Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Ανδρέα Μαζαράκη
Οι αραβικές μεταφράσεις αρχαίων ελληνικών κειμένων βοήθησαν να γίνει γνωστή η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη στη Λατινική Δύση, όταν τα έργα αυτά μεταφράστηκαν από τα αραβικά στα λατινικά. Έτσι, μέσω των Αράβων γνωρίζουμε σήμερα αρχαία ελληνικά κείμενα, από τα οποία αρκετά είναι άγνωστα, αφού έχουν εξαφανιστεί τα πρωτότυπά τους.
Σημαντικός ακόμη είναι ο ρόλος στη συμμετοχή μιας πλειάδας Αράβων μεταφραστών και υπομνηματιστών στην υπομνημάτιση των αρχαίων ελληνικών κειμένων, γεγονός που βοήθησε αρκετά στη σύγχρονη έρευνα στην προσπάθεια αποκατάστασης των κειμένων αυτών στην αρχική τους μορφή. Η διαδικασία αυτή, που πρέπει να θεωρείται ένα πολύ αξιόλογο πολιτισμικό γεγονός, δεν έχει μελετηθεί επισταμένως στη χώρα μας, εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις, ενώ αντίθετα στο εξωτερικό έχει γίνει αντικείμενο έντονου ενδιαφέροντος και ανάλογης έρευνας.
Τα τελευταία μάλιστα χρόνια στην έρευνα αυτή προστέθηκαν και Άραβες μελετητές, δίνοντας μιαν άλλη διάσταση στο θέμα. Εν ολίγοις, η ελληνική βιβλιογραφία έχει πολύ λίγα να παρουσιάσει γύρω από το τόσο ενδιαφέρον αυτό θέμα, στο οποίο πιστεύω ότι υπάρχουν πολλά και σημαντικά να ειπωθούν.
Ο ρόλος των Νεστοριανών και οι συριακές μεταφράσεις
Όταν το 431 η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος, που έγινε στην Έφεσο, αποκήρυξε τις δοξασίες του Νεστόριου και τον καθαίρεσε, δεν γνώριζε φυσικά ότι με την πράξη της αυτή θα έδινε ώθηση σε μία πολύ αξιόλογη φιλολογική προσπάθεια. Οι Νεστοριανοί, λάτρεις της παιδείας, κατέφυγαν στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας, όπου ίδρυσαν φιλοσοφική και ιατρική σχολή, που άκμασε μέχρι το 482, οπότε αναγκάστηκαν να εκπατριστούν, μετά τον διωγμό που διέταξε εναντίον τους ο αυτοκράτορας Ζήνων.
Κατέφυγαν στο εσωτερικό της Μεσοποταμίας και στην Περσία· το 498 μετέφεραν την έδρα τους στη Σελεύκεια και Κτησιφώντα επί του Τίγρη και το 762 στη Βαγδάτη. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι το κράτος των Σασσανιδών (Περσών) είχε εξελληνισθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε η ελληνική παιδεία και κουλτούρα να θεωρούνται απαραίτητες. Και στο σημείο αυτό διακρίνουμε τη βαθιά επίδραση που άσκησε στις ανατολικές αυτές περιοχές ο Ελληνισμός του Αλεξάνδρου αλλά και των επιγόνων, που από την Ινδία περνούσε στα ελληνοβακτριανά εδάφη και από εκεί συνέκλινε προς την Περσία και τη Συρία, περιοχές με αισθητά έντονη ελληνική επιρροή, ιδιαίτερα αφ’ ότου ο Χριστιανισμός εδραιώθηκε εκεί βαθιά.
Όταν στα μέσα του 6ου αιώνα οι Νεστοριανοί ίδρυσαν ιατρική σχολή στη Νίσιβη της Μεσοποταμίας και στην Τζούντι-Σαπουρ (Jundi-Shapur) ή Γκούντι-Σαπούρ, στην επαρχία του Khuzistan (Σουσιανή), άρχισαν να μεταφράζονται στα συριακά πολλά ελληνικά έργα, που αφορούσαν στα μαθηματικά και στην Ιατρική. Οι Σασσανίδες βασιλείς εκτιμούσαν ιδιαίτερα την ελληνική ιατρική και σ’ αυτό συνέβαλε πολύ η σχολή της Jundi-Shapur. Ο πληθυσμός της Jundi-Shapur περιλάμβανε μεγάλο αριθμό Ελλήνων, οι οποίοι μετά την ήττα του Βαλεριανού το 260 μ.Χ. είχαν αιχμαλωτιστεί και είχαν σταλεί να κτίσουν τη Σαντουρβάν (Shadurwan) κατά μήκος του ποταμού Ντζαγιέλ (Duzayl).
Από τους αιχμαλώτους οι πιο μορφωμένοι –αρχιτέκτονες, μηχανικοί και φυσικοί– στάλθηκαν σε τρεις πόλεις, για να ζήσουν εκεί σύμφωνα με τα ήθη και τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Μία από αυτές ήταν η Jundi-Shapur, που ιδρύθηκε από τον Σασσανίδη Shapur Α΄ (241–272 μ.Χ.), ενώ η ακαδημία της πόλης ιδρύθηκε από τον Khosrau Anosharvan (Χοσρό Ανοσαρβάν) το 531 μ.Χ. Η σχολή αυτή έφτασε σε μεγάλη δόξα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Nushirwan (Νουσιρβάν) του Δίκαιου (Χοσρόης στα ελληνικά και Κίρσα στα αραβικά) στο διάστημα 531–579.
Ανάμεσα σ’ αυτούς που μετέφρασαν πολλά ελληνικά κείμενα στα περσικά (πεχλεβί) και συριακά ήταν ο Σύριος μονοφυσίτης Σέργιος. Ακόμη, τρεις Νεστοριανοί γιατροί αξίζουν να μνημονευθούν για παρόμοια προσφορά: ο Στέφανος Εδεσσαίος, ο Τρίβοσνος ο Παλαιστίνιος και ο Ουράνιος εκ Συρίας. Σημαντική μορφή ήταν ο Νεστοριανός Probha (Προμπά), που μετέφρασε τα έργα του Αριστοτέλη Κατηγορίες, Ερμηνείας και Αναλυτικά πρότερα από το 450 μ.Χ. Η πιο αξιόλογη προσωπικότητα των Σύριων λογίων της προϊσλαμικής εποχής είναι ο Σέργιος από τη Resh Aina ή Θεοδοσιόπολη, που ως μεταφραστής υπήρξε πολυγραφότατος. Σπούδασε στην Αλεξάνδρεια και αργότερα έγινε επίσκοπος εκεί. Έκανε πολλές μεταφράσεις Ελλήνων συγγραφέων, όπως των Ιπποκράτη, Γαληνού, Πορφύριου, Θεμίστιου κ.ά., καθώς και των προαναφερθέντων αριστοτελικών έργων συν το Όργανο κ.ά.
Μία άλλη εστία, όπου καλλιεργήθηκε η ελληνική επιστήμη, ήταν η πόλη Harran (Κάρρες στην Οσροηνή) της Μεσοποταμίας, όπου εκτός της ιατρικής καλλιεργήθηκαν και άλλες επιστήμες, όπως τα μαθηματικά, η αστρολογία και η αλχημεία. Έτσι έχουμε τρεις εστίες, όπου η ελληνική επιστήμη αναπτύχθηκε και επέδρασε αργότερα στους Άραβες: τα κέντρα της Συρίας και Μεσοποταμίας με τη δραστηριότητα των Νεστοριανών, την Jundi-Shapur και το Harran. Ο Max Meyerhof διατυπώνει μιαν άλλη άποψη για την αλυσιδωτή μεταφορά της ελληνικής γνώσης στους Άραβες: από τη δωδεκαθεϊστική Αθήνα στην εκχριστιανισμένη Αλεξάνδρεια, κατόπιν στην Αντιόχεια την εποχή του Ομάρ Β΄, από την Αντιόχεια στο Harran και από εκεί στη Βαγδάτη.
Όποια οδό όμως κι αν ακολούθησε αυτή η γνώση για να μεταβιβαστεί, χρειάστηκε ταυτόχρονα και η επίδειξη ανεξιθρησκείας εκ μέρους των Αράβων για να αποδώσει. Είναι πράγματι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι οι Άραβες κατακτητές όλων αυτών των περιοχών επέδειξαν μοναδική ανοχή απέναντι στους κατακτημένους και έτσι έγινε κατορθωτό το φαινόμενο της μεταβίβασης της γνώσης, αφού στις κύριες εστίες, τη Συρία και τη Μεσοποταμία, συνεχίστηκαν –αν δεν εντάθηκαν– οι μεταφράσεις επιστημονικών συγγραμμάτων από τα ελληνικά στα συριακά. Αυτό είναι σημαντικό γεγονός, γιατί από τα συριακά θα μεταφραστούν στη συνέχεια στα αραβικά τα ελληνικά έργα, κυρίως κατά τη διάρκεια της βασιλείας των Ομαγιαδών και Αββασσιδών.
Όποια οδό όμως κι αν ακολούθησε αυτή η γνώση για να μεταβιβαστεί, χρειάστηκε ταυτόχρονα και η επίδειξη ανεξιθρησκείας εκ μέρους των Αράβων για να αποδώσει. Είναι πράγματι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι οι Άραβες κατακτητές όλων αυτών των περιοχών επέδειξαν μοναδική ανοχή απέναντι στους κατακτημένους και έτσι έγινε κατορθωτό το φαινόμενο της μεταβίβασης της γνώσης, αφού στις κύριες εστίες, τη Συρία και τη Μεσοποταμία, συνεχίστηκαν –αν δεν εντάθηκαν– οι μεταφράσεις επιστημονικών συγγραμμάτων από τα ελληνικά στα συριακά. Αυτό είναι σημαντικό γεγονός, γιατί από τα συριακά θα μεταφραστούν στη συνέχεια στα αραβικά τα ελληνικά έργα, κυρίως κατά τη διάρκεια της βασιλείας των Ομαγιαδών και Αβασσιδών. Όπως γράφει και ο Paul Lemerle: «Ήδη από τα τέλη του 8ου αιώνα αναπτύσσεται μεγάλη μεταφραστική κίνηση από τα συριακά στα αραβικά, δηλαδή στην πραγματικότητα από τα ελληνικά στα αραβικά με τη μεσολάβηση της Συριακής γλώσσας. Στην ιστορία είναι πολύ λίγα τα παραδείγματα μιας τόσο ομαδικής μετάδοσης ολόκληρης παιδείας, επιστημονικής και φιλοσοφικής». Μπορούμε λοιπόν να οριοθετήσουμε τις χρονικές συντεταγμένες αυτής της μετάδοσης γνώσεων, προσδιορίζοντάς τες σε δύο κύριες φάσεις.
Η πρώτη είναι αυτή που αρχίζει από τη στιγμή που τη διακυβέρνηση του μουσουλμανικού κράτους παίρνει η δυναστεία των Ομαγιαδών και τελειώνει με την εμφάνιση των Αβασσιδών (661–750 μ.Χ.). Η δεύτερη φάση αρχίζει με την εμφάνιση των Αβασσιδών και τελειώνει κάπου στα μέσα του 12ου αιώνα στη Βαγδάτη. Όπως σημειώνεται: «Η πρώτη φάση είναι προπαρασκευαστική, η δεύτερη ανοίγει την κύρια φάση της μεταφραστικής κίνησης. Κατά την πρώτη το κύριο ενδιαφέρον στρέφεται σε θέματα πρακτικής φύσεως, που προέρχονται από την περιοχή της ιατρικής και των απόκρυφων ελληνιστικών επιστημών. Μεταφράζονται κυρίως ιατρικά, αλχημιστικά, αστρολογικά και αστρονομικά βιβλία.
Κατά τη δεύτερη το ενδιαφέρον των μεταφραστών διευρύνεται και αγκαλιάζει όλους τους τομείς των επιστημών του ελληνικού και ελληνιστικού κόσμου. Μεταφράζονται κείμενα που προέρχονται τόσο από την περιοχή των φυσικών επιστημών όσο και από την περιοχή των λεγομένων επιστημών του πολιτισμού. Συγγράμματα αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων αλλά και σπουδαίων λογίων των ελληνιστικών χρόνων κάνουν τώρα για πρώτη φορά την εμφάνισή τους στη λόγια κοινωνία του αραβοϊσλαμικού κόσμου».
Οι ιστορικές πηγές των μεταφράσεων
Για την καταγραφή των μεταφράσεων αυτών που διαθέτουμε σήμερα τρεις βασικές πηγές, απ’ όπου αντλούμε πολύτιμα ιστορικά, λογοτεχνικά και λοιπά στοιχεία:
- Ο περίφημος «Κατάλογος» (Kitab al-Fihri-st) του Ibn (Ίμπν αν-Ναντίμ), όπου ο συγγραφέας παραθέτει κατάλογο των μεταφραστών και μία γενική επισκόπηση των αριστοτελικών πραγματειών και υπομνημάτων, που έχουν μεταφραστεί ως την εποχή του.
- Το βιογραφικό λεξικό «Ιστορία των σοφών» (Ta’rikh al-hukama) του Ibn al-Qift (Ίμπν αλ Γκιφτί), που περιλαμβάνει Χριστιανούς, Μουσουλμάνους, Άραβες, Έλληνες, Πέρσες και Ινδούς λόγιους.
- Το περίφημο έργο του Ibn Abi Usaibia (Ίμπν Άμπι Γουσεμπία) «Πηγές πληροφοριών των τάξεων των φυσικών» (Ijgan al-anba Tabaqat al-attibba). Το έργο αυτό είναι σπουδαίο, γιατί εκτός από τις άφθονες πηγές και πληροφορίες που ενσωματώνει, περιέχει ακόμη «…το υλικό όλου του Αραβικού Αριστοτελισμού, από την έναρξη του ισλάμ ως τον ΙΓ΄ αιώνα».
Αυτά αναφορικά με τις παλιότερες πηγές. Στη σύγχρονη ιστορία πρέπει να πούμε ότι η έρευνα στον τομέα αυτόν είναι πολύ νέα, αφού η προσπάθεια του Margolliouth πάνω στην Ποιητική του Αριστοτέλη άρχισε το 1887 και τελείωσε το 1911. Νέα έκδοση της Ποιητικής –σχολιασμένη ικανοποιητικά– έκανε ο Τ. Katsch το 1928, αλλά και ο Γάλλος Ιησουίτης Μ. Bouyges με την εκτεταμένη προσπάθειά του στην έκδοση της σειράς Bibliotheca Arabics Scholasticorum, που άρχισε στη Βηρυτό το 1953.
Ακόμη πιο σύγχρονες είναι οι προσπάθειες που καταβάλλουν δύο Άραβες ερευνητές: ο Σύρος Kham Georr (Χαλλ Γκορ) και ο Αιγύπτιος Abdarrahman (Αμπαραχμάν Μπατανί), κυρίως πάνω στο αριστοτελικό έργο, γενικά το μεταφρασμένο στα αραβικά.
Μεταφραστική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Ομαγιαδών· πρώτη, όπως την χαρακτηρίσαμε προηγουμένως, αυτή η φάση της εξάπλωσης της αρχαίας ελληνικής γνώσης στον αραβικό κόσμο πρέπει να θεωρηθεί σαν το προπαρασκευαστικό στάδιο, κατά τη διάρκεια του οποίου η ελληνική σκέψη έγινε γνωστή στους Άραβες με διάφορους τρόπους.












