Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Οι απολογισμοί της χρονιάς έχουν ένα βασικό ελάττωμα. Είναι συνήθως σωστοί και σχεδόν πάντα βαρετοί. Γεμάτοι πολέμους, αποφάσεις, δείκτες, γεωπολιτικές ανακατατάξεις και οικονομικά μεγέθη που «μας αφορούν», αλλά σπάνια μας ακούμπησαν στην πραγματική ζωή. Το 2025 θα μπει κι αυτό στα αρχεία ως μια χρονιά έντασης, κρίσεων και μεταβάσεων. Όμως όσοι τη ζήσαμε, δεν τη θυμόμαστε έτσι. Τη θυμόμαστε αλλιώς. Σαν μια χρονιά που δεν μας συγκλόνισε με ένα μεγάλο γεγονός, αλλά μας έφθειρε καθημερινά, αθόρυβα, επίμονα.
Το 2025 δεν ήταν η χρονιά της κατάρρευσης. Ήταν η χρονιά της κόπωσης.
Στον κόσμο, οι μεγάλες κρίσεις συνέχισαν χωρίς λύση και χωρίς κάθαρση. Ο πόλεμος στην Ουκρανία μπήκε σε έναν παράξενο βηματισμό φθοράς. Λιγότερα πρωτοσέλιδα, ίδιες απώλειες, περισσότερη κούραση. Στη Μέση Ανατολή, η εκεχειρία στη Γάζα έμοιαζε περισσότερο με ανακωχή εξάντλησης παρά με δρόμο προς ειρήνη, ενώ ο φόβος μιας γενικευμένης ανάφλεξης παρέμενε μόνιμα στο φόντο. Στο Σουδάν, ο πόλεμος εξελίχθηκε σε φρικτή ανθρωπιστική καταστροφή χωρίς κάμερες, σε μια εποχή που ακόμη και οι τραγωδίες χρειάζονται προβολή για να υπάρξουν.
Κανένα από αυτά δεν προκάλεσε παγκόσμιο σοκ. Όλα μαζί, όμως, δημιούργησαν ένα διαρκές υπόστρωμα ανησυχίας. Ένα παγκόσμιο βουητό φόβου και ανασφάλειας που δεν κορυφώνεται, αλλά δεν σβήνει. Η ανθρωπότητα δεν τρόμαξε από κάτι καινούργιο το 2025. Ούτε καν από τον ανορθόδοξο τρόπο που πλασάρεται και κυβερνά ο Τραμπ. Η ανθρωπότητα κουράστηκε από τα ίδια, κι ας μην είναι όλα ακριβώς ίδια.
Στην Ελλάδα, το πολιτικό σύστημα κύλησε μέσα στη χρονιά με τον γνώριμο αυτοματισμό του. Σκάνδαλα, προανακριτικές, εξεταστικές, καταγγελίες, αποκαλύψεις – με αιχμή την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις σκιές πάνω από τον τρόπο που το κράτος διαχειρίζεται ευρωπαϊκά κονδύλια. Αγρότες που ένιωσαν συλλογικά στοχοποιημένοι, πολιτικοί που αντάλλασσαν κατηγορίες, μια Βουλή που συζητούσε επί μήνες χωρίς να παράγει αίσθηση κάθαρσης, λαϊκισμοί συχνά ανυπόφοροι. Τίποτα από αυτά δεν προκάλεσε σεισμό. Όλα μαζί, όμως, ενίσχυσαν την αίσθηση ότι η χώρα κινείται σε έναν κύκλο χωρίς έξοδο.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη φθορά, υπήρξαν και μικρά θαύματα. Όχι από εκείνα που γίνονται πρωτοσέλιδα, αλλά από εκείνα που κρατούν μια κοινωνία όρθια χωρίς να το καταλάβει. Το ΕΣΥ, για παράδειγμα, δεν μεταρρυθμίστηκε το 2025. Δεν απέκτησε μαγικά περισσότερους γιατρούς ούτε καλύτερες υποδομές. Αλλά άντεξε. Παρά τις ελλείψεις, τις εφημερίες, τις παραιτήσεις, τα νοσοκομεία λειτούργησαν. Οι γιατροί και οι νοσηλευτές κράτησαν το σύστημα όρθιο με προσωπικό κόστος, με εξουθένωση, με μια αίσθηση καθήκοντος που δεν αποτυπώνεται σε κανέναν προϋπολογισμό.
Το ίδιο συνέβη και με την κοινωνία της καθημερινότητας. Τα σχολεία άνοιξαν ξανά τον Σεπτέμβριο μέσα σε μια χρονιά αυξημένων εντάσεων, ελλείψεων και φόρτου. Οι δάσκαλοι έκαναν μάθημα σε τάξεις πιο κουρασμένες, πιο νευρικές, πιο ανήσυχες. Οι οικογένειες προσαρμόστηκαν, όπως πάντα, χωρίς να το θεωρούν κατόρθωμα. Η επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ συνεχίστηκε, κι ας έγινε συνώνυμο του άχθους.
Οι πόλεις άντεξαν επίσης. Η Αθήνα δεν έγινε πιο ανθρώπινη το 2025. Έγινε πιο πυκνή, πιο ζεστή, πιο θορυβώδης. Καύσωνες, ρεκόρ τουρισμού, κυκλοφοριακή ασφυξία, έργα που δεν τελειώνουν ποτέ. Κι όμως, η πόλη δεν έσπασε. Λειτούργησε οριακά, χάρη σε ανθρώπους που απλώς έκαναν τη δουλειά τους. Αυτά είναι τα μικρά θαύματα της αντοχής. Όχι η πρόοδος, η επιβίωση.
Την ίδια στιγμή, όμως, το 2025 θα μείνει και ως η χρονιά του χαμένου χρόνου. Όχι με τη φιλοσοφική έννοια, αλλά με τη σκληρή, τη γραφειοκρατική. Χρόνος χαμένος σε πλατφόρμες που άνοιξαν αργά ή δεν άνοιξαν ποτέ. Σε επιδοτήσεις που καθυστέρησαν μήνες. Σε αποζημιώσεις για φυσικές καταστροφές που έφτασαν όταν οι πληγές είχαν ήδη κλείσει στραβά. Χρόνος χαμένος σε αιτήσεις, ενστάσεις, διορθώσεις, επανυποβολές.
Το 2025 ήταν επίσης η χρονιά των φυσικών δοκιμασιών. Πυρκαγιές που ξαναχάραξαν τον χάρτη του φόβου, ξηρασία που πίεσε περιοχές και παραγωγούς, ένα καλοκαίρι που έμοιαζε ατελείωτο. Η Πολιτική Προστασία λειτούργησε καλύτερα σε επίπεδο συντονισμού, αλλά η αίσθηση του «νέου κανονικού» παρέμεινε. Κάθε καλοκαίρι είναι και ένα στοίχημα.
Το 2025 δεν χάσαμε μόνο λεφτά. Χάσαμε χρόνο. Και αυτό είναι το πιο ακριβό νόμισμα. Γιατί ο χαμένος χρόνος δεν επιστρέφεται, δεν αποζημιώνεται και δεν διορθώνεται με εξαγγελίες. Μετατρέπεται σε θυμό. Σε απαξίωση. Σε ένα συλλογικό «δεν πιστεύω τίποτα μέχρι να το δω».
Αυτή η αίσθηση δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Στη Γαλλία, οι αγρότες βγήκαν ξανά στους δρόμους. Στη Γερμανία, η οικονομική επιβράδυνση δημιούργησε αίσθηση στασιμότητας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια κοινωνία βαθιά διχασμένη μπήκε σε ακόμη έναν εκλογικό κύκλο με νεύρα τεντωμένα. Παντού, οι πολίτες νιώθουν ότι τα κράτη κινούνται πιο αργά από τα προβλήματα.
Αν όμως το 2025 είχε ένα πραγματικό αποτύπωμα, αυτό δεν γράφτηκε στα χαρτιά. Γράφτηκε πάνω μας. Στα σώματα και στα νεύρα μας. Ήταν η χρονιά της αϋπνίας, της μόνιμης κόπωσης, του «δεν είμαι άρρωστος, αλλά δεν είμαι και καλά». Η χρονιά των check-up, των φαρμάκων που μπήκαν στη ζωή ανθρώπων που μέχρι χθες τα απέφευγαν. Η χρονιά που η ψυχική υγεία έπαψε να είναι ταμπού, όχι επειδή λύθηκαν τα προβλήματα, αλλά επειδή έγιναν μαζικά.
Το 2025 το θυμόμαστε στη μέση, στο στομάχι, στο κεφάλι. Ως burnout χωρίς όνομα. Ως άγχος χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Ως μια μόνιμη αίσθηση ότι όλα τρέχουν και τίποτα δεν τελειώνει. Ότι κάθε κρίση διαδέχεται την προηγούμενη χωρίς παύση για αποκατάσταση.
Αυτή η σωματική και ψυχική κόπωση είναι ίσως το πιο πολιτικό γεγονός της χρονιάς. Γιατί μια κουρασμένη κοινωνία δεν διεκδικεί. Δεν εμπιστεύεται. Δεν συγχωρεί. Απλώς αντέχει. Μέχρι να μην αντέχει άλλο. Και τότε γίνεται είτε κυνική είτε ευάλωτη σε εύκολες απαντήσεις, σε απλοϊκά σχήματα, σε πολιτικούς που υπόσχονται κάθαρση χωρίς κόστος.
Το 2025 δεν μας έκανε σοφότερους. Μας έκανε πιο έμπειρους στη φθορά. Μας έμαθε πώς μοιάζει μια χρονιά χωρίς κορύφωση και χωρίς κάθαρση. Μια χρονιά που δεν καίγεται θεαματικά, αλλά σιγοκαίει.
Αν κάτι αξίζει να κρατήσουμε από αυτόν τον απολογισμό, δεν είναι τα μεγάλα γεγονότα. Είναι αυτή η αθόρυβη συνειδητοποίηση ότι οι κοινωνίες δεν καταρρέουν πάντα με πάταγο. Πολύ συχνότερα φθείρονται σιωπηλά. Και επιβιώνουν όχι από σχέδιο, αλλά από πείσμα.
Το 2025 τελειώνει όπως κύλησε. Χωρίς χειροκρότημα, χωρίς ανακούφιση. Αλλά με μια καθαρή αίσθηση ότι, παρά την κούραση, παρά τον χαμένο χρόνο, παρά τα νεύρα και τα βάρη, σταθήκαμε όρθιοι. Όχι επειδή όλα πήγαν καλά. Αλλά επειδή, απλώς, δεν είχαμε την πολυτέλεια να πέσουμε.












