Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Του Δ. Γιαννακόπουλου
Η παρουσία των Αμερικανών πρέσβεων στην Ελλάδα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, από την ενθρόνιση του Γεωργίου Α’ και έπειτα, σηματοδοτεί το εντεινόμενο ενδιαφέρον των ΗΠΑ για χώρες προσέλκυσης μεταναστών ώστε η αχανής επικράτεια να αποκτήσει κοινωνική και οικονομική ισχύ.
Το ζητούμενο του καλού ανθρώπινου δυναμικού αποτελούσε κύρια προτεραιότητα της αναπτυσσόμενης Δύσης στην αντίπερα πλευρά του Ατλαντικού, και σε αυτό συνέβαλε η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις Συνθήκες των Σεβρών το 1920 και της Λωζάνης το 1923. Κι ενώ μέχρι το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου επικεντρώνονταν στη δυτική πλευρά του Ειρηνικού ανακαλύπτοντας ευκαιρίες στην αχανή Ασία, από το 1947–1948 άλλαξε προσανατολισμό μεριμνώντας για την πορεία υλοποίησης του σχεδίου Μάρσαλ, ύψους 13 δισ. δολαρίων, το οποίο βοήθησε σημαντικά τις διαλυμένες οικονομίες της Ευρώπης και δη του μεσογειακού Νότου.
Οι εκάστοτε διπλωμάτες των ΗΠΑ, εφαρμόζοντας στο ακέραιο τις οδηγίες του Λευκού Οίκου, συνέβαλαν στην εδραίωση των συμφερόντων της χώρας τους αλλά και ενίσχυσαν τον φιλόξενο τόπο αφού οι περισσότεροι ήταν πραγματικά φιλέλληνες.
Ο Τσάρλς Τάκερμαν (1868–1871), ο πρώτος εν Ελλάδι Αμερικανός πρέσβης, ασχολήθηκε πολύ με τη «χαρτογράφηση» της νεοσύστατης χώρας και των κατοίκων που γνώριζαν την ελευθερία έπειτα από μακραίωνη σκλαβιά, εκδίδοντας σχετικό βιβλίο («Οι Έλληνες και οι συνήθειές τους»). Δημιούργησε πυρήνες υποστηρικτών της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη και τη Βοστώνη, διανοίγοντας προοπτικές εργασίας και επιχειρείν σε χιλιάδες εξαθλιωμένους.
Ο Μακ Βη
Ξεχωριστή είναι η μακροβιότερη όλων θητεία του Λίνκολν Μακ Βη, ο οποίος ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο το 1933, αναγκάστηκε να αποχωρήσει το 1941 και επανήλθε για 3 χρόνια το 1945. Ο Μακ Βη, διπλωμάτης κύρους με σπουδές αρχαιολογίας στο Χάρβαρντ, είχε επιδώσει τα διαπιστευτήριά του μιλώντας στα αρχαία ελληνικά και την πρώτη περίοδο αναζητούσε επίμονα χρηματοδότες για την αναστύλωση των μνημείων της Ακρόπολης. Χάρη δε στη μυστική του κατάθεση στα αμερικανικά όργανα διακυβέρνησης, ο πρόεδρος Χ. Τρούμαν ανέλαβε «την υποστήριξη του ελεύθερου κόσμου» που πάλευε ενάντια στην υπονόμευσή του από ένοπλες μειονότητες.
Ο Πιουριφόυ
Τον Σεπτέμβριο του 1950 ο Τζον Έμιλ Πιουριφόυ αποστέλλεται στην πρεσβεία της Αθήνας ως «κομμουνιστοφοβικός και μακαρθιστής». Έχοντας ξεκινήσει την καριέρα του ως στρατιωτικός, μεταπήδησε στις επιχειρήσεις και αργότερα στο χρηματιστήριο για να ασχοληθεί εν τέλει με τη διπλωματία. Κατά τον χρόνο διοίκησής του (1950–1953) παρενέβη ευθέως στα πολιτικά πράγματα, πότε απειλώντας με συρρίκνωση της δόσης του σχεδίου Μάρσαλ, πότε προωθώντας στην πολιτική ανθρώπους της αρεσκείας του και πότε προτείνοντας αλλαγή του εκλογικού νόμου με την καθιέρωση του πλειοψηφικού συστήματος. Κατά μέρος οι σκοποί του επιτεύχθηκαν. Οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1952 διενεργήθηκαν με το πλειοψηφικό και η χώρα εισήλθε σε περίοδο 11ετούς σταθερότητας, πρώτα με τον Αλέξανδρο Παπάγο και κατόπιν με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Δεκαετία 1950
Την ίδια τακτική ακολούθησαν και οι διάδοχοί του. Οι δόσεις της οικονομικής βοήθειας περιορίζονταν, νέα κεφάλαια εισέρρεαν από την Ευρώπη που δειλά-δειλά έκανε τα πρώτα βήματα προς την ενιαία οντότητα (ΕΟΚ), τα σύνορα των μεσανατολικών κρατών διαμορφώνονταν∙ ωστόσο ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» από την κραταιά Γιουγκοσλαβία του Τίτο, που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της βαλκανικής χερσονήσου, ήταν πάντα ένας καλός λόγος διατήρησης της ισχύος του διεθνούς παράγοντα.
Το δίμηνο Σεπτεμβρίου–Οκτωβρίου 1955 ο πρέσβης Καβέντις Κάνον (1953–1956) προσπαθούσε να διακριβώσει τις προθέσεις των αντιπροέδρων της κυβέρνησης Παπάγου, Στέφανου Στεφανόπουλου και Παναγιώτη Κανελλόπουλου, έχοντας πάντως μεγάλη εμπιστοσύνη στον δημοφιλή και παραγωγικό υπουργό Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνο Καραμανλή. Μία μέρα πριν τον θάνατό του, τη νύχτα της 4ης Οκτωβρίου 1955, ο Παπάγος διορίζει πρωθυπουργό τον Στεφανόπουλο και την επομένη το πρωί η πρεσβεία ενημερώνει στο πρώτο τηλεγράφημά της το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ότι τα ηνία της χώρας θα ανελάμβανε, έστω προσωρινά, ο Στεφανόπουλος. Τελικώς υιοθετείται η πρόταση του βασιλιά Παύλου και ορκίζεται ο Κ. Καραμανλής, και ο Κάνον θα στηρίξει τις επιλογές του.
Τάλμποτ – Τάσκα
Το 1965 διορίζεται στην πρεσβεία ο μέχρι τότε υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για θέματα Μέσης Ανατολής Φίλιπ Τάλμποτ (1965–1969). Ανέπτυξε ευρύ δίκτυο εποπτείας σε όλη την περιοχή λόγω και της «επικίνδυνης κατάστασης του καθεστώτος Νάσερ» στην Αίγυπτο. Χρόνια αργότερα, ως συνταξιούχος, είχε πει σε συνέντευξη ότι γνώριζε για την προετοιμασία του πραξικοπήματος, όχι όμως για τα πρόσωπα και τον ακριβή χρόνο εκδήλωσής του («κάπου τις πρώτες μέρες του Απριλίου»). Από τα γεγονότα δεν προκύπτει ότι έγιναν ενέργειες αποτροπής, κι άλλωστε ο αραβοϊσραηλινός πόλεμος των έξι ημερών, τον Ιούνιο, απορρόφησε πλήρως τις υπηρεσίες των ΗΠΑ.
Μεσολαβεί κενό 8 μηνών από την αποχώρηση του Τάλμποτ και τον Ιανουάριο του 1970 ο Χένρι Τάσκα (1970–1974) φτάνει μετά βαΐων και κλάδων στην Αθήνα έχοντας τη στήριξη του ελληνοαμερικανού αντιπροέδρου Σπύρου Άγκνιου. Συνεργάζεται με τους Χουντικούς, με τους οποίους ήλθε και σε σύγκρουση κάποιες φορές, ιδίως το τελευταίο έτος της δικτατορίας. Τα έργα και οι ημέρες του προκάλεσαν διαιρέσεις και στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών. Το 1979 σκοτώνεται σε δυστύχημα στη Λωζάνη και το παρελθόν του στην Ελλάδα απασχολεί τα φώτα της δημοσιότητας.
Μίλερ – Ρις
Από τον κατάλογο ξεχωρίζει ο Τόμας Μίλερ (2001–2004), που συνέβαλε στην εξάρθρωση της εγχώριας τρομοκρατίας και στη διασφάλιση διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων, όπως και ο διάδοχός του Τσαρλς Ρις (2004–2007). Αυτά όσον αφορά την καλή πλευρά της ιστορίας, γιατί στην κακή τοποθετούνται αρκετά παραπάνω, όπως οι τηλεφωνικές υποκλοπές, οι συλλήψεις αλλοδαπών πολιτών ασιατικής καταγωγής και η καλλιέργεια γενικότερου κλίματος καχυποψίας που πήγαζε από την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης. Ενδεικτική του κλίματος είναι η στάση του αείμνηστου υπουργού Εξωτερικών Πέτρου Μολυβιάτη, ο οποίος τις ελάχιστες φορές που συνέφαγε με τον Ρις ήταν σε ανακοινωμένη ημερομηνία, παρουσία φωτογράφου, σε εστιατόριο ξενοδοχείου της πλατείας Συντάγματος.
Σπέκχαρντ – Πάιατ
Ένας εκ των πρέσβεων, ο Ντάνιελ Σπέκχαρντ (2008–2010), άφησε τη θέση του για να αναλάβει το 2011 την προεδρία της Proton Bank του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη, με τα γνωστά δικαστικά μπλεξίματα. Ήταν από τις «χειρότερες επιλογές» καθώς μπαινόβγαινε σε υπουργεία και οργανισμούς, κυρίως για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων.
Στον αντίποδα, ο Τζέφρι Πάιατ (2016–2022) ήταν η πιο επιτυχημένη επιλογή της αμερικανικής διπλωματίας∙ γι’ αυτό άλλωστε διατηρήθηκε στη θέση από 3 προέδρους των ΗΠΑ. Διπλωμάτης καριέρας, με επιστημονικό και κοινωνικό υπόβαθρο, συμμετείχε ανελλιπώς στις δραστηριότητες της χώρας συμβάλλοντας στην ανάπτυξη των διμερών σχέσεων και στην επένδυση αμερικανικών κεφαλαίων στο real estate, τον τουρισμό, τον πολιτισμό και την ενέργεια.
Ο δε νομικός και επιχειρηματίας Τζορτζ Τσούνης (2022–2025) ήταν ο πρώτος ελληνοαμερικανός πρέσβης που κυκλοφορούσε ανάμεσα στον κόσμο μιλώντας ελληνικά και πραγματοποιούσε συχνά ταξίδια στην ελληνική ύπαιθρο και στα νησιά.






















