Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Γιάννη Καντέλη
Τη στρατηγική της «μίας κάλπης» έχει επιλέξει ο κ. Μητσοτάκης στη πορεία προς τις εθνικές εκλογές, ως τον πιο ασφαλή δρόμο για να πετύχει η ΝΔ τον στόχο της τρίτης κυβερνητικής θητείας. Οποιαδήποτε άλλη συζήτηση, εκτιμά, πως θα λειτουργήσει αποπροσανατολιστικά, θα θέσει εν αμφιβόλω την προσπάθεια και εν τέλει να μην επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Τα σενάρια για «διπλές» ή «τριπλές» εκλογές που κυκλοφορούν οδηγούν σε αποσυσπείρωση δυνάμεων και στέλνουν το μήνυμα στους πολίτες πως η προσέλευση στα εκλογικά τμήματα την πρώτη Κυριακή έχει «διαδικαστικό» χαρακτήρα, ανοίγοντας το δρόμο στην αποχή και την ψήφο διαμαρτυρίας. Οδηγώντας σε αποτέλεσμα ανάλογο ή χειρότερο από αυτό των ευρωεκλογών. Αντιθέτως, αυτό που επιδιώκει ο Πρωθυπουργός είναι η συσπείρωση των ψηφοφόρων που τον στήριξαν το 2019 και το 2023 και η καταγραφή ξεκάθαρης δυναμικής για τη ΝΔ προκειμένου να σχηματίσει κυβέρνηση. Ακόμα κι αν, εν τέλει, αυτό δεν επιτευχθεί από την πρώτη Κυριακή, σε περίπτωση δεύτερων εκλογών να έχει καταγραφεί η κυριαρχία της στο εκλογικό σώμα. Επίσης, βάζει φρένο στην εσωστρέφεια, τα σενάρια που διακινούνται από διάφορα κέντρα για «αλλαγή ηγεσίας εν κινήσει» ή την αλαζονεία κομμάτων, τα οποία παραμένουν σε χαμηλά ποσοστά, να θέλουν να επιλέξουν τον επόμενο Πρωθυπουργό, παρότι ηττημένα.
Αντέχει
Το σύνθημα αυτής της στρατηγικής είναι «εκλογές το 2027 με στόχο την αυτοδυναμία από την πρώτη Κυριακή». Πόσο ρεαλιστικό είναι, όμως, υπό τις παρούσες συνθήκες; Το γεγονός πως η κυβέρνηση αντέχει δημοσκοπικά, παρά τα αγροτικά μπλόκα, την ακρίβεια που παραμένει το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα για τους πολίτες και την σκληρή αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση, είναι ένα θετικό μήνυμα για τις αντοχές της κεντροδεξιάς παράταξης και η απόδειξη πως είναι η μόνη πολιτική δύναμη που πείθει πως διαθέτει ένα σαφές πολιτικό σχέδιο για την πορεία της χώρας. Δεύτερον, παρότι στο πρωθυπουργικό γραφείο αναγνωρίζουν πως έχουν γίνει λάθη και υπάρχουν προβλήματα στα οποία δεν έχουν δοθεί λύσεις, τονίζουν πως η κυβέρνηση έχει εξασφαλίσει οικονομική σταθερότητα, ασφάλεια για τη χώρα σε μία ταραγμένη περίοδο στην Ευρώπη και διαρκή αύξηση των εισοδημάτων. «Όλα αυτά θα τεθούν στην κρίση του ελληνικού λαού, ο οποίος θα κληθεί να αποφασίσει για την επόμενη ημέρα της χώρας», όπως αναφέρει σε συνεργάτες ο κ. Μητσοτάκης, όταν αναλύει τη στρατηγική του.
Επιμένοντας, ταυτόχρονα, στη συνέπεια λόγων και έργων. «Αυτά για τα οποία εκλεγήκαμε είναι αυτά τα οποία υλοποιούμε», τονίζει συχνά στις τοποθετήσεις του το τελευταίο διάστημα και με την ίδια ακριβώς στρατηγική θα προσέλθει και στις εκλογές του 2027. Και επιστρέφοντας στο ερώτημα περί ρεαλιστικού στόχου ως προς την επίτευξη της αυτοδυναμίας, ο ίδιος απαντά: «ναι, είμαι αισιόδοξος». Άλλωστε, έχει βρεθεί αντιμέτωπος με αυτό το ερώτημα και πριν τις εκλογές του 2023. Τότε, έμοιαζε «ξεροκέφαλα επίμονος», όπως λέει χαριτολογώντας συνεργάτης του, «αλλά, δικαιώθηκε». Το παράδειγμα το οποίο χρησιμοποιεί συχνά ο κ. Μητσοτάκης είναι πως «τον Απρίλιο του 2023 οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι θα παίρναμε 33% και λάβαμε 41%».
Ο απρόσμενος σύμμαχος
Η πλειοψηφία των στελεχών του Μεγάρου Μαξίμου βλέπουν στο πρόσωπο του κ. Τσίπρα έναν απρόσμενο σύμμαχο στον εκλογικό τους στόχο. «Ο καπετάνιος που έριξε το καράβι στα βράχια και στη συνέχεια εγκατέλειψε το πλήρωμα παίρνοντας και τα σωσίβια», όπως το έθεσε ο κ. Μητσοτάκης, θεωρείται από το κυβερνητικό στρατόπεδο ένας ευπρόσδεκτος αντίπαλος. Ο κ. Μητσοτάκης τον έχει κερδίσει σε πέντε εκλογικές αναμετρήσεις, έχει «βεβαρυμμένο κυβερνητικό παρελθόν», όπως σημειώνουν συνεργάτες του Πρωθυπουργού και χαμηλή αξιοπιστία στην ελληνική κοινωνία, όπως συμπληρώνουν. «Η διαδρομή του είναι γνωστή, έχει κριθεί από τον ελληνικό λαό το 2019 το 2023 και δεν νομίζουμε, όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις, ότι η υποδοχή του είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή», είναι το σχόλιο κυβερνητικών πηγών, που αντικατοπτρίζει την άποψη που υπάρχει στο Μέγαρο Μαξίμου. Η αντίληψη αυτή δεν αντικατοπτρίζει την υποτίμηση του ως αντιπάλου, αφού πιστεύουν πως έχει ακροατήριο και οπαδούς, ενώ μπορεί να συνενώσει κεντροαριστερές δυνάμεις. Όμως, «έχει ταβάνι», όπως σημειώνουν οι ίδιες πηγές. Διότι, η απαξιωτική ομιλία για τους πρώην συντρόφους του και συνολικά την αντιπολίτευση θα δημιουργήσει αντισυσπειρώσεις στην κεντροαριστερά, αποξενώνει πολιτικά στελέχη και δημιουργεί έναν πόλεμο φθοράς που αναπόδραστα θα έχει αντίκτυπο και στον ίδιο. Παρόλα αυτά, ακόμα κι αν καταγράψει στις δημοσκοπήσεις υψηλά ποσοστά, για τα δεδομένα του κατακερματισμένου αντιπολιτευτικού πόλου, αυτό θα λειτουργήσει ευεργετικά για τη ΝΔ, αφού θα οδηγήσει σε συσπείρωση των δικών της δυνάμεων. «Ένας αμετανόητος Τσίπρας θα δημιουργήσει αντανακλαστικά στους κεντρώους και κεντροδεξιούς ψηφοφόρους που δεν έχουν ξεχάσει την φοροαφαίμαξη της διακυβέρνησης τους», υπογραμμίζουν συνεργάτες του κ. Μητσοτάκη. Σε πιο ακραία σενάρια επί χάρτου, μία ενδεχόμενη δεύτερη θέση του κ. Τσίπρα στις εκλογές και η υποχώρηση των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ θα αλλάξει τα δεδομένα και ως προς τη διάθεση ή όχι της Χαριλάου Τρικούπη για κυβερνητική συνεργασία με τη ΝΔ εφόσον αυτό καταστεί αναπόφευκτο, σύμφωνα με όσους τα επεξεργάζονται.
Η κριτική των «πρώην»
Μεγαλύτερη κίνδυνο για την κυβερνητική πλειοψηφία αποτελεί η μη καταγεγραμμένη δημοσκοπικά επιρροή που έχει η κριτική των «πρώην» στον δημόσιο διάλογο. Η κοινή εμφάνιση του κ. Βενιζέλου με τον κ. Καραμανλή και η συζήτηση που θα έχουν για τα θέματα Δικαίου και Θεσμών στην εκδήλωση της εφημερίδας Δημοκρατία τη Δευτέρα δεν περνά απαρατήρητη από το Μέγαρο Μαξίμου. Δύο ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες που είχαν οξυμένες σχέσεις στο παρελθόν -ο κ. Βενιζέλος χαρακτήριζε τρίτη συνιστώσα στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τον κ. Καραμανλή- θα καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με μενού την κυβέρνηση της ΝΔ.
Ο ένας απευθύνεται με ευχέρεια στον χώρο του κέντρου και ο άλλος στη βάση της ΝΔ, ασκώντας μία παράλληλη πίεση που έχει στο επίκεντρο τον κ. Μητσοτάκη. Ο Πρωθυπουργός, άλλωστε, φαίνεται να είναι το πρόσωπο εναντίον του οποίου συγκλίνει μία ετερόκλιτη πολιτική και όχι μόνο συμμαχία. «Η πολιτική στην Ελλάδα λειτουργεί και θα συνεχίσει να λειτουργεί. Είμαι πεπεισμένος ότι αυτό θα εξακολουθεί να ισχύει μετά τις εκλογές του 2027, καθώς, στο τέλος της ημέρας, οι πολίτες γνωρίζουν ότι η χώρα χρειάζεται σταθερή κυβέρνηση ώστε να διασφαλιστεί η ασφάλεια και η ευημερία. Αυτή τη στιγμή η Νέα Δημοκρατία είναι, θαρρώ, η μοναδική πολιτική δύναμη που έχει αξιόπιστη πρόταση για τη διακυβέρνηση και την πρόοδο της χώρας», είναι η απάντηση που δίνει ο ίδιος. Τόσο για τα σενάρια μη κυβερνησιμότητας όσο και σε όσους έχουν στόχο τη δική εκπαραθύρωση.












