Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Έρευνα: Χρυσόστομος Μπομπαρίδης
Οι κάτοικοι του μεγαλύτερου νησιού της Μεσογείου διακρίνονται από μια αδυναμία υποταγής απέναντι σε όποια εξουσία αισθάνονται πως απειλεί την ιδιαιτερότητα τους. Το αποδεικνύει ιστορικά η εξέγερση του Σικελικού Εσπερινού τον Μάρτιο του 1282, όταν για λόγους τιμής ξέσπασε η πρώτη σύγχρονη κοινωνική επανάσταση που ανέτρεψε τη Γαλλική κυριαρχία στο νησί.
Σ’ ένα από τα χαρακτηριστικότερα έργα της σύγχρονης ιταλικής λογοτεχνίας, τον Γατόπαρδο του Τομμάσο Ντι Λαμπερντούσα, ο Ντον Φαμπρίτσιο κεντρικός ήρωας του, γαιοκτήμονας Σικελός την περίοδο της Ιταλικής Ενοποίησης (μεταξύ του 1860- 1870), περιγράφει τα χαρακτηριστικά των συμπατριωτών του: «Οι Σικελοί δεν θα θελήσουν ποτέ να βελτιωθούν για τον απλούστατο λόγο πως πιστεύουν ότι είναι τέλειοι. Η ματαιοδοξία τους είναι ισχυρότερη της δυστυχίας τους. Κάθε εμπλοκή ενός ξένου είτε λόγω καταγωγής είτε ακόμη, κι αν είναι Σικελός, που συνδέεται με την πνευματική ανεξαρτησία, αναστατώνει την δική τους ματαιόδοξη αίσθηση πληρότητας, εγκυμονεί τον κίνδυνο να ενοχλήσει την δική τους αυτάρεσκη αναμονή του τίποτα».
Στα λόγια του εντοπίζονται οι βαθύτερες αιτίες γέννησης του φαινομένου της Μαφία. Ιστορικά ωστόσο την ίδια χρονική περίοδο εμφανίζονται οι πρώτες ομάδες ανδρών που αρχικά λειτουργούν ως «σώματα ασφαλείας» των δικαιωμάτων των πλούσιων γαιοκτημόνων και σταδιακά «διευρύνουν» τις δραστηριότητες τους χειραγωγώντας τη διακίνηση προϊόντων στις τοπικές αγορές, επιβάλλοντας την απόδοση πληρωμής για την «παρεχόμενη προστασία» και τέλος ελέγχοντας κάθε είδους παράνομη και εγκληματική δραστηριότητα. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα οι ομάδες αυτές ανδρών αποδυναμώνουν ουσιαστικά τους μέχρι τότε «εργοδότες» τους παίρνοντας τη θέση τους. Μετατρέπονται σε μια ιεραρχικά δομημένη εγκληματική οργάνωση που βασίζεται στον όρκο σιωπής των μελών της, την αποκαλούμενη omertà, ενσταλάζουν το φόβο στο σύνολο των κατοίκων του νησιού και ελέγχουν επί της ουσίας κάθε παραγωγική δραστηριότητα της Σικελικής γης. Αυτό επιτυγχάνεται με δύο τρόπους: με την αποφασιστική καταστολή κάθε μορφής αντίστασης και με την παράλληλη διαμόρφωση δεσμών με μερίδα των πολιτικών δυνάμεων που εκπροσωπούν στο νησί αρχικά το ιταλικό κράτος. Τα μέσα επίτευξης δεν είναι άλλα από την χρήση βίας και τη δωροδοκία μέσω χρημάτων ή πολιτικής στήριξης.
Διαμορφώνουν μια νοοτροπία «των δικών μας πραγμάτων» όπου κάθε προσπάθεια διασάλευσης τιμωρείται και καταπνίγεται άμεσα και βίαια. Ο όρος «Μαφία» πρωτοεμφανίζεται το 1863 ενώ το πρώτο «επιφανές» οργανωμένο έγκλημα μελών της πραγματοποιείται το 1897 με τη δολοφονία του διευθυντή του μεγαλύτερου τραπεζικού οργανισμού της Σικελίας. Το επίσημο Ιταλικό κράτος σύντομα αντιλαμβάνεται το μέγεθος του φαινομένου και τις διαστάσεις του αλλά αδυνατεί να χαράξει μια σαφή πολιτική καταστολής του. Η αδυναμία που δείχνει ωστόσο συνδέεται άρρηκτα με τους δεσμούς της Μαφίας με μερίδα πολιτικών παραγόντων του νησιού. Η συστηματικότερη προπολεμικά επιχείρηση καταστολής του οργανωμένου εγκλήματος στη Σικελία υλοποιείται την περίοδο διακυβέρνησης από τον Μπενίτο Μουσολίνι.
Αφορμή, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του ηγέτη του φασιστικού καθεστώτος, υπήρξε ένα περιστατικό κατά την πρώτη του επίσκεψη στο νησί το 1924. Συγκεκριμένα σε κάποια στιγμή της περιοδείας, ένας δήμαρχος μια κωμόπολης και επιφανές μέλος της Μαφίας του τόπου προέτρεψε τον Μουσολίνι να μη έρθει εκεί συνοδευόμενος από τα μέλη της προσωπικής του ασφάλειας και υποστηρικτές του, καθώς στο τόπο του κυκλοφορώντας μαζί του δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Στην ξεκάθαρη αμφισβήτηση της εξουσίας του ο Μουσολίνι διόρισε τον Οκτώβριο του 1925 τον Τσέζαρε Μόρι νομάρχη του Παλέρμο με εκτελεστική εξουσία σ’ όλη τη Σικελία να εξουδετερώσει τη Μαφία.
Η επιλογή του Μόρι, ενός δημόσιου λειτουργού με προϋπηρεσία στη Σικελία ως αξιωματικός του σώματος των Καραμπινιέρι με σημαντικές επιτυχίες κατά των παράνομων μαφιόζων, ήταν η πλέον κατάλληλη. Το πρώτο βήμα της σιδηράς αποφασιστικότητας του δόθηκε τρεις μήνες μόλις μετά το διορισμό του. Τότε πραγματοποίησε μια οργανωμένη έφοδο στη κωμόπολη Γκάντζι όχι μακριά από το Παλέρμο, άντρο των μαφιόζων που δρούσαν εκεί ανεξέλεγκτα. Επικεφαλής ενός στρατιωτικού σώματος αποτελούμενο από 800 καραμπινιέρους περικύκλωσε και πραγματοποίησε εφόδους στο Γκάντζι αναζητώντας τους παράνομους. Αποφεύγοντας τη χρήση όπλων και όταν οι έρευνες δεν αποκάλυπταν τα κρησφύγετα τους, δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει μεθόδους ψυχολογικής βίας. Ειδικότερα κατέσχεσε και έσφαξε το σύνολο των οικόσιτων ζώων που ανήκαν στις οικογένειες των μαφιόζων και το κρέας στήνοντας μια τεράστια ψησταριά το πρόσφερε δωρεάν στους υπόλοιπους κατοίκους της κωμόπολης. Παράλληλα έδωσε εντολή σε τελάληδες να περιφέρονται στο Γκάντζι και να δηλώνουν πως οι στρατιώτες θα πάνε με τις γυναίκες των Μαφιόζων αν οι τελευταίοι δεν παραδοθούν! Ο ασφυκτικός κλοιός, το αίσθημα της θιγμένης τιμής ανάγκασε τους μαφιόζους του Γκάντζι να παραδοθούν με κορυφαία στιγμή την παράδοση στον ίδιο τον Μόρι του αρχηγού αυτών Αντονίνο Τουρίζι.
Η συγκεκριμένη επιχείρηση απέδειξε τον δυναμισμό και τη βούληση του Μόρι να εκτελέσει την αποστολή του. Κατόρθωσε μέσα σε πέντε χρόνια να περιορίσει στο ελάχιστο τις μαφιόζικες δραστηριότητες, εξωθώντας πολλά μέλη της να πάρουν τον δρόμο της εξορίας προς τις ΗΠΑ είτε ουσιαστικά να αναστείλουν τις εγκληματικές τους δραστηριότητες. Οι αναμφίβολες επιτυχίες του Μόρι δεν εξάλειψαν ωστόσο το οργανωμένο έγκλημα στην Σικελία. Οι έρευνες του γρήγορα αποκάλυψαν την στενή σχέση μεταξύ της Μαφία και των πολιτικών δυνάμεων του νησιού. Το 1926 εξώθησε σε παραίτηση τον στρατιωτικό διοικητή της Σικελίας Αντονίνο ντι Τζιόρτζιο.
Τον Ιανουάριο του 1927 προκάλεσε τη διάλυση του φασιστικού κομιτάτου του Παλέρμο μετά την αποκάλυψη της εμπλοκής με την Μαφία του επιφανέστερου μέλους του, του Αλφρέντο Κούκο, συνεργάτη και φίλου του Μουσολίνι. Η δίκη αθώωσε τελικά τον Κούκο λόγω έλλειψη απτών αποδείξεων το 1929. Ο Μουσολίνι επεδίωξε αρχικά να «χρυσώσει» το χάπι στον Μόρι διορίζοντας τον Γερουσιαστή το 1928 αλλά προχώρησε στην οριστική απομάκρυνση του από την Σικελία και το Παλέρμο τον Ιούνιο του 1929. Ειρωνικό φαντάζει πως ο Κούκο το 1946 υπήρξε εκ των ιδρυτών του φασιστικού κόμματος στη μεταπολεμική Ιταλία και εξελέγη βουλευτής από το 1953 έως το 1963!
H Μαφία στην μεταπολεμική Ιταλία
Ο Λάκυ Λουτσιάνο
Όταν στις αρχές Ιουλίου του 1943 οι συμμαχικές δυνάμεις πραγματοποίησαν εισβολή στην Σικελία, η έκβαση της δεν θα ήταν επιτυχής, αν δεν υπήρχε η υποστήριξη των μελών της Μαφίας. Αυτό προκύπτει από μαρτυρίες της εποχής και κυρίως μετά τον αποχαρακτηρισμό εγγράφων των Αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Ειδικότερα η ελάχιστη αντίσταση που αντιμετώπισαν από τις δυνάμεις του Ιταλικού στρατού, η ακρίβεια των πληροφοριών που σχετίζονταν με την απόβαση και κυρίως η στήριξη των Σικελών όπως την εξέφρασαν οι διάδοχοι τοπικοί άρχοντες μέλη της Μαφίας μετά την αποκαθήλωση του Μουσολίνι ελάχιστά μετά την εισβολή.
Τα αποχαρακτηρισθέντα έγγραφα επιβεβαιώνουν πως η επιτυχία της αποβατικής επιχειρήσεις βασίστηκε στη στήριξη της τοπικής Μαφίας κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του Αμερικανικού Τμήματος της και του Αμερικανικού κράτους. Στο πλαίσιο αυτής της ιδιότυπης συμμαχίας οι Μαφιόζοι είχαν κατορθώσει να «καθαρίσουν» από Ναζί κατασκόπους το λιμάνι της Νέας Υόρκης ένα χρόνο πριν και να προσφέρουν μυστικά αντικατασκοπίας πολύτιμα για την επιτυχία της απόβασης. Δεν είναι τυχαίο πως μετά την άφιξη των Συμμαχικών Δυνάμεων στη Σικελία, οι τελευταίες άφησαν υπό των έλεγχο των ελεγχόμενων από την Μαφία τοπικών αρχών το σύνολο της διοικητικής μέριμνας που συνδέθηκε με την επιβίωση του πληθυσμού.
Το τίμημα της συμφωνίας υπήρξε για το Αμερικανικό κράτος μια άτυπη ανοχή στις παράνομες δραστηριότητες της Αμερικανικής Μαφίας και κυρίως η απελευθέρωση της επιφανέστερης μορφής της, του Λάκυ Λουτσιάνο. Ο τελευταίος ωστόσο απελάθηκε από τις Η.Π.Α και κλήθηκε να εγκατασταθεί στην Ιταλία και συγκεκριμένα στην Νάπολι. Από εκεί ενορχήστρωσε τη δημιουργία ενός εγκληματικού μηχανισμού με σύνθετη οργανωτική δομή όπου ενεργοποίησε τη Σικελική Μαφία συνδέοντας την ως κομβικό συνέταιρο της διακίνησης και εμπορίων κυρίως ναρκωτικών ουσιών με την Αμερικανική εκδοχή.
Πολύ σύντομα συνεπώς η Μαφία επανέκαμψε από τα «χτυπήματα» του Μόρι και πλέον μεταπολεμικά μετατράπηκε ουσιαστικά σε κυρίαρχη δύναμη στο νησί. Ο βαθύτατος αντικομουνισμός των μελών της συνηγόρησε καταλυτικά στην ενίσχυση των σχέσεων της με την πολιτική. Δεν είναι διόλου τυχαίο πως στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες η Σικελική Μαφία δεν μετατρέπεται σε ένα συνέταιρο κομβικό στη διακίνηση και εμπορεία ναρκωτικών ουσιών παγκοσμίως αλλά ουσιαστικά ελέγχει κάθε είδους οικονομική δραστηριότητα παράνομη και νόμιμη.
Υιοθετώντας μια δομή συγκεντρωτική με τη μορφή μιας επιτροπής απλώνει τα πλοκάμια της σε κάθε τμήμα του νησιού. Ελέγχει και απαιτεί για προστασία οικονομική αποζημίωση από κάθε επιχειρηματία για την απρόσκοπτη διασφάλιση της δραστηριότητας του. Επιλέγει μεταξύ των εργαζομένων ποιοι θα συνεχίζουν να εργάζονται με μόνο κριτήριο την στήριξη τους σ’ αυτή. Χρησιμοποιεί τέλος τους πόρους ανασυγκρότησης και τα έργα υποδομής που σχεδιάζονται ως μέσα είτε εύκολου πλουτισμού και διασπάθισης τους είτε ως δραστηριότητες χρημάτων προερχόμενων από εγκληματικές δραστηριότητες. Το μυθιστόρημα του Λεονάρντο Σάσα «H Hμέρα της Kουκουβάγιας» αποτυπώνει γλαφυρά και με ρεαλισμό τη συγκεκριμένη κατάσταση.
Η Μαφία λειτουργεί ουσιαστικά ανεξέλεγκτη στη Σικελία και συνιστά μια παράλληλη μορφή εξουσίας που αψηφά το Ιταλικό κράτος. Το τελευταίο είτε λόγω της συνάφειας και σχέσης λειτουργών του με τη Μαφία είτε λόγω του ψυχροπολεμικού κλίματος που βρίσκει στήριξη από τον μαφιόζικο αντικομουνισμού αδυνατεί να πάρει μέτρα για το περιορισμό της. Οι όποιες προσπάθειες είναι σπασμωδικές και η Μαφία τις εξουδετερώνει δολοφονώντας τους εκφραστές τους. Αυτό ωστόσο αρχίζει να αλλάζει από τις αρχές της δεκαετίας του 80.












