Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Το φαινόμενο των αγροτικών μπλόκων είναι από εκείνα τα ελληνικά παράδοξα που μοιάζουν ταυτόχρονα αρχαϊκά και σύγχρονα. Μισό αιώνα τώρα, οι εικόνες από τα τρακτέρ πάνω στην άσφαλτο επανέρχονται με τέτοια κανονικότητα, ώστε έχουν πάψει να αντιμετωπίζονται ως έκτακτο γεγονός και έχουν καταλήξει να λειτουργούν σαν μια τελετουργική επανάληψη του χειμώνα. Κάθε λίγα χρόνια, η ίδια σκηνή. Η χώρα κομμένη, τα δελτία σε επιφυλακή, οι αγρότες σε παγωμένα οδοστρώματα, οι υπουργοί σε ζεστές αίθουσες διαπραγματεύσεων. Κι όμως, η ιστορία που κρύβεται πίσω από αυτή την επαναληψιμότητα είναι βαθιά και σύνθετη.
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις προϋπήρχαν της μορφής «μπλόκο». Τη δεκαετία του ’60 και του ’70, ήταν οι σταφιδοπαραγωγοί, οι καπνοπαραγωγοί, οι συλλογικές οργανώσεις της υπαίθρου που συγκρούονταν με το κράτος για τιμές, για ποσοστώσεις, για επιβίωση. Αλλά το τρακτέρ πάνω στην εθνική οδό, αυτή η μοναδική ελληνική επινόηση που συνδυάζει το πιο χαρακτηριστικό εργαλείο της αγροτικής ζωής με την πιο νευραλγική αρτηρία του σύγχρονου κράτους, γεννήθηκε αργότερα. Οι πρώτες προσπάθειες εμφανίζονται στα τέλη του ’80, αλλά είναι η δεκαετία του ’90 που διαμορφώνει το μπλόκο όπως το ξέρουμε. Τότε που η Ελλάδα βυθίζεται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική, τότε που οι επιδοτήσεις αλλάζουν τις καλλιέργειες, τότε που ο αγρότης βρίσκεται μεταξύ Βρυξελλών και παραδοσιακού βαμβακιού, χωρίς πάντα να ξέρει ποια πλευρά τον τραβάει πιο δυνατά.
Οι πραγματικές βάσεις της σημερινής «παράδοσης» μπαίνουν στις αρχές της δεκαετίας του ’90, με αποκορύφωμα τα επεισόδια των Κρητικών παραγωγών στο λιμάνι του Πειραιά το 1991 και τις πρώτες οργανωμένες προσπάθειες κλεισίματος δρόμων στη Θεσσαλία. Αλλά ο μύθος χτίζεται κυρίως το 1995 και το 1996, όταν τα τρακτέρ στα Τέμπη και στους Γόννους αποδεικνύουν με τον πιο δραστικό τρόπο ότι η διαμαρτυρία δεν είναι μόνο υπόθεση φωνής, είναι και υπόθεση εικόνας. Το τρακτέρ δεν είναι πλέον αγροτικό μηχάνημα, γίνεται πολιτικό ορόσημο. Η χώρα διαιρείται μεν για ώρες ή μέρες, αλλά η κοινωνία ολόκληρη προσέχει. Εκεί, στις αρχές της μεταπολιτευτικής ωρίμανσης, γεννιέται η ιδέα ότι το μπλόκο δεν είναι μόνο πίεση στη κυβέρνηση, είναι πίεση στη δημόσια αφήγηση.
Πενήντα οκτώ ημέρες μπλόκο
Το απόγειο έρχεται το 1996, στον θρυλικό κόμβο της Βιοκαρπέτ. Πενήντα οκτώ ημέρες μπλόκο, χιλιάδες τρακτέρ, μια ολόκληρη παρα-πολιτεία πάνω στην εθνική οδό. Εκεί δίνεται η πρώτη πραγματική «σκηνή» όπου οι πρωταγωνιστές του κινήματος αποκτούν μορφή, φωνή, αναγνωρισιμότητα. Ο Θανάσης Κοκκινούλης, ο Θανάσης Νασίκας, ο Γιάννης Πατάκης και πάνω απ’ όλους ο Βαγγέλης Μπούτας, η πιο εμβληματική φιγούρα του αγροτικού κινήματος των τελευταίων δεκαετιών. Παλαιικός κομμουνιστής αλλά άνθρωπος που με το σταθερό του ύφος και τον λιτό του λόγο, ενσάρκωσε όσο κανείς άλλος την αγροτική αντίσταση. Εκείνη τη χρονιά, τα δελτία ειδήσεων έχουν βρει το τέλειο χειμερινό σίριαλ. Χιόνι, φωτιές σε βαρέλια, συνθήματα, κινήσεις στρατηγικής, διαπραγματεύσεις, αντιπαραθέσεις. Οι δημοσιογράφοι της εποχής μετατρέπονται σε μόνιμους ανταποκριτές της εθνικής οδού, με ρεπορτάζ που ξεκινούν από το «σφυγμό του μπλόκου» και καταλήγουν στο «διακύβευμα των διαπραγματεύσεων».
Το 1997 προσθέτει στη μυθολογία το επεισόδιο της «ζάχαρης» στις Μικροθήβες. Νυχτερινή επιχείρηση των ΜΑΤ, ξεφούσκωτα λάστιχα τρακτέρ, ζάχαρη στα ρεζερβουάρ. Μια εικόνα που πέρασε στην ιστορία σαν παράδειγμα κρατικής αυταρχικότητας ή αποφασιστικότητας, ανάλογα με ποιον μιλάει κανείς. Είναι όμως η στιγμή που το μπλόκο γίνεται οριστικά ένα πολιτικο-κοινωνικό γεγονός με παράδοση, συμβολικό βάρος και γραπτή (ή άγραφη) συνέχεια.
Ο Προμαχώνας
Από τη δεκαετία του 2000 και μετά, το μπλόκο δεν περιορίζεται πια στη Θεσσαλία ή στην ΠΑΘΕ. Επεκτείνεται σε τελωνεία, λιμάνια, σύνορα. Ο Προμαχώνας στη Βόρεια Ελλάδα γίνεται σημείο στρατηγικής σημασίας. Κλείνει τη δίοδο προϊόντων προς τα Βαλκάνια και την Ευρώπη και τραβάει την προσοχή όχι μόνο των ελληνικών δελτίων αλλά και των ευρωπαϊκών θεσμών. Τα τελωνεία των Ευζώνων, της Νυμφαίας, του Κιλκίς, τα λιμάνια του Ηρακλείου και της Πάτρας μπαίνουν στο χάρτη των κινητοποιήσεων. Η εικόνα αλλάζει κλίμακα. Από εσωτερική σύγκρουση γίνεται όχληση του διεθνούς εμπορίου. Η Ελλάδα δέχεται παρατηρήσεις από τις Βρυξέλλες για την ανάγκη διατήρησης της ελεύθερης κυκλοφορίας, οι αγρότες απαντούν ότι αν δεν ακουστούν, δεν υπάρχει άλλος τρόπος πίεσης.
Εκεί, στις αρχές της νέας χιλιετίας, εντείνεται και το φαινόμενο του κοινωνικού αυτοματισμού. Ξενοδόχοι που εξοργισμένοι δέχονται ακυρώσεις κρατήσεων, φορτηγατζήδες που μένουν εγκλωβισμένοι για ώρες ή μέρες, επιχειρηματίες που βλέπουν εμπορεύματα να σαπίζουν στα σύνορα, νησιώτες που χάνουν υπηρεσίες και ανεφοδιασμό, ακόμη και απλοί οδηγοί που παγώνουν μέσα σε ουρές χιλιομέτρων. Κάθε φορά που στήνεται μπλόκο, η χώρα διχάζεται ανάμεσα σε εκείνους που βλέπουν στο τρακτέρ την ύστατη φωνή μιας κοινωνικής ομάδας που ασφυκτιά και σε εκείνους που το αντιμετωπίζουν ως καταχρηστική κατάληψη των δρόμων. Οι αγρότες κατηγορούνται ότι «εκβιάζουν», οι υπόλοιποι ότι «δεν καταλαβαίνουν την αγωνία υπαρξιακής επιβίωσης της υπαίθρου». Είναι ο κλασικός ελληνικός αυτοματισμός. Η κοινωνία να στρέφεται σε οριζόντιες αντιπαραθέσεις, η μια ομάδα επιτίθεται στην άλλη, αφήνοντας το κράτος στη μέση να υπόσχεται, να διαπραγματεύεται, να διαχειρίζεται την ένταση.
Δραματουργία
Στο μεταξύ, η τηλεοπτική διάσταση μεγαλώνει. Από τις αρχές του 2000, τα κανάλια αντιλαμβάνονται ότι τα μπλόκα έχουν δραματουργία, και μάλιστα έτοιμη. Πλάνα, σύγκρουση, ένταση, ανθρώπινο δράμα, πολιτική αντιπαράθεση, δρόμοι κλειστοί. Αυτή η δυναμική καθιστά τις κινητοποιήσεις τηλεοπτικό προϊόν, όχι με τη χυδαία έννοια της εκμετάλλευσης, αλλά με την πρακτική συνέπεια ότι η εικόνα αποκτά αυτόνομη ισχύ. Οι αγρότες ξέρουν πως, αν δεν τους δείξει η κάμερα, δύσκολα θα ακουστούν. Οι τηλεοράσεις ξέρουν πως, αν δεν πάνε στο μπλόκο, θα χάσουν την «καρδιά» της είδησης. Το θέαμα και η διαμαρτυρία αλληλοτροφοδοτούνται προς αμοιβαίο όφελος.
Μέσα σε αυτή τη νέα εποχή εμφανίζονται και νεότερες φιγούρες του κινήματος, όπως ο Ρίζος Μαρούδας στη Νίκαια, που συνεχίζει την παράδοση των παλιών της Θεσσαλίας, αλλά με την ωριμότητα μιας χώρας που έχει περάσει κρίση, μνημόνια, οικονομική καταστροφή και τώρα αντικρίζει την κλιματική αλλαγή ως μόνιμη συνθήκη. Ο κόμβος της Νίκαιας γίνεται το νέο «ιερό» των μπλόκων. Εκεί λαμβάνονται οι αποφάσεις, εκεί δίνονται οι δηλώσεις, εκεί χτίζονται κάθε χρόνο οι συμβολικές εικόνες του αγροτικού αγώνα. Πολλοί κατηγορούν το μπλόκο της Νίκαιας ότι παίρνει εντολές από τον Περισσό, το καταγράφουμε κι αυτό ως κομμάτι του παζλ.
Κι έτσι φτάνουμε στο σήμερα, με νέες συνθήκες αλλά παλιά μοτίβα. Το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευθεί, η κλιματική κρίση γονατίζει καλλιέργειες, ο ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί διαρκή εστία εντάσεων, η ύπαιθρος γερνάει, οι αγρότες νιώθουν πως η αγορά και η πολιτεία τούς αντιμετωπίζουν είτε σαν ψηφοφόρους είτε σαν πρόβλημα, αλλά ποτέ σαν στρατηγικό τομέα. Τα μπλόκα επανέρχονται. Κι επανέρχονται με τέτοια κανονικότητα, ώστε μοιάζουν με ανανεούμενη συμφωνία μιας κοινωνικής ομάδας που ζητάει χώρο σε μια δημόσια συζήτηση που την ξεχνάει διαρκώς.
Το παράδοξο είναι πως οι εικόνες μοιάζουν ίδιες, μα η αγωνία πίσω τους αλλάζει διαρκώς. Μπορεί το τρακτέρ να είναι το ίδιο, μπορεί τα σημεία να είναι τα ίδια, μπορεί ο ρεπόρτερ να είναι ίδιος εδώ και είκοσι χρόνια, αλλά ο αγρότης που το οδηγεί έχει απέναντί του μια νέα πραγματικότητα: κόστος, ανταγωνισμό, κλιματική απειλή, ευρωπαϊκή πίεση. Αυτή η σταθερότητα της φόρμας και η μεταβλητότητα της ανάγκης είναι που κάνει τα μπλόκα, πενήντα χρόνια τώρα, όχι ένα επαναλαμβανόμενο happening, αλλά έναν καθρέφτη της αγροτικής Ελλάδας και κατά βάθος της χώρας ολόκληρης.
Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα αυτής της μακράς παράδοσης. Ότι το μπλόκο, όσο κι αν έγινε τηλεοπτικό τελετουργικό ή αφορμή κοινωνικού αυτοματισμού, παραμένει τελικά η πιο άμεση κραυγή ενός κόσμου που κοιτάζει το έδαφος για να ζήσει και τον ουρανό για να φοβηθεί. Και που κάθε λίγα χρόνια στήνει πάνω στην άσφαλτο το ίδιο σκηνικό, όχι επειδή θέλει να το ξαναπαίξει, αλλά επειδή το έργο δεν τελείωσε ποτέ.












