Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Δεκαπέντε μέρες έχουν περάσει από το μακελειό στα Βορίζια και αντί ο θόρυβος να κοπάσει, ο προβληματισμός βαθαίνει. Όσο ξετυλίγεται το κουβάρι των γεγονότων και φωτίζονται νέα στοιχεία, τόσο μεγαλώνει η αμηχανία μιας κοινωνίας που προσπαθεί να καταλάβει πώς γίνεται, εν έτει 2025, ένα χωριό πεντακοσίων κατοίκων στους πρόποδες του Ψηλορείτη να μετατρέπεται σε πεδίο μάχης. Όσο κι αν πέρασε ο πρώτος χρόνος των δηλώσεων, των συλλήψεων και των «δεν πρέπει να ξαναγίνει», οι πραγματικές απαντήσεις μένουν μετέωρες και τα ερωτηματικά πληθαίνουν.
Το απόγευμα της 1ης Νοεμβρίου, στα Βορίζια, η παλιά κρητική λέξη «οικογένεια» άλλαξε νόημα. Δεν σήμαινε πια συγγένεια, αλλά παράταξη. Οι δύο γνωστές φατρίες του χωριού, οι Φραγκιαδάκηδες και οι Καργάκηδες, έλυσαν με πυροβολισμούς και εκρήξεις μια σειρά διαφορών που κανείς δεν θυμάται πώς ξεκίνησαν και κανείς δεν ξέρει πώς θα τελειώσουν. Μια βόμβα που τοποθετήθηκε τη νύχτα προηγήθηκε της συμπλοκής, στην οποία δύο άνθρωποι σκοτώθηκαν, ένας 39χρονος και μια 56χρονη γυναίκα. Μέσα σε δύο λεπτά τα σοκάκια κι οι πλαγιές αντήχησαν δεκάδες πυροβολισμούς, τα δρομάκια στρώθηκαν με κάλυκες. Επτά άτομα κρίθηκαν προφυλακιστέα, πέντε από τη μία οικογένεια και δύο από την άλλη, ενώ δεκάδες κάλυκες, όπλα και εκρηκτικά περισυλλέχθηκαν από τα συνεργεία της αστυνομίας.
Η εικόνα που αποτυπώθηκε στο πανελλήνιο, είναι μιας μικρής τοπικής κοινωνίας που ζει σαν υπό καθεστώς ιδιωτικού στρατού. Τα όπλα – μεταξύ των οποίων και καλάσνικοφ – δεν βρέθηκαν σε σπίτια, αλλά σε σπηλιές, μάντρες και ορεινά καταφύγια, επιμελώς κρυμμένα. Αλλά όχι τα συγκεκριμένα όπλα των φόνων, αυτά φυγαδεύτηκαν μυστηριωδώς. Οι αστυνομικές έρευνες συνεχίζονται σε δύο παράλληλους άξονες: αφενός για τη βόμβα, αφετέρου για τη διαδρομή των όπλων και των φυσιγγίων που χρησιμοποιήθηκαν. Οι περισσότερες συλλήψεις έγιναν όχι γιατί οι δράστες ομολόγησαν, αλλά γιατί δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πώς βρέθηκαν στα σημεία των συρράξεων και με πολεμικό οπλισμό.

Τα νούμερα είναι αμείλικτα.
Υπολογίζεται ότι στην Κρήτη κυκλοφορούν από 200.000 έως και 600.000 παράνομα όπλα. Κάποιες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό κοντά στο ένα εκατομμύριο. Μόνο τα τελευταία δύο χρόνια έχουν κατασχεθεί πάνω από δύο χιλιάδες πυροβόλα και 689 άνθρωποι έχουν συλληφθεί για παραβάσεις του νόμου περί όπλων. Στο δεκάμηνο του 2025, μόνο στην Κρήτη, κατασχέθηκαν 1.222 όπλα κάθε είδους — από κυνηγετικά και πιστόλια μέχρι αυτόματα πολεμικά. Η ίδια η Αστυνομία παραδέχεται ότι για κάθε ένα που βρίσκει, άλλα δέκα κρύβονται σε ορεινά χωριά, στάνες, αποθήκες και σπηλιές.
Κι όμως, αυτή η παραλογική αφθονία οπλισμού δεν προκαλεί κοινωνικό σοκ. Η οπλοκατοχή έχει γίνει, με τα χρόνια, σχεδόν στοιχείο ταυτότητας. Στα πανηγύρια πέφτουν μπαλωθιές «για το καλό», οι φωτογραφίες με όπλα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θεωρούνται «παλικαριά», και το ποινικό μητρώο δεν αμαυρώνεται από τέτοιες πράξεις, παρά τις αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος. Πολλές φορές η ίδια η τοπική κοινωνία προστατεύει τους οπλοφόρους, είτε από φόβο είτε από αλληλεγγύη. Η οικογένεια στην Κρήτη παραμένει δομή ιεραρχική, σχεδόν πατριαρχική, με δικούς της κώδικες τιμής και εκδίκησης που προηγούνται του νόμου.

(EUROKINISSI/ÅËËÇÍÉÊÇ ÁÓÔÕÍÏÌÉÁ)
Η Πολιτεία από την άλλη μοιάζει να παίζει το ίδιο έργο δεκαετίες τώρα. Ανακοινώσεις μέτρων μετά από κάθε μακελειό, προσωρινές επιχειρήσεις, ενίσχυση της αστυνόμευσης, εξαγγελίες για «καταγραφή βεντετών». Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, αμέσως μετά τα Βορίζια, δήλωσε ότι «πίσω από αυτές τις υποθέσεις κρύβονται εγκληματικές οργανώσεις» και ότι «δεν είναι τυχαίοι άνθρωποι αυτοί». Ίσως έχει δίκιο, αλλά η φράση αυτή λέγεται ξανά και ξανά από τους προκατόχους του εδώ και σαράντα χρόνια. Οι οργανώσεις αλλάζουν πρόσωπα, τα χωριά αλλάζουν θύματα, αλλά η λογική μένει ίδια. Πρώτα πέφτουν οι πυροβολισμοί, μετά οι δηλώσεις.
Η υπόθεση των Βοριζίων αποκάλυψε το μέγεθος του κοινωνικού προβλήματος. Οι δύο οικογένειες είχαν παρελθόν σε ζωοκλοπές, απειλές και καταγγελίες, χωρίς ποτέ να υπάρξει αποτελεσματική διαμεσολάβηση από την Πολιτεία. Οι παλιοί στα χωριά το λένε απλά: «Άμα μπει το αίμα ανάμεσα, ο νόμος δεν χωράει». Το να επανέλθει όμως αυτή η λογική στη σύγχρονη Κρήτη, που ζει από τον τουρισμό, την εκπαίδευση και την τεχνολογία, είναι το πραγματικό δράμα. Το νησί των πανεπιστημίων και των start-ups εξακολουθεί να κουβαλά στο DNA του τη νοοτροπία της αυτοδικίας.
Παρά ταύτα, στατιστικά η Κρήτη δεν είναι πιο αιματοβαμμένη από την υπόλοιπη χώρα. Το 2023 καταγράφηκαν τρεις ανθρωποκτονίες από πρόθεση (από 71 πανελλαδικά), το 2024 τέσσερις (σε σύνολο 76), και στο δεκάμηνο του 2025, τρεις (σε 54 συνολικά). Το ζήτημα όμως δεν είναι οι αριθμοί των δολοφονιών, αλλά ο τρόπος που αυτές γίνονται. Η χρήση πολεμικών όπλων, οι εμπλοκές οικογενειών, η σιωπή των μαρτύρων, η σχεδόν τελετουργική αναπαράσταση της βεντέτας δημιουργούν ένα είδος κοινωνικής παραδοξότητας. Μια σύγχρονη κοινωνία που ανέχεται προνεωτερικές συμπεριφορές.
Στην πραγματικότητα, η Κρήτη δεν είναι επικίνδυνο νησί. Είναι όμως μια κοινωνία με έντονη εσωτερική αντίφαση. Από τη μια, η υπερηφάνεια, η λεβεντιά και η οικογένεια, έννοιες που διαμόρφωσαν την ταυτότητά της. Από την άλλη, η υπερτροφική αίσθηση τιμής, η σιωπή, η αποστροφή προς την κρατική παρέμβαση. Η λέξη «ξένος» εξακολουθεί να έχει ειδικό βάρος, όχι μόνο για τον τουρίστα, αλλά και για τον δημόσιο λειτουργό που τολμά να αγγίξει τα οικογενειακά ζητήματα. Εκεί η Πολιτεία σκοντάφτει στην αόρατη γραμμή μεταξύ τοπικής αυτονομίας και ασυδοσίας.
Τι θα μπορούσε να αλλάξει πραγματικά;
Καταρχάς, να δημιουργηθεί ένας πλήρης χάρτης των ενεργών βεντετών, με διακριτικότητα αλλά και αποφασιστικότητα. Να αποσαφηνιστεί ποιοι έχουν όπλα και γιατί, ποιοι έχουν ποινικό παρελθόν και πώς μπορούν να τεθούν υπό επιτήρηση χωρίς να στιγματιστούν τα χωριά. Δεύτερον, να υπάρξει μια ειλικρινής εκστρατεία παιδείας και αποτροπής, όχι με μπροσούρες αλλά με σχολεία, τοπικές πρωτοβουλίες, παρουσία πολιτισμού και εργασίας εκεί όπου σήμερα κυριαρχεί το κενό. Τρίτον, να γίνει επιτέλους σαφές ότι η παράνομη οπλοκατοχή δεν είναι «παράδοση». Είναι παράβαση. Δεν είναι «εργαλείο», είναι απειλή.
Αυτό που λείπει από την Κρήτη δεν είναι αστυνομικοί, είναι η συνέπεια. Γιατί κάθε φορά που ανοίγει μια τέτοια υπόθεση, έρχεται μια ρητορική έκρηξη και ύστερα η λήθη. Το ίδιο θα γίνει αν αφήσουμε τα Βορίζια να ξεθωριάσουν. Το έγκλημα θα γραφτεί στα πρωτοσέλιδα, οι δηλώσεις θα παλιώσουν, οι οικογένειες θα μείνουν σιωπηλές, ώσπου να ξανασυναντηθούν στις δικαστικές αίθουσες ή – το χειρότερο – στα μνημόσυνα.
Η Κρήτη δεν είναι το νησί του αίματος, όπως συχνά υπερβάλλουν οι τίτλοι. Είναι το νησί των αντιφάσεων. Του iPhone και του καλάσνικοφ, της περηφάνιας και του φόβου, της προόδου και της σκιάς. Εκεί όπου η οικογένεια, αυτή η ιερή λέξη, μπορεί να γίνει και καταφύγιο και φυλακή. Το μακελειό στα Βορίζια δεν είναι μια «εξαίρεση». Είναι καθρέφτης. Αν δεν θέλουμε να ξαναδούμε την ίδια εικόνα, πρέπει να σπάσει ο καθρέφτης, όχι να τον ξεσκονίσουμε.












