Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Η εικόνα είναι σχεδόν παρωχημένη αλλά αξίζει υπενθύμισης. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη λαίλαπα του εμφυλίου, ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα δεν ήταν φίλος. Ήταν συμβολισμός. Συμβολισμός εξάρτησης, προτεσταντισμού της αμερικανικής πολιτικής στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, διαρκούς επιτήρησης. Αυτός ο ξένος μπήκε στην ελληνική δημόσια συνείδηση ως μια μορφή επιβλητικής παρουσίας, σχεδόν σαν «αντιπρόσωπος του αφεντικού», ποτέ ως αδελφός ή ισότιμος. Οι πρέσβεις των ΗΠΑ κατά τη μεταπολεμική περίοδο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «οι άνδρες του γραφείου» που καθόριζαν εξωθεσμικές ισορροπίες, καθοδηγούσαν κόμματα, επιτηρούσαν πολιτικές, περισσότερο δημιουργούσαν πληγές παρά θεράπευαν προβλήματα.
Σήμερα όμως, η νέα πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα, κουβαλώντας στον τίτλο της το φιλόδοξο «πρώτη γυναίκα πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα», έχει προκαλέσει κάτι που πριν φάνταζε αδιανόητο: συμπάθεια. Ή τουλάχιστον ενδιαφέρον. Γιατί ένας λαός που μέχρι χθες εναντιωνόταν συλλήβδην στην αμερικανική πρεσβεία – τις σημαίες που κάηκαν, τα “Go home” που φώναξαν – βρίσκει τώρα τον τρόπο να κοιτάξει με άλλο μάτι αυτήν την ξένη παρουσία.
Όταν η ίδια η Guilfoyle δηλώνει: «Η Ελλάδα έχει σημασία για εμάς επειδή βλέπουμε το μέλλον μας μαζί. Η Ελλάδα να γίνει ενεργειακός κόμβος και εμείς να εργαστούμε από κοινού για τεράστια αποτελέσματα». Λέει ακόμη ότι «η ενεργειακή ανεξαρτησία ισοδυναμεί άμεσα με εθνική ασφάλεια και κυριαρχία». Με λόγια σαν αυτά, η αίσθηση είναι διαφορετική. Ότι η πρέσβειρα δεν έρχεται για να μας κουμαντάρει, αλλά για να ανοίξει το δρόμο.
Κι όμως, η χαρά αυτή δεν είναι (ή δεν πρέπει να είναι) έρωτας χωρίς επιφύλαξη. Έχει μέσα της μια ένταση. Έχει μέσα της μια αμηχανία. Και η αμηχανία αυτή σχετίζεται με κάτι που στην πραγματικότητα εκπροσωπεί η θέση της πρέσβειρας: τον Τραμπισμό, την αμερικανική πολιτική μιας νέας εποχής που – κατά πολλούς – δεν έφυγε, αλλά μεταμορφώθηκε. Η Guilfoyle είναι απολύτως συνδεδεμένη με τον Donald Trump, ήταν από τους ανθρώπους που σημείωνε δυσκολίες επικοινωνίας με την Ευρώπη, έκανε καριέρα στα Μέσα, σε εκστρατείες, σε πολιτικά δρώμενα με ένταση.
Κι όταν λέει «ο Πρόεδρος με ευλόγησε να έρθω εδώ», δεν ακούγεται απλώς διπλωματικά κοινότοπο, ακούγεται μήνυμα. Μήνυμα ότι η ελληνική σκηνή δεν θυμίζει μόνο το παλιό σκηνικό, μεταμορφώνεται και σε κάτι νέο που συνταιριάζει με την εικόνα της υπερδύναμης. Είναι μεγάλο, αμερικανικό, με στρατηγικές επιδιώξεις, με ενεργειακά παιχνίδια, με συμφωνίες που θα καθορίσουν γι’ ακόμη μια φορά τη γεωγραφία εξάρτησης.

Η αντίφαση
Και εδώ μπαίνει η αντίφαση. Αγαπήσαμε αυτήν την πρέσβειρα; Ή μάλλον, τι είναι αυτό που «αγαπήσαμε»; Πιστεύουμε ότι μας αγαπάει; Ή αισθανόμαστε ότι μας θέλει, για κάτι που εμείς έχουμε ανάγκη; Έναν ισχυρό ξένο σύμμαχο, έναν βαρόνο της ενέργειας, έναν παράγοντα που θα μας πάρει από τα χέρια της Ευρώπης που αδυνατεί και θα μας βάλει στο παιχνίδι της Αμερικής που κυβερνά; Και η αμηχανία προκύπτει επειδή το ξέρουμε πως της δίνουμε χώρο επειδή το χρειαζόμαστε. Είτε ενέργεια, είτε ασφάλεια, είτε στρατηγική προβολή. Αν χθες ο πρέσβης ήταν «επιτηρητής» του εθνικού μας κράτους, σήμερα μπορεί να γίνει «υποστηρικτής» της εθνικής μας στρατηγικής – αλλά ποιοι όροι επισυνάπτονται; Και πόσο «δικός μας» είναι τελικά;
Η Ελλάδα, που κάποτε αντιδρούσε στην παρουσία του ξένου διπλωμάτη σαν κακός έφηβος σπίτι του πατέρα της, σήμερα φαίνεται να βάζει το σακάκι, να πλένει τα χέρια της και να ανοίγει την πόρτα. Η πρέσβης εισέρχεται με χαμόγελο, χειραψία, οθόνες, δηλώσεις για ενεργειακές συνεργασίες, λιμάνια, αγωγούς. Αντί να χαιρετάμε κραδαίνοντας αλληλέγγυα πανό, τώρα την καλούμε για καφέ στο Σύνταγμα. Κι εκεί υπάρχει το «γιατί άραγε;» Το γιατί δεν είναι μονοδιάστατο. Είναι ήττα της παλιάς στάσης που φώναζε, «δεν θα συνεργαστούμε ποτέ με τους φονιάδες των λαών». Ήταν στάση κουρασμένη, αμυντική, ξεπερασμένη. Τώρα την αντικαθιστούμε με το «χρειαζόμαστε κάποιον» ή ίσως το «χρειαζόμαστε τον ισχυρό».
Και αυτό το «κάποιος» λέει και κάτι ακόμη. Ότι η Ελλάδα εντάσσεται πια σε έναν χάρτη όπου οι παίκτες αλλάζουν, οι όροι επιβάλλονται, οι εξαρτήσεις ανασυσταίνονται. Όταν η πρέσβειρα σου λέει φράσεις όπως ότι «θάλαμος της ενέργειας», «κόμβος», «εξαρτάται το μέλλον μας από κοινού», αρχίζεις να ελπίζεις ότι δεν πρόκειται για τυχαίες φράσεις. Είναι αποτύπωση μιας στρατηγικής συμφωνίας. Η Ελλάδα δεν είναι πια απλώς «μεταβιβαστής των Αμερικανών», είναι «κόμβος» των Αμερικανών. Και αυτή η μετάβαση προκαλεί την ίδια στιγμή υπερηφάνεια και δέος, αλλά και μια εσωτερική ανησυχία: μήπως είναι πολύ ωραίο για να ναι αληθινό;
Μια πολιτισμική μετακίνηση
Με άλλα λόγια, η υποδοχή της πρέσβειρας δεν είναι απλώς θεσμική, δεν είναι απλώς διπλωματική. Είναι σχεδόν μια πολιτισμική μετακίνηση. Από το «είναι ο ξένος που μας επιτηρεί» στο «είμαστε ο συμπαίκτης με τον ξένο». Και όμως, στον καθρέφτη βλέπουμε ότι ο συμπαίκτης δεν είναι πάντα φίλος. Μπορεί να είναι και επενδυτής, μπορεί να είναι και ιδιοκτήτης με μετοχές. Και η Ελλάδα, με όλο το ιστορικό της, ξέρει καλά ότι η εξάρτηση αλλάζει όνομα αλλά όχι πάντοτε μορφή.
Η νέα πρέσβειρα έχει χαιρετήσει τον αρχιεπίσκοπο, έχει συμμετάσχει σε εγκαίνια ενεργειακών έργων, έχει δηλώσει ότι η Ελλάδα «βρίσκεται σε αναδυόμενο ηγετικό ρόλο». αλλά δεν έχει – τουλάχιστον δημόσια – αναλύσει το ποιοι είναι οι όροι του παιχνιδιού. Κι αυτό είναι μέρος της αμηχανίας μας. Γιατί χρειαζόμαστε έναν παίκτη, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θέλουμε να είμαστε απλώς το γήπεδο.
Την επόμενη φορά που θα ακούσουμε «η ενεργειακή ανεξαρτησία ισοδυναμεί με εθνική ασφάλεια και κυριαρχία», ας θυμόμαστε ότι σε άλλο επίπεδο αυτό που λέγεται «ασφάλεια» μπορεί να σημαίνει «εισαγωγή». Σε άλλο επίπεδο αυτό που λέγεται «κυριαρχία» μπορεί να σημαίνει «επιλογή». Και όταν ο ξένος λέει «επιλέγω εσάς», δεν θα ήταν άσκοπο να αναρωτηθούμε: «Εσείς με ποίον είστε;»
Η αγάπη μας για τη νέα Αμερικανίδα πρέσβειρα δεν είναι αγάπη προς το πρόσωπο. Είναι η ανακούφιση ενός εθνικού τραυματισμένου συλλογικού εγώ, που βλέπει μπροστά του μια νέα ευκαιρία. Αλλά οι ευκαιρίες δεν είναι πάντα φίλοι-σύμμαχοι. Ούτε οι σύμμαχοι πάντα φίλοι. Και αν θέλουμε πραγματικά να αποφύγουμε το παλιό ρομάντζο της εξάρτησης, πρέπει να κοιτάζουμε και πέρα από τα χαμόγελα της πρέσβειρας. Προς το συμφωνητικό, προς τα μικρά γράμματα, προς το ποιος πληρώνει τον λογαριασμό.
Κι αν θέλουμε να γίνουμε περισσότερο από «κόμβος», πρέπει να αποφασίσουμε ότι θα είμαστε, όχι επειδή μας επέλεξαν, αλλά επειδή επιλέξαμε.












