Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
της Κωνσταντίνας Δ. Καρακώστα
Επίκουρης Καθηγήτριας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας
Τα Χριστούγεννα, όσο κι αν μεταμορφώνονται μέσα στον χρόνο, παραμένουν μια γιορτή που αγγίζει τον βαθύτερο πυρήνα του ανθρώπου. Είναι, πρώτα απ’ όλα, μια επέτειος γέννησης – όχι μόνο του Θείου Βρέφους, αλλά και μιας εσωτερικής ανανέωσης που κάθε άνθρωπος επιθυμεί σιωπηλά. Η φάτνη, η ταπεινή εκείνη σκηνή που οι Ευαγγελιστές αφηγούνται με λιτή μεγαλοπρέπεια, λειτουργεί σχεδόν σαν αρχέτυπο: υπενθυμίζει ότι τα σπουδαία και τα υπαρξιακά, όσα υπόσχονται ειρήνη και λύτρωση, δεν έρχονται με θόρυβο αλλά με απλότητα. Είναι το παράδοξο της Γέννησης: μέσα στην ένδεια, μια υπόσχεση πληρότητας· μέσα στο σκοτάδι, μια πηγή φωτός.
Αυτό το φως που αναδύεται από τη Γέννηση δεν είναι απλώς θρησκευτικό σύμβολο. Είναι μια εμπειρία, κάτι που αγκαλιάζει ακόμη και όσους δεν προσεγγίζουν τη γιορτή με δογματική πίστη. Σε αυτό το σημείο, η σκέψη του Γιώργου Σεφέρη αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Στα ημερολόγια και τις «Μέρες» του, ο ποιητής μιλά συχνά για το φως ως κατάσταση εσωτερική — ένα φως που «καίει χωρίς να καίει», όπως το ονόμασε, δηλαδή ένα φως που ζεσταίνει, διαυγάζει και δεν επιβάλλεται. Κάπως έτσι λειτουργούν και τα Χριστούγεννα: χαμηλόφωνα, σχεδόν ανεπαίσθητα, αλλά βαθιά μεταμορφωτικά.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σεφέρης, σε μια από τις σημειώσεις του στις 25 Δεκεμβρίου 1948, γράφει:
«Το φως αγγίζει τα βλέφαρα σαν ευλογία. Κι όμως η γη αρνείται να ησυχάσει». Μέσα σε δύο μόνο προτάσεις συλλαμβάνει την ουσία της γιορτής: το άγγιγμα της χάριτος και, ταυτόχρονα, τη σκληρότητα του κόσμου που δεν παύει ούτε τις άγιες μέρες. Αυτή η διττότητα —ευλογία και ανησυχία, ελπίδα και επίγνωση— είναι και ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το χριστουγεννιάτικο νόημα.
Η γιορτή υπενθυμίζει την ανάγκη του ανθρώπου να ξαναβρεί τον εαυτό του και να κοιτάξει τον άλλο με καλοσύνη. Είναι ο χρόνος όπου μια μικρή πράξη μπορεί να γίνει σύμβολο, ένα βλέμμα να γίνει υπόσχεση, μια συγγνώμη να γίνει αρχή. Αυτό το πνεύμα αποτυπώνεται και στη λογοτεχνία, από τον Ντίκενς ως τον Παπαδιαμάντη: ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει, έστω για λίγο, αν του δοθεί η ευκαιρία. Ο Σκρουτζ μεταμορφώνεται μέσα σε μία χριστουγεννιάτικη νύχτα· ο Παπαδιαμάντης περιγράφει την Άγια Νύχτα ως έναν χρόνο όπου τα πάθη γαληνεύουν και οι ψυχές σκιρτούν. Σε όλες αυτές τις γραφές, το μήνυμα είναι κοινό: η μεταστροφή είναι δυνατή, η καλοσύνη δεν είναι αφελής, η μνήμη του φωτός μπορεί να γίνει πράξη.
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η χριστουγεννιάτικη εμπειρία γίνεται βαθιά ανθρώπινη. Η οικογένεια, οι φίλοι, οι απώλειες που θυμόμαστε, οι παρουσίες που αναζητούμε, το τραπέζι που στρώνεται όχι για να εντυπωσιάσει αλλά για να ενώσει. Τα Χριστούγεννα είναι μια παύση — όχι διαφυγή, αλλά ανάσα. Μια πρόσκληση να κοιτάξουμε τον κόσμο με τρυφερότητα, να αναγνωρίσουμε μέσα μας την ανάγκη για φως, να καταλάβουμε ότι η ελπίδα δεν γεννιέται από έξαλλες χαρές, αλλά από την ήρεμη επίγνωση πως ο άνθρωπος αξίζει κάτι καλύτερο.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το ουσιαστικό νόημα της γιορτής: η αναβίωση μιας εσωτερικής ευγένειας που συχνά θάβεται κάτω από τις απαιτήσεις της ζωής. Ένα κάλεσμα να ξαναθυμηθούμε το φως — εκείνο το «που καίει χωρίς να καίει», που λυτρώνει. Και αν κάθε Χριστούγεννα καταφέρουμε να κρατήσουμε έστω μια μικρή σπίθα από αυτό το φως, τότε η γιορτή έχει εκπληρώσει τον σκοπό της.
Καλά και ευλογημένα Χριστούγεννα!












