ιδεολογήματα δεν επέτρεψε τη διαμόρφωση μιας σταθερής αντίληψης για τα εθνικά μας ζητήματα και την εξωτερική πολιτική, επεξεργασμένης συλλογικά από πολιτικούς, διπλωμάτες, στρατιωτικούς και διεθνολόγους με εμπειρία, καθαρή πρόθεση και ελληνική συνείδηση.
Δυστυχώς, οι λόγοι γι’ αυτό έχουν τις ρίζες τους στις απαρχές του νεοελληνικού κράτους πριν δύο αιώνες. «Η επιρροή ιδεολογημάτων σε θέματα εθνικής στρατηγικής ανάγεται γενικότατα στο ότι το νεοελληνικό κρατίδιο αναγκάστηκε εξ αρχής να αντισταθμίσει την ιστορική του καχεξία με υπεραυτάρεσκους μύθους. Γίναμε έτσι λαός που τέρπεται παράγοντας λήρους και χορταίνει καταναλίσκοντας ανεμώλια έπη», όπως έγραφε ο Παναγιώτης Κονδύλης από το 1998. Κι όπως προφητικά διαπίστωνε ο Έλληνας φιλόσοφος, έβλαψαν το ίδιο την πατρίδα τόσο οι οικουμενιστές «ευρωπαϊστές», που φαντάζονταν ότι η οικονομία και η παγκοσμιοποίηση θα εξαλείψουν τον πόλεμο, όσο και οι επιπόλαια «ελληνοκεντρικοί», που έβλεπαν τους Τούρκους να είναι «του χεριού μας» λόγω της «τρισχιλιετούς ιστορίας» μας. Το ζήτημα είναι, όμως, ότι η εθνική εξωτερική πολιτική διαμορφώνεται με τη σωστή ανάγνωση των εθνικών συμφερόντων, των εχθρών και φίλων, και των γεωπολιτικών παραμέτρων.
Αυτοί που υποτίμησαν στρατηγικά την Τουρκία ή λοιδορούσαν ως «φιλοπόλεμους» όσους έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου, έχουν μείνει σήμερα με τα χέρια ψηλά, παραδομένοι, μπροστά στο αυξανόμενο στρατηγικό, οικονομικό και διπλωματικό ανάστημα της Τουρκίας. Θυμίζουν εκείνους τους Τραπεζούντιους του ποιήματος του Καβάφη «Πάρθεν», που όλο πίστευαν ακόμη πως θα σωθούνε, αλλά δεν τολμούσαν (ή δεν ήθελαν) να διαβάσουν τα μαντάτα που ήρθαν από την Πόλη.
Η λύπη των Γραικών
Η λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων των χρόνων της Άλωσης έχει αρχίσει να διαγράφεται στους σημερινούς Έλληνες, καθώς διαλύονται καθημερινά οι πομφόλυγες των ιδεολογημάτων και οι κοινοτοπίες του οικονομίστικου νεοφιλελευθερισμού, που μας έθρεψαν τα 50 αυτά χρόνια, διαψευσμένες από την πραγματικότητα. Η διαφορά των συντελεστών ισχύος -δημογραφία, οικονομία, πολεμική βιομηχανία κ.ο.κ.- ανάμεσα στις δύο χώρες αυξάνεται δραματικά υπέρ της Τουρκίας και είμαστε στα «παρά πέντε» για να γίνει μη αναστρέψιμη για την ελληνική πλευρά.
Η έλλειψη φρονήματος, η οικονομική χρεωκοπία, οι ολιγωρίες και τα σφάλματα των προηγούμενων δεκαετιών έχουν εξασθενίσει τη διαπραγματευτική θέση της Χώρας. Αυτό δίνει την ευκαιρία στη δραστήρια προπαγάνδα είτε της ευρωατλαντικής πλευράς είτε της εγχώριας «πέμπτης φάλαγγας» να καλλιεργούν το πνεύμα των υποχωρήσεων και του συμβιβασμού σε όλα τα ανοικτά εθνικά μέτωπα.
Προβάλλουν μάλιστα τον συμβιβασμό ως υπαγόρευση της «λογικής», όπως έκαναν και με τα Μνημόνια (2010-2011) ή παλιότερα με το Σχέδιο Ανάν (2004) για την Κύπρο. Τότε, οι «Ανανιστές» κινδυνολογούσαν ότι θα καταστραφούμε, δεν θα μπει η Κύπρος στην Ευρώπη, θα προελαύσουν οι Τούρκοι αν δεν δεχθούμε το σχέδιό τους. Μετά το εμβληματικό «ΟΧΙ» του Ελληνοκυπριακού λαού, κατάπιαν τη γλώσσα τους, δεν έγινε τίποτα απ’ όσα απειλούσαν, αλλά και δεν τους υποχρέωσε, κακώς, κανείς να απολογηθούν για την μαύρη προπαγάνδα τους.
Το ίδιο θα γινόταν, αν εφαρμοζόταν και το ελλαδικό «ΟΧΙ» του 2015 και δεν καταπατούσαν τη θέληση του ελληνικού λαού οι «Μένουμε Ευρώπη» του προσκυνημένου πολιτικού επαρχιωτισμού: Όχι μόνο καμία καταστροφή δεν θα μας είχε βρει, αλλά θα είχαμε γλιτώσει και το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου.
Είναι γεγονός ότι η ουσία του Ελληνισμού είναι η βαθιά ιστορία του, η ικανότητά του να δημιουργεί πολιτισμό και η αντίστασή του στη φθορά του χρόνου, διατηρώντας αναλλοίωτη την ταυτότητά του. Όμως, το «διεθνές δίκαιο» δεν μας εγγυάται τη μακροβιότητα, και γι’ αυτούς τους λόγους- είναι βασικά η αντανάκλαση των συσχετισμών ισχύος. Κανενός ιστορικού έθνους η ύπαρξη δεν είναι δεδομένη, αν το ίδιο δεν έχει το φρόνημα και τη θέληση για επιβίωση. Το παράδειγμα του Ιράν είναι προφανές, ας μας γίνει παράδειγμα. Ένα έθνος, όπως το δικό μας, πάσχει σοβαρά όταν αντιγράφει άκριτα τα ιδεολογήματα του δυτικοευρωπαϊκού μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού.
Το Βυζάντιο
Το Βυζάντιο, που είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του, το οποίο οι Πέρσες, οι Ούννοι, οι Γότθοι και οι Άραβες είχαν αποτύχει επί αιώνες να κατακτήσουν, το Βυζάντιο με τα αδιαπέραστα τείχη του και το ακαταμάχητο «υγρό πυρ», έπεσε τελικά από τα χτυπήματα των Δυτικών Σταυροφόρων. Η πρωτεύουσα του κόσμου Χάθηκε μέσα στις φλόγες, τη λεηλασία, στο αίμα και το φονικό. Η υποδούλωση στους Οθωμανούς ήταν θέμα χρόνου για τους μελλοθάνατους του Βυζαντίου. «Άθλιε», φώναξε ο νικητής Δόγης της
Βενετίας, ο τραπεζίτης της Μεσογείου, στον Αυτοκράτορα Αλέξιο: «Σε βγάλαμε από τη λάσπη! Θα σε ξαναρίξουμε στη λάσπη». Έκτοτε, επανειλημμένα προσπάθησαν οι Δυτικές δυνάμεις να ξαναρίξουν στη λάσπη το νεοελληνικό έθνος που, ύστερα από 400 χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας, επαναστάτησε, διεκδίκησε την ελευθερία του, κέρδισε την Ανεξαρτησία του κι έφθασε μέσα σε 100 χρόνια έξω από την Άγκυρα για να ολοκληρώσει την Μεγάλη Ιδέα.
Οι Δυτικοί, ο Διχασμός και οι ντόπιοι λακέδες φρόντισαν να μην συμβεί αυτό. Όπως φρόντιζαν και η ελληνική άρχουσα τάξη να βρίσκεται πάντα αιχμάλωτη στη «σωστή πλευρά» της ιστορίας. Τις διαχρονικές προθέσεις τους τις έχει-ομολογήσει ευθαρσώς ο Πρόεδρος Ομπάμα, όταν στο ταξίδι του στην Άγκυρα, τον Απρίλιο του 2009 (το πρώτο ταξίδι μετά την ορκωμοσία του), απευθυνόμενος στην τούρκικη Εθνοσυνέλευση, είπε: «Σας ευχαριστώ, ώ Τούρκοι, που αποκρούσατε τον εισβολέα (σ.σ. τους Έλληνες στη Μικρασία), ο οποίος ήρθε εδώ για να επανιδρύσει την Αυτοκρατορία του. Απελευθερωθήκατε από τον ξένο έλεγχο και ιδρύσατε μια δημοκρατία που χαίρει του σεβασμού των Ηνωμένων Πολιτειών και του υπόλοιπου κόσμου»!
Σήμερα, σαν μελλοθάνατη η Ευρωκώσταινα, όπως την έχει καταντήσει η πολιτικο-οικονομική ελίτ, πηγαίνει φοβισμένη στην Άγκυρα για τα καλοπιάσματα με τους αμετανόητους γενοκτόνους. Δεν γνωρίζουμε, όταν γράφονται αυτές οι γραμμές, τα όποια αποτελέσματα της Ελληνο-Τουρκικής συνάντησης. Δεν περιμένουμε, όμως, και πολλά, όταν απέναντί μας βρίσκεται ένας αποφασισμένος ηγέτης να κερδίσει τα πάντα για τη xώρα του, όπως δείχνουν και τα λόγια του: «Πορεύομαι σ’ αυτόν τον δρόμο έχοντας φορέσει για ρούχο το σάβανό μου». Αυτός ο ηγέτης δεν δίστασε να ακυρώσει την επίσκεψη στις ΗΠΑ λόγω της στήριξής τους στο Ισραήλ.
Η Τουρκία την τελευταία εικοσαετία, την ώρα που η Ελλάδα χάρη στους άσπονδους φίλους της στην Ε.Ε., πήρε την κατιούσα και χρεωκόπησε, μετατράπηκε σε μια χώρα που διαθέτει σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη πολιτική, σοβαρό εθνικό σχεδιασμό, επιχειρηματική και βιομηχανική ανάπτυξη, επενδυτικά κεφάλαια και δικές της τεχνολογικές κατακτήσεις. Έχει μετατραπεί σε τμήμα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, αντιγράφοντας την Κίνα στον μεταπρατικό τομέα και τη Ρωσία στον στρατιωτικό, σε συγκεκριμένους τομείς, όπως οι βιομηχανίες ηλεκτρονικών, οι αυτοκινητοβιομηχανίες, οι βιομηχανίες οπλικών συστημάτων, ηλεκτρικών ειδών κ.ο.κ. Η Άγκυρα συμμετέχει στη Σύνοδο των Τουρκόφωνων Χωρών και είναι ιδρυτικό μέλος του Τούρκικου Συμβουλίου, το οποίο είναι εναλλακτικό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Όλα αυτά είναι μέρος της ποικιλόμορφης νεοοθωμανικής πολιτικής, όπως την υλοποιεί ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και την εξέφρασε αρχικά ο Αχμέτ Νταβούτογλου, στο βιβλίο του «Στρατηγικό Βάθος». Το δόγμα του πρώην Τούρκου υπουργού Εξωτερικών λέει σαφώς: «Για την Τουρκία, η Κεντρική Ασία και η Ευρώπη δεν αποτελούν ετερώνυμους πόλους. Αντιθέτως, αποτελούν πόλους όπου ο ένας συμπληρώνει τον άλλον. Όσο πιο πολύ τεντώνουμε το τόξο προς την Ασία τόσο πιο μακριά θα μπορέσουμε να ρίξουμε το βέλος προς την Ευρώπη». Στα πλαίσια της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής και της «ήπιας ισχύος» της, η Τουρκία έχει ένα σοβαρό εργαλείο για την οικονομική και πολιτιστική διείσδυση σε τουρκόφωνες και μουσουλμανικές χώρες: τον Τούρκικο Οργανισμό Συνεργασίας και Συντονισμού (ΤΙΚΑ: Tijrk i;bir1i4i ve Koordinasyon Ajans1). Ο ΤΙΚΑ έχει ως αποστολή την ανάπτυξη προγραμμάτων οικονομικού, εμπορικού, τεχνολογικού, πολιτιστικού και ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος σε δεκάδες χώρες.












