Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
της Κωνσταντίνας Δ. Καρακώστα
Επίκουρης Καθηγήτριας Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας
Τι θα πει «οι αγρότες δεν κάθονται στο ίδιο τραπέζι»; Όταν αντιπροσωπίες χωρών που τις χωρίζουν ζητήματα εθνικής κυριαρχίας – σοβαρά, υπαρξιακά – βρίσκουν τρόπο να συζητήσουν, η άρνηση του διαλόγου μέσα στην ίδια χώρα μοιάζει τουλάχιστον παράξενη. Η επίκληση του «να έρθει ο πρωθυπουργός σε εμάς» δεν είναι πολιτικό αίτημα· θυμίζει περισσότερο επαναστατική γυμναστική μιας άλλης εποχής, που το 2025 δεν περνάει εύκολα. Τα δίκια των αγροτών είναι υπαρκτά – κανείς δεν το αμφισβητεί. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο τα διεκδικούν τους φέρνει σε σύγκρουση με το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα, ένα κοινωνικό ρήγμα που μόνο καλό δεν κάνει. Και τώρα σκέφτονται να κλείσουν και τους παράδρομους.
Όλη αυτή η ιστορία έχει δύο πρόσωπα: ένα πραγματικό και ένα μυθικό. Η πραγματικότητα λέει ότι η κυβέρνηση έχει ήδη δώσει το 70% της συνολικής ενίσχυσης που είχε προανακοινωθεί. Λέει επίσης ότι περίπου 2.000 αγροτοκτηνοτρόφοι δεν θα πάρουν καθόλου ενίσχυση επειδή εμπλέκονται σε «περίεργες» υποθέσεις, ενώ 45.000 παραγωγοί επανελέγχονται — και αν υπάρξουν λάθη ή παραλείψεις, η διαδικασία αίτησης θεραπείας παραμένει ανοιχτή. Δεν είναι, δηλαδή, μια εικόνα αδιαφορίας ή κρατικής εγκατάλειψης. Είναι μια περίπλοκη κατάσταση που πατάει πάνω σε ένα μείγμα πραγματικών προβλημάτων, παλιών κακών συνηθειών και αρκετής παραπληροφόρησης που βολεύει πολλούς.
Και ύστερα υπάρχει και ο μύθος. Το αφήγημα ότι «οι αγρότες πρέπει να πιέσουν δυναμικά, αλλιώς δεν ακούγονται» είναι μια ιστορία που κουβαλάει δεκαετίες. Το πρόβλημα είναι ότι, σήμερα, η δυναμική πίεση μεταφράζεται σε εκβιασμό της υπόλοιπης κοινωνίας. Όταν όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι κάνουν απεργία, σταματούν να δουλεύουν· δεν εμποδίζουν τον κόσμο να πάει στη δουλειά του. Δεν απαγορεύουν στον πολίτη να κινηθεί, να ταξιδέψει, να επιστρέψει σπίτι του. Η απεργία είναι ένα δικαίωμα που ασκείται προς τα μέσα: απέναντι στον εργοδότη, στο κράτος, στον εκάστοτε φορέα. Δεν είναι ένα δικαίωμα που στρέφεται οριζόντια, ενάντια στους άλλους πολίτες που δεν φταίνε σε τίποτα.
Όταν, λοιπόν, οι δρόμοι κλείνουν με τρακτέρ, όταν τα λιμάνια μπλοκάρονται, όταν τα τελωνεία νεκρώνουν, δεν μιλάμε για διεκδίκηση — μιλάμε για επιβολή. Για έναν τσαμπουκά που μετατρέπει ένα κοινωνικό αίτημα σε κοινωνικό βάρος. Και όσο κι αν η εικόνα του αγρότη παραμένει βαθιά ριζωμένη στο συλλογικό μας φαντασιακό —η εικόνα του ανθρώπου που παράγει, που παλεύει με τη γη, που κρατά ζωντανό το πρωτογενές κομμάτι της οικονομίας— δεν μπορούμε να αγνοούμε την πραγματικότητα: κανείς δεν έχει δικαίωμα να κρατά ομήρους εκατομμύρια πολίτες.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι αγρότες έχουν δίκιο. Σε πολλά σημεία έχουν. Το ζήτημα είναι ο τρόπος. Η Ελλάδα του 2025 δεν μπορεί να λειτουργεί με εργαλεία του 1996. Δεν μπορεί κάθε επαγγελματική ομάδα να θεωρεί ότι η πίεση προς το κράτος περνάει υποχρεωτικά μέσα από τη ζωή των άλλων. Ο δρόμος —κυριολεκτικά— δεν είναι πεδίο μάχης. Αν οι αγρότες θέλουν να ακουστούν, πρέπει να μπουν στον διάλογο. Όχι να περιμένουν να έρθει ο πρωθυπουργός στη μέση της εθνικής οδού. Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη μία σύγκρουση. Χρειάζεται μια σοβαρή συζήτηση για την αγροτική πολιτική και τον περιορισμό των φαινομένων εξαπάτησης. Χρειάζεται να σταματήσει να κλείνει κύκλους κρίσης με κλείσιμο δρόμων.












