Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Του Δ. Γιαννακόπουλου
Οι εκδηλώσεις μνήμης και οι επέτειοι ενέχουν πάντα τους κινδύνους της παγίωσης αντιλήψεων για πολυδιάστατα γεγονότα και της εξωραϊσμένης ή δραματοποιημένης απόδοσής τους. Αυτό συμβαίνει με τη «Δίκη της Νυρεμβέργης», που διήρκεσε ένα περίπου χρόνο (20 Νοεμβρίου 1945 – 1 Οκτωβρίου 1946) και συμβόλισε την αποφασιστικότητα της διεθνούς κοινότητας να καταδικάσει τους πρωταίτιους των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Έξι εκατομμύρια Εβραίοι, σε σύνολο 70 εκατομμυρίων νεκρών, θανατώθηκαν από τους Ναζιστές στα σπίτια, στους δρόμους, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε ψυχιατρεία, σε θαλάμους αερίων και φούρνους.
Στις 2 Ιανουαρίου 1945, κι ενώ ο πόλεμος είχε κριθεί σε όλα τα μέτωπα, οι σύμμαχοι βομβάρδιζαν ανηλεώς τη Νυρεμβέργη, την έδρα του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος του Χίτλερ. Λίγους μήνες αργότερα αναζητούσαν τρόπους σύστασης διεθνούς στρατοδικείου, προκειμένου να παραπέμψουν τους εντολείς της εξόντωσης των εκατομμυρίων αμάχων. Για την εκπλήρωση του σκοπού τους επέλεξαν το δικαστικό μέγαρο της Νυρεμβέργης, παρότι και οι ίδιοι είχαν διαπράξει ανάλογες φρικαλεότητες σε βάρος του πληθυσμού της πόλης.
Ήταν η πρώτη δίκη νικητών σε βάρος των ηττημένων και επί δεκαετίες η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα αμφισβητούσε τη χρησιμότητά της, αφού ήταν αδύνατη η ορθή απόδοση του Δικαίου· γι’ αυτό οι ρατσιστικές θηριωδίες και οι εθνοκαθάρσεις επαναλήφθηκαν στην Αφρική, την Ασία και αλλού.
Παράλυση
Η πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά της «Νυρεμβέργης» από την αμερικανική βιομηχανία θεάματος υπερέχει βέβαια της αντίστοιχης προηγούμενης του 1961 στη σκηνογραφία, το ντεκόρ, τον ήχο και γενικότερα στο οπτικό δέλεαρ, ενώ υπολείπεται στην ουσία και στη μεταφορά των έντονων συναισθημάτων στους θεατές. Σε καμία από τις δύο ταινίες, σε καμία πλέον ιστοριογραφία, δεν αναφέρεται ότι στη δίκη, που πραγματευόταν ζητήματα ειρήνης και πολέμου, δικαστές και εισαγγελείς παρέλυσαν πολλές φορές λόγω διαφορετικών αντιλήψεων περί της διεθνούς δημόσιας τάξης: από τη μία οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες των ΗΠΑ και της Ευρώπης και από την άλλη οι διαπνεόμενες από τη μαρξιστική–λενινιστική αντίληψη σοσιαλιστικές δημοκρατίες (ΕΣΣΔ).
Σύνθεση
Κάθε ένα από τα τέσσερα συμμαχικά έθνη – οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, η Σοβιετική Ένωση και η Γαλλία – διόρισε έναν δικαστή και μια ομάδα δημόσιων κατηγόρων. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο αρχιδικαστής Τζέφρι Λόρενς από τη Μεγάλη Βρετανία και από τους 24 κατηγορούμενους παρουσιάστηκαν οι 21. Ο βιομήχανος Γκούσταβ Κρουπ βρισκόταν ήδη σε πολύ προχωρημένη ηλικία, ο Ρόμπερτ Λέι αυτοκτόνησε την παραμονή της δίκης και ο γραμματέας του ναζιστικού κόμματος Μάρτιν Μπόρμαν δικάστηκε ερήμην. Δώδεκα καταδικάστηκαν σε θάνατο δι’ απαγχονισμού, τρεις σε ισόβια, σε τέσσερις επιβλήθηκαν ποινές 10 έως 20 ετών και οι υπόλοιποι αθωώθηκαν. Ο Χίτλερ, ο Χίμλερ και ο Γκέμπελς αυτοκτόνησαν πριν από τη σύσταση του δικαστηρίου, ενώ ο Χέρμαν Γκέρινγκ, δημιουργός της Γκεστάπο και αντικαγκελάριος του Φύρερ, δηλητηριάστηκε με υδροκυάνιο πριν μεταφερθεί στην αγχόνη.
Διαφυγή
Στη διάρκεια της διαδικασίας έγινε αντιληπτός ο κίνδυνος της μη παραπομπής χιλιάδων εγκληματιών πολέμου· γι’ αυτό και, μόλις ολοκληρώθηκε, εκατοντάδες παραπέμφθηκαν στις αποκαλούμενες «παρεπόμενες δίκες» στην Αμερική, στην Ευρώπη και στο Ισραήλ, όπως το 1961 ο Άντολφ Άιχμαν, βασικός σχεδιαστής της «Τελικής Λύσης» της εξόντωσης των Εβραίων στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, που με την έναρξη του πολέμου μετατράπηκαν σε κολαστήρια. Υπολογίζεται ότι διέφυγαν 700.000 βασανιστές, δολοφόνοι, ηθικοί αυτουργοί και συνεργοί. Αρκετοί παρέμειναν σε υψηλές θέσεις της διοικητικής πυραμίδας της Δυτικής Γερμανίας, άλλοι – κυρίως επιστήμονες – εντάχθηκαν στο επιστημονικό–ερευνητικό δυναμικό της Δύσης, πολλοί χρησιμοποιήθηκαν από τους συμμάχους στην άντληση πληροφοριών και ένας υπολοχαγός του Γ’ Ράιχ στην Αθήνα, ο Κουρτ Βαλντχάιμ, διετέλεσε γενικός γραμματέας του ΟΗΕ και κατόπιν πρόεδρος της Αυστρίας.
Το σύμφωνο του 1928
Κορυφαίες προσωπικότητες της νομικής, όπως ο παγκοσμίου φήμης δικηγόρος Jacques Vergès, επικαλούνται στις προσεγγίσεις τους το Σύμφωνο Briand–Kellogg του 1928 μεταξύ Γαλλίας, ΗΠΑ και Γερμανίας, το λεγόμενο «Σύμφωνο παραίτησης από τον πόλεμο», το οποίο α) δεν προσδιόριζε τη σημασία του όρου «επίθεση» και β) προέβλεπε μόνο διπλωματικές κυρώσεις. Συνεπώς, στη σύνταξη του κατηγορητηρίου της «Νυρεμβέργης» οι δύο θεμελιώδεις κανόνες του Ποινικού Δικαίου, nullum crimen et nulla poena sine lege («δεν υφίσταται κανένα έγκλημα και καμία ποινή χωρίς νόμο»), είχαν παραβιαστεί. «Από αυστηρά δικονομική σκοπιά επρόκειτο για μία άποψη που δύσκολα κανείς θα αμφισβητούσε», τονίζει ο Vergès.
Διεθνές έγκλημα
Έτσι, ενώ η πολιτική αγωγή επικαλέστηκε την απόφαση της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ) που αναγνώριζε τον επιθετικό πόλεμο ως «διεθνές έγκλημα», η υπεράσπιση των Χιτλερικών θριαμβολογούσε, αφού η ΚτΕ αρνήθηκε οποιαδήποτε παρέμβαση κατά την επίθεση των Ιαπώνων στην Κίνα (Μαντζουρία) το 1931, όπως αδιάφορα είχε αντιμετωπίσει την εισβολή των Ιταλών του Μουσολίνι το 1935 στην Αιθιοπία. Πλήθος ανάλογων περιπτώσεων εξανδραποδισμού είχαν καταγραφεί έως τότε με τους Τασμανούς Αυστραλούς, τα εκατομμύρια θύματα των δυνάμεων κατοχής στην Κορέα, στην Κίνα και στις Φιλιππίνες και βεβαίως με τις αμερικανικές ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι τον Αύγουστο του 1945. Τα ως άνω δεν χρησιμοποιήθηκαν, παρά ακροθιγώς, από τους κατηγορούμενους ως «αντάλλαγμα» για την αποσιώπηση της ιδεολογίας τους. «Δεν είναι οι σκέψεις αλλά οι πράξεις που χαρακτηρίζουμε ως εγκλήματα», έλεγε ο ανώτατος εισαγγελέας Ρ. Τζάκσον, πιστεύοντας ότι θα προσπερνούσε το πολιτικό σκέλος του ολοκληρωτισμού. Το λάθος δεν επαναλήφθηκε, είχε όμως θλιβερές παρενέργειες.













