Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Δέκα μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, η πόλη μοιάζει σαν να βιάζεται να τα προλάβει. Λαμπάκια, στολισμένες λεωφόροι, μουσικές που παίζουν από ηχεία κρεμασμένα σε κολόνες, όλα σε μια υπερκινητική προσπάθεια να μας πείσουν πως ήρθαν οι γιορτές. Κι όμως, οι άνθρωποι περνούν ανάμεσά τους με βλέμμα χαμηλωμένο, σαν να μην προλαβαίνουν να συγχρονιστούν με το ημερολόγιο. Είναι αυτή η παράξενη εποχή της εξάντλησης, όπου νιώθεις πως η γιορτή έρχεται κατά πάνω σου πιο γρήγορα απ’ όσο εσύ μπορείς να την πλησιάσεις.
Το 2025 ήταν μια χρονιά πυκνή, κορεσμένη, ένας θόρυβος χωρίς παύσεις. Ίσως γι’ αυτό τα Χριστούγεννα λειτουργούν πια όχι ως γεγονός, αλλά ως εσωτερικός μηχανισμός, σαν κάτι που το ενεργοποιεί η μνήμη κι όχι η πραγματικότητα.
Σ’ έναν κόσμο όπου τίποτα δεν είναι κοινό κι όλα είναι προσαρμοσμένα στη μοναχική τροχιά καθενός μας, τα Χριστούγεννα παραμένουν μια από τις τελευταίες στιγμές συλλογικής ψευδαίσθησης. Ψευδαίσθησης όχι ψεύτικης, αλλά απαραίτητης. Στην πεποίθηση ότι όλοι μαζί, έστω και για λίγες μέρες, μπορούμε να συμφωνήσουμε σε ένα συναίσθημα. Ότι η ζωή θέλει ένα διάλειμμα από τον θόρυβο, ότι ο άνθρωπος χρειάζεται ένα νησάκι τρυφερότητας μέσα στη φουρτούνα των ημερών. Οι γιορτές δεν είναι τα δώρα ούτε οι βιτρίνες, είναι ένα συλλογικό αναστεναγματάκι που ξεφεύγει από ολόκληρη την κοινωνία χωρίς να το παραδέχεται. Και ίσως γι’ αυτό τα Χριστούγεννα των ενηλίκων δεν ζουν στο παρόν. Ανακαλούνται. Προβάλλονται από μέσα προς τα έξω, όπως μια παλιά ταινία που φωτίζει το σκοτεινό δωμάτιο.
Αν ανοίξει κανείς αυτό το εσωτερικό προβολέα, θα δει ένα παράξενο άλμπουμ. Εκεί μέσα βρίσκονται τα Χριστούγεννα που κουβαλάμε, θα δούμε τα προσωπικά μας Χριστούγεννα που κανένα λαμπερό στόλισμα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί. Μυρωδιές από κουζίνες που δεν υπάρχουν πια, εκείνη η χαρακτηριστική ζέστη από παλιά καλοριφέρ, το χτύπημα της κατσαρόλας που σήμαινε πως ήρθε το φαγητό. Οι γονείς που τρέχουν όλη μέρα και να γυρίζουν το βράδυ με μια τσάντα δώρων, ο παππούς που ανέβαινε στο πατάρι για να βγάλει τα στολίδια, η γιαγιά που έλεγε την ίδια ιστορία κάθε χρόνο αλλά εμείς την ακούγαμε σαν να ήταν καινούργια. Όλα αυτά, μικρά και δίπλα-δίπλα, αποτελούν μια μνήμη που δεν λιώνει.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη ζέστη φωλιάζουν και οι ρωγμές. Οικογενειακές σιωπές, απώλειες, πράγματα που τότε δεν καταλαβαίναμε κι αργότερα αποδείχθηκαν πληγές. Τα παιδικά μας Χριστούγεννα δεν ήταν τέλεια, απλώς ήταν αθώα, κι αυτό τα προστατεύει. Το παράξενο είναι πως αυτό το ιδιωτικό άλμπουμ μοιάζει κατά βάθος κοινό. Ακόμη κι αν οι λεπτομέρειες αλλάζουν, ο πυρήνας επαναλαμβάνεται από σπίτι σε σπίτι. Γιατί οι γιορτές, όσο διαφορετικά κι αν τις ζει ο καθένας, έχουν μια κοινή ρίζα. Είναι μια μικρή οικογενειακή ιεροτελεστία, ένα τελετουργικό επιστροφής σε ένα μέρος που δεν υπάρχει πια, αλλά συνεχίζει να κατοικεί μέσα μας. Έτσι, όταν οι ενήλικες λένε «δεν νιώθω τα Χριστούγεννα όπως παλιά», δεν ομολογούν μια έλλειψη χαράς, ομολογούν πως το παρόν δεν διαθέτει πια την αστρόσκονη εκείνης της παλιάς ζωής τους που πέρασε και έφυγε.
Ρωγμές
Και μετά είναι οι αόρατοι αυτών των ημερών. Οι διανομείς που τρέχουν για να φτάσουν τα δέματα στην ώρα τους, οι υπάλληλοι που κλείνουν πίσω τους το μαγαζί τα μεσάνυχτα, οι νοσηλευτές που δεν ξέρουν αν θα φάνε σε γιορτινό τραπέζι ή ένα πρόχειρο σάντουιτς, οι άνθρωποι που δουλεύουν για να σταθεί όρθιο το «μαγικό» των άλλων. Γι αυτούς τα Χριστούγεννα δεν είναι ταινία, αλλά πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι πάντα πιο δύσκολη από την ανάμνηση.
Αυτό που πληγώνει περισσότερο τον ενήλικα, είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Το παρόν, όσο κι αν προσπαθεί, δεν μπορεί να σταθεί δίπλα στη μαγεία της παιδικής ηλικίας. Όχι επειδή δεν υπάρχουν χαρές, αλλά επειδή υπάρχουν απουσίες. Ό,τι λείπει, φαίνεται πάντα πιο έντονα στις γιορτές. Εκεί που κάποτε καθόταν κάποιος στο τραπέζι, εκεί που άναβε ένα φως, εκεί που ακουγόταν ένα γέλιο, τώρα υπάρχει μια αθόρυβη λακκούβα μνήμης. Ο ενήλικας καλείται να «παίξει» τη γιορτή, να υποδυθεί τη χαρά για τα παιδιά ή τους γύρω του, ενώ μέσα του συχνά μετράει απώλειες, φόβους, και μικρές αποτυχίες. Δεν είναι ότι δεν θέλει τα Χριστούγεννα, είναι ότι δεν προλαβαίνει να τα νιώσει όπως παλιά.
Οπότε εδώ μπαίνει και η υπερβολή των ημερών, τα άπειρα ψώνια, οι στολισμοί που ξεφυτρώνουν από τον Νοέμβριο. Όλα τούτα μοιάζουν κάποιες φορές με άμυνα απέναντι στο κενό. Σαν να προσπαθεί κάθε σπίτι, κάθε δρόμος, κάθε δήμος να φωτίσει λίγο παραπάνω μια ανησυχία που δεν θέλουμε να παραδεχτούμε. Είναι η γιορτή ως παύση του άγχους, ή τουλάχιστον ως σκηνοθετημένη παύση. Γι’ αυτό και η περίοδος αυτή γίνεται για πολλούς ανθρώπους ιδιαίτερα ευαίσθητη. Γιατί ό,τι δεν θεραπεύεται, μέσα στις γιορτές αναδεικνύεται.
Ελπίδα
Κι όμως, κάπου εκεί μέσα υπάρχει και μια ελπίδα. Η δυνατότητα να φτιάξουμε νέα Χριστούγεννα. Η ζωή δεν είναι ανακύκλωση του παρελθόντος. Είναι μια διαρκής πρόσθεση νέων προσώπων, νέων ρόλων, νέων προτεραιοτήτων. Οι ενήλικες που έγιναν γονείς δημιουργούν άλλου είδους μαγεία, πιο κουρασμένη αλλά πιο ουσιαστική. Οι μοναχικοί άνθρωποι φτιάχνουν μικρές οικογένειες φίλων που προέκυψαν γιατί οι προηγούμενες οικογένειες τους διαλύθηκαν ή χάθηκαν. Υπάρχει κάτι βαθιά συγκινητικό στην ανθρώπινη ικανότητα να συνεχίζει να χτίζει ιεροτελεστίες, ακόμη κι όταν παραμονεύει η βεβαιότητα ότι τίποτα δεν θα ξαναμοιάσει με το τότε.
Στο τέλος, τα Χριστούγεννα δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που κουβαλάμε. Η γιορτή που επιμένει μέσα μας, είναι αυτή που επιβίωσε από τα χρόνια, από τις απώλειες, από τη διαδρομή που μας άλλαξε. Δεν είναι τα φωτάκια στους δρόμους, είναι τα φώτα που ανάβουν ενός μας όταν επιτρέψουμε στη μνήμη να μας ξυπνήσει και στο παρόν να μας προσκαλέσει σε κάτι νέο.
Κι έτσι, περπατώντας στην πόλη αυτές τις μέρες, με όλα τα μικρά της θαύματα και τις μεγάλες της παραλείψεις, καταλήγεις πως η πιο αληθινή μορφή της γιορτής δεν είναι η χαρά. Είναι η τρυφερότητα. Η ευθραυστότητα. Το ότι, έστω και για λίγο, θυμόμαστε ποιοι υπήρξαμε και ποιοι γινόμαστε. Και ίσως, αν το αντέχουμε, να το μοιραστούμε με κάποιον.
Αυτό είναι το δώρο που μένει. Όλα τα άλλα έρχονται και φεύγουν σαν τα φωτάκια της πόλης που θα σβήσουν σε λίγες εβδομάδες. Αλλά το φως που έχουμε φυλάξει μέσα μας, αυτό που αναβοσβήνει όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο να χαμογελά ή ένα παιδί να κοιτάζει μια βιτρίνα, αυτό δεν το σβήνει τίποτα. Είναι το δικό μας Χριστουγεννιάτικο φως. Ένα φως που δεν στολίζεται, αλλά κουβαλιέται.












