Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Έρευνα: Χρυσόστομος Μπομπαρίδης
Η πολιτική σύγκρουσης που υιοθέτησε και εφάρμοσε η Μαφία απέναντι στην Ιταλική Πολιτεία, ολοκληρώνεται στις αρχές τις δεκαετίας του 90. Ειδικότερα οριοθετείται μετά το 1993, έτος σύλληψης του αρχηγού της Μαφία Τοτό Ριίνα, και των δύο πιο ένθερμων υποστηρικτών και εκτελεστικών του οργάνων Τζιοβάνι Μπρούσκα και Λεολούκα Μπαγκαρέλα. Το συγκεκριμένο γεγονός σηματοδοτεί μια αλλαγή στάσης. Καθοριστική προς αυτή την κατεύθυνση φαίνεται πως υπήρξε και η λαϊκή αποδοκιμασία των βίαιων ενεργειών. Κι αυτό κατέστησε σαφές πως η συγκεκριμένη στρατηγική προκαλούσε περισσότερα προβλήματα στις επικερδείς μαφιόζικες δραστηριότητες. Αυτό προκύπτει από τη στάση που υιοθέτησε ο νέος ισχυρός άνδρας της Μαφία και στενός συνεργάτης του Ριίνα, ο Μπερνάντο Προβεντσάνο.
Επέλεξε μια πολιτική σιωπής, χαμηλού προφίλ κατά κάποιο τρόπο, στενά οριοθετημένης και χαρασσόμενης από ένα στενό κύκλο συνεργατών που λάμβαναν μηνύματα-εντολές από τον αρχηγό σε μικρά πυκνογραμμένα κομμάτια χαρτιού, τα αποκαλούμενα pizzini.
Μ’ αυτό τον τρόπο η Μαφία κατόρθωσε να διατηρήσει χωρίς προβλήματα τον έλεγχο των «επιχειρήσεων» της . Η επίσημη Ιταλική Πολιτεία δεν σταμάτησε, παρά τον θάνατο των Φαλκόνε και Μπορσελίνο, να διερευνά τις δραστηριότητες της Μαφία και τη διαπλοκή με τον πολιτικό κόσμο όχι μόνο στη Σικελία αλλά και στην υπόλοιπη Ιταλία. Οι έρευνες ωστόσο υπέστησαν σημαντικές καθυστερήσεις. Αυτές οφείλονται είτε στην πολυπλοκότητας τους είτε σε διαφόρων ειδών προσκομμάτων που διαμόρφωσε μερίδα του πολιτικού κόσμου της Ιταλίας που ένιωθε απειλούμενη από τις δικαστικές έρευνες.
«Τα καθαρά χέρια»
Στη διαμόρφωση αυτού του κλίματος συνετέλεσε και η άλλη μεγάλη δικαστική έρευνα «Τα Καθαρά Χέρια» όπου από το Μιλάνο καθαιρέθηκαν ουσιαστικά οι πολιτικοί σχηματισμοί που κυριαρχούσαν μεταπολεμικά στην χώρα. Το κενό εξουσίας «κάλυψαν» σε μεγάλο βαθμό πολιτικοί σχηματισμοί όπως το κόμμα του Μπερλουσκόνι, που πολύ συχνά έβαλε στο στόχαστρο του τους δικαστές θεωρώντας τους συμμάχους των κομμουνιστών, της μόνης πολιτικής δύναμης που στις αρχές της δεκαετίας του 90 έμεινε αλώβητη από τα σκάνδαλα. Την ίδια στιγμή ο ίδιος ο Μπερλουσκόνι κατηγορήθηκε για συνεργασία με τη Μαφία και συγκεκριμένα μέσω μιας διαδικασίας πληρωμής προστασίας σ’ αυτή για την απρόσκοπτή λειτουργία των επιχειρήσεων του ομίλου Finivest που διεύθυνε. Στην πορεία των δικαστικών ερευνών προέκυψαν και αποδείξεις για ευρύτερες οικονομικές συναλλαγές και πολιτικής συνεργασίας, για τις οποίες οδηγήθηκε σε πολυετή φυλάκιση ο στενός συνεργάτης του Μπερλουσκόνι Μάσσιμο Ντελ Ούρτι.
Ανασταλτικά στη δικαστική διερεύνηση λειτούργησε και η αύξηση των προστατευμένων μαρτύρων πρώην μελών της Μαφία. Πολλές από τις ομολογίες, σε αντίθεση μ’ αυτή του Μπουσέτα, διακρίνονται από μια σύγχυση και από ποικίλες αντιφάσεις. Ανάγονται πολύ συχνά στη σφαίρα προσωπικών απόψεων και διοχέτευση φημών κυρίως συνδεόμενων με πολιτικά πρόσωπα. Ένα παράδειγμα συνιστούν οι δίκες με κατηγορούμενο τον πρώην πρωθυπουργό Τζούλιο Αντρεότι με αντικείμενο την σχέση του με τη Μαφία. Ο δικαστικός μαραθώνιος απέδειξε πως οι κατηγορίες για ηθική αυτουργία του Αντρεότι στη δολοφονία του δημοσιογράφου Μίνο Πεκορέλι από μέλη της Μαφίας ήταν έωλη. Οι δικαστικές αποδείξεις που προέρχονταν από πρώην μαφιόζους δεν ήταν επαρκείς να στοιχειοθετήσουν την κατηγορία διατηρώντας την απλά στο πλέγμα των φημών και συνωμοσιών που συνοδεύουν την μεταπολεμική πολιτική ζωή της Ιταλίας. Για τις κατηγορίες σε άλλες δίκες με κατηγορούμενο τον Αντρεότι για στήριξη και συμμετοχή στη Μαφία τον αθώωσαν λόγω παραγραφής τους από τον Ιταλικό Άρειο Πάγο. Ουσιαστικά απέδειξαν πως οι μαρτυρίες των προστατευμένων μαρτύρων «των μετανοιωμένων» δεν έπεισαν πάντοτε πλήρως τις δικαστικές αρχές και ανέδειξαν τις επιπτώσεις των χρονοβόρων λόγω αρμοδιοτήτων και καθυστερήσεων μηχανισμών απόδοσης δικαιοσύνης.
Οι δομές της Μαφίας
Αν τα παραπάνω συνδυαστούν με το γεγονός πως πολλοί από τους συγκεκριμένους μάρτυρες «χρησιμοποίησαν» τα χορηγούμενα προνόμια για να συνεχίσουν να παρανομούν ή ακόμα να ενισχύσουν τον ρόλο τους μέσα στις δομές της Μαφία. Η προφανής αμφισβήτηση που προκύπτει μεταβάλλει καταλυτικά τη πίστη των πολιτών στο ρόλο των δικαστικών λειτουργών και συνολικά στην απόδοση δικαιοσύνης. Διόλου τυχαίο δεν είναι πως στην Ιταλία συχνά γινόταν και γίνεται λόγος για μια τάση από την πλευρά των δικαστών να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις και γι’ αυτό το σκοπό να χρησιμοποιούν κάθε μέσο για το πετύχουν. Κατηγορήθηκαν επίσης πως επιδίωξαν πολιτική εμπλοκή στη διακυβέρνηση χτίζοντας ένα προφίλ βασισμένο πάνω στο αγώνα για την καταπολέμηση της Μαφία.
Παρά τις δυσμενείς συνθήκες, οι Ιταλικές διωκτικές αρχές εξακολουθούν να σημειώνουν επιτυχίες στο πόλεμο κατά της Μαφία. Το 2006 συλλαμβάνουν τον Προβεντσάνο ενώ στις αρχές του 2023 το ίδιο συμβαίνει με τον τελευταίο ισχυρό της άνδρα τον Ματέο Μεσίνα Ντενάρο Ενώ στην περίπτωση του Ριίνα, η σύλληψη του προέκυψε κατόπιν συνεργασίας με τις αρχές στενού συνεργάτη του, σ’ αυτές των Προβεντσάνο και Ματέο Μεσίνα Ντενάρο η επίτευξη τους ήταν απόρροια μια συστηματικής εργασίας παρακολούθησης από τις διωκτικές αρχές. Αξίζει να σημειωθεί πως και τα τρία αυτά πρόσωπα κυκλοφορούσαν ελεύθερα για πάνω από τουλάχιστον είκοσι χρόνια ο καθένας.
Ένα βήμα μπροστά…
Από την πιο πρόσφατη σύλληψη γίνεται σαφές πως η λειτουργία της Μαφία έχει ριζικά αλλάξει από την εποχή του Ριίνα. Πλέον οι εγκληματικές δραστηριότητες και κυρίως το ξέπλυμα χρήματος χρησιμοποιεί τα τεχνολογικά επιτεύγματα σε βαθμό που κάνει τη Μαφία να βρίσκεται ένα βήμα μπροστά από τις Αρχές. Προκύπτει πλέον πως η αποδοχή και η συγκάλυψη της Μαφίας δεν βασίζεται στον εκφοβισμό και την αλόγιστη χρήση βίας αλλά κυρίως στη διοχέτευση χρημάτων σε κάθε είδους δραστηριότητα. Το τίμημα που ζητά είναι η στήριξη και η ανοχή των πολιτών. Ο καταζητούμενος Ματέο Μεσίνα Ντενάρο έχαιρε πλήρους ιατρικής κάλυψης θεραπειών σε κρατικά νοσοκομεία ανεμπόδιστα! Η συγκεκριμένη «αλλαγή» της Μαφία επιβεβαιώνεται και στα βιβλία του για την Καμόρα της Ναπολιτάνική εκδοχή της ο συγγραφέας Ρομπέρτο Σαβιάνο. Στη βιογραφία του Τζιοβάνι Φαλκόνε που έγραψε, ο επικηρυγμένος από την Καμόρα συγγραφέας αναφέρεται στο αίσθημα της μοναξιάς που βίωνε ο δικαστής στον αγώνα που έδινε. Κάνει συνεπώς να φαντάζει απόλυτα αληθές το απόφθεγμα του Μπορσελίνο σύμφωνα με το οποίο «δυστυχής είναι ο τόπος που έχει ανάγκη από ήρωες».
Τι είναι η Μαφία λοιπόν; Αν η απάντηση στο ερώτημα είναι ανάλογη αυτής που έδωσε ο Ιταλοαμερικανός συνεργάτης του Ριίνα σε δίκη Φρανκ Κόππολα τότε υπάρχει ελάχιστη ελπίδα να απαγκιστρωθεί η Σικελία από την συγκεκριμένη μάστιγα. Ειδικότερα στην ίδια ερώτηση απάντησε πως η Μαφία «μοιάζει με τρεις υποψήφιος δικαστές για μια εισαγγελική θέση: ο ένας είναι πανέξυπνος και καταρτισμένος, ο δεύτερος βασίζεται στην στήριξη κυβερνητικών παραγόντων και ο τρίτος είναι ηλίθιος. Ο τελευταίος θα πάρει τη θέση κι αυτό είναι η Μαφία.» Ο κυνισμός του μαφιόζου συνάδει με τη πεποίθηση του Σικελού συγγραφέα Λεονάρντο Σάσα σύμφωνα με την οποία όσο η Μαφία έχει σχέση και εμπλοκή με την πολιτική, οικονομική εξουσία της χώρας δεν πρόκειται ποτέ να εξαλειφθεί.
Πιθανότατα λιγότερο απαισιόδοξη είναι απάντηση του Φαλκόνε στο ίδιο ερώτημα: «Η Μαφία είναι ένα ανθρώπινο φαινόμενο σαν όλα τα άλλα, τα ανθρώπινα, έχει μια αρχή, μια δική της εξέλιξη και θα έχει και ένα τέλος. Εύχομαι μόνο το τέλος της Μαφία να μη συμπίπτει με το τέλος του ανθρώπου.»












