Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Η «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα πουλάει σαν να μην υπάρχει αύριο. Πάνω από 35.000 αντίτυπα μέσα σε λίγες ημέρες, οι ουρές στα βιβλιοπωλεία θυμίζουν παρουσίαση pop star κι όχι πρώην πρωθυπουργού που έχει δύο χρόνια να καταθέσει σοβαρή πολιτική πρόταση. Κι όμως, αυτό το μικρό εκδοτικό θαύμα δεν είναι απλώς μια λογοτεχνική επιτυχία. Είναι ο προάγγελος μιας πολιτικής επαναφοράς που σχεδιάζεται προσεκτικά, μεθοδικά, και κυρίως προσωποκεντρικά. Ο Τσίπρας, όσο κι αν θέλει να δείχνει ότι αποσύρθηκε για να «στοχαστεί» τα λάθη του, δεν είναι από αυτούς που λένε την τελευταία τους κουβέντα και φεύγουν. Αντιθέτως, μοιάζει σαν τώρα να καθαρίζει τη φωνή του πριν ανέβει ξανά στο σανίδι.
Δεν χρειάζεται κανείς να διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο για να καταλάβει πως δεν γράφτηκε για να μπει στο ράφι. Γράφτηκε για να ανοίξει δρόμους. Ο Τσίπρας δεν είναι αφελής, ξέρει καλύτερα από τον καθένα πως το πολιτικό του brand δεν έχει εξατμιστεί. Αντίθετα, διατηρεί μια παράδοξη λάμψη σε ένα κοινό που νιώθει ότι μεγάλωσε μαζί του, ότι δοκιμάστηκε μαζί του και ότι, με όλους τους θυμούς και τις απογοητεύσεις, ίσως του χρωστάει μια τελευταία ευκαιρία. Το βιβλίο λειτουργεί ως θερμοστάτης αυτής της σχέσης. Τη ζεσταίνει, την ανανεώνει, την κάνει ξανά επίκαιρη.
Όμως από αυτό μέχρι την «ολική επαναφορά», η απόσταση είναι μεγάλη. Και η αλήθεια είναι ότι ο Τσίπρας κουβαλάει βαρύ φορτίο. Δεν είναι μόνο οι κλειστές τράπεζες, τα capital controls, η διαπραγμάτευση του 2015 που ακόμη μισοκαίει στην πολιτική μνήμη, η εχθροπάθεια απέναντι στους αντιπάλους, η συχνά αντιθεσμική και ακραία κυβερνητική του πρακτική. Είναι και ο τρόπος που διαχειρίστηκε τον δικό του χώρο. Ο ΣΥΡΙΖΑ της εποχής του υπήρξε ένα κόμμα που δομήθηκε γύρω από τον αρχηγό και κατέρρευσε γύρω από τον ίδιο αρχηγό. Το βιβλίο το αποδεικνύει άλλωστε. Οι σελίδες του μοιάζουν με ανακριτικό φάκελο των πρώην συντρόφων του. Σχεδόν κανείς δεν βγαίνει αλώβητος. Βαρουφάκης, Κωνσταντοπούλου, Τσακαλώτος, Αχτσιόγλου, Παππάς, Πολάκης, όλοι περνούν από μια κριτική που λίγο απέχει από εισαγγελικό κατηγορητήριο.
Δεν φταίει ποτέ ο ίδιος
Αυτό, για τους αντιπάλους του, είναι η παλιά του κακή συνήθεια. Η ανάγκη να μην φταίει ποτέ ο ίδιος. Για τους υποστηρικτές του πάλι, είναι το θάρρος να πει τα πράγματα με το όνομά τους, να απαντήσει σε μύθους και να προλάβει ή να ανασκευάσει τη δαιμονοποίηση του. Όπως και να το δει κανείς, το βιβλίο είναι η προσπάθειά του να ξαναγράψει την ιστορία της δεκαετίας όπου κυβέρνησε. Να εξηγήσει εκείνος τα γεγονότα, σε αντιπαράθεση με τον τρόπο που τα εξηγούν οι άλλοι. Κι αυτό, σε μια πολιτική περίοδο όπου η εικόνα συχνά μετράει περισσότερο από την ουσία, του δίνει πλεονέκτημα. Ορίζει ξανά το πλαίσιο στο οποίο συζητιέται ο ίδιος.
Το μεγάλο ερώτημα, όμως, είναι αν αυτό το επικοινωνιακό κύμα αρκεί για να επιστρέψει πραγματικά στο παιχνίδι. Αν υπάρχει δηλαδή χώρος, πολιτικός και κοινωνικός, για μια νέα πολιτική πρόταση Τσίπρα. Η συγκυρία, σε πρώτη ανάγνωση, τον ευνοεί. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται στη φάση φθοράς της, με θέματα ασφάλειας, ακρίβειας και θεσμικής κόπωσης να συσσωρεύονται. Το ΠΑΣΟΚ, αν και σταθερά δεύτερο, δεν έχει ακόμη πείσει ότι μπορεί να γίνει εναλλακτική εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ του Φάμελου ή το κόμμα Κασσελάκη έχουν μετατραπεί σε ένα άθροισμα εσωτερικών ποικιλιών χωρίς κέντρο βάρους.
Η «κατάλληλη στιγμή» και ο «κύκλος» που έκλεισε
Σε αυτό το τοπίο, μια πρωτοβουλία Τσίπρα δεν ακούγεται παράλογη. Αντιθέτως, μοιάζει με κίνηση που έρχεται την κατάλληλη στιγμή. Όμως το ζήτημα δεν είναι αν βρίσκει χώρο, αλλά αν βρίσκει εμπιστοσύνη. Γιατί, όσο κι αν το κοινό του της περιόδου 2015-2019 τον βλέπει ακόμη με συμπάθεια, υπάρχει και μια μεγάλη κατηγορία πολιτών που νιώθει ότι «έκλεισε ο κύκλος». Ότι οι υποσχέσεις εκείνης της εποχής —έντιμες ή αφελείς δεν έχει σημασία— κάηκαν μαζί με το όνειρο της ρήξης που ποτέ δεν έγινε. Αυτή η κατηγορία δεν είναι ούτε δεξιά ούτε συγκυριακή. Είναι άνθρωποι προοδευτικοί, φιλελεύθεροι, κεντρώοι, που θέλουν λύσεις χωρίς περιπέτειες. Για αυτούς, ο Τσίπρας παραμένει μια μορφή απεχθής και διχαστική.
Αυτό είναι το μεγάλο εμπόδιο στην επιστροφή του. Η εμπέδωση μιας εικόνας που τον τοποθετεί παγίως σε έναν ρόλο πιο «φορτισμένο» από όσο αντέχει η σημερινή πραγματικότητα. Αν θέλει να ξεκινήσει πράγματι κάτι νέο, πρέπει να σπάσει το στερεότυπο «ο άνθρωπος του 2015» και ταυτόχρονα να μην εμφανιστεί σαν να απολογείται. Μια δύσκολη ισορροπία, ιδίως όταν το ίδιο το βιβλίο του αναμοχλεύει τα φαντάσματα εκείνης της χρονιάς.
Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική δεν λειτουργεί με μαθηματικούς νόμους. Έχει και συναίσθημα, και κενό, και ανάγκες που αλλάζουν. Ο Τσίπρας εξακολουθεί να είναι από τους ελάχιστους Έλληνες πολιτικούς με πραγματικό «fan base». Μπορεί ακόμα να γεμίσει αίθουσες με ανθρώπους που πηγαίνουν όχι απλώς να τον ακούσουν, αλλά να τον ξαναδούν. Αυτό το συναισθηματικό απόθεμα, σε περιόδους κρίσης αντιπροσώπευσης, μπορεί να γίνει δυναμίτης. Αρκεί να συνοδευτεί από καθαρό πολιτικό λόγο, όχι από ανακύκλωση παρελθόντος. Διότι τότε, ο δυναμίτης μπορεί εύκολα να σκάσει στα μούτρα του.
Το κρίσιμο, λοιπόν, είναι τι θα παρουσιάσει ως επόμενο βήμα. Όχι τι λέει η «Ιθάκη», αλλά τι θα πει μετά την Ιθάκη. Αν αυτό που φέρει στο τραπέζι είναι ένα σύγχρονο κοινωνικό συμβόλαιο, μια πολιτική αφήγηση που να μιλάει για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας και όχι για τη δική του διαδρομή στην προηγούμενη, τότε έχει πιθανότητες. Όχι για να ξαναμπεί απλώς στο παιχνίδι, αλλά να το αναδιαμορφώσει. Αν όμως κινηθεί στο γνώριμο μοτίβο «εγώ σας τα έλεγα», «εγώ τα πλήρωσα», «εγώ ξέρω», «εγώ δεν έκαναν λάθη», τότε θα επαναλάβει τον κύκλο που τον έφερε ως εδώ. Θα βρει μεν ένα κομμάτι που τον ακολουθεί, αλλά θα συναντήσει και τοίχους που δεν πέφτουν πια.
Ζητείται αφήγημα
Κι εδώ βρίσκεται η ουσία. Σήμερα, ο Τσίπρας δεν είναι ούτε αουτσάιντερ ούτε φαβορί. Είναι ένας πολιτικός με υψηλό recall, ισχυρό συναισθηματικό δεσμό με μέρος της κοινωνίας, αλλά και βαρύ ιστορικό που προκαλεί αντιστάσεις. Η επιτυχία της «Ιθάκης» δείχνει ότι έχει ακόμα κοινό. Το κοινό όμως δεν πρέπει να συγχέεται με την κοινωνική πλειοψηφία, αυτή δεν την έχει. Για να την αποκτήσει, πρέπει να πείσει ότι δεν επιστρέφει ως «δικαίωση του παλιού», αλλά ως φορέας μιας νέας ανάγκης. Ότι δεν γυρίζει για να αποκαταστήσει τη μνήμη του, αλλά για να καλύψει ένα υπαρκτό πολιτικό κενό.
Κι όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, αυτό το κενό υπάρχει. Η Ελλάδα σήμερα δεν ψάχνει άλλον έναν διαχειριστή. Ψάχνει ένα αφήγημα που να της εξηγεί πού πάει, πώς θα σταθεί σε έναν κόσμο που αλλάζει, ποιος μπορεί να αρθρώσει πολιτική χωρίς κομματικές σκουριές και προσωπικές ρεβάνς. Ο Τσίπρας έχει το χάρισμα, έχει το αναγνωρίσιμο πρόσωπο, έχει την ικανότητα να μιλάει σε διαφορετικά ακροατήρια. Το αν έχει και το περιεχόμενο, είναι το μόνο που δεν μπορούμε ακόμη να ξέρουμε.
Η ιστορία έχει δείξει ότι η δεύτερη πράξη ενός πολιτικού δεν γράφεται ποτέ με τα ίδια υλικά της πρώτης. Χρειάζεται ανανέωση, τόλμη, μια δόση αυτογνωσίας και κυρίως μια απομάκρυνση από τα παλιά σύνδρομα. Ο Τσίπρας φαίνεται να κατανοεί μέρος αυτής της ανάγκης. Το αν μπορεί να την υπηρετήσει, θα φανεί όχι από τα βιβλιοπωλεία, αλλά από την πρότασή του για την επόμενη μέρα.
Μέχρι τότε, η «Ιθάκη» δεν είναι το τέλος μιας διαδρομής. Είναι το σημείο όπου ο Τσίπρας ρωτά ξανά την κοινωνία αν έχει θέση στο μέλλον της. Η απάντηση θα δοθεί όχι με χειροκροτήματα σε παρουσιάσεις, αλλά με το αν ο κόσμος πιστέψει ότι έχει κάτι πραγματικά νέο να πει. Κι αυτό, όσο κι αν ο ίδιος το επιδιώκει, μένει ακόμη ανοιχτό.












