Δημοσιεύτηκε στην έντυπη εφημερίδα Today Press
της Αγάπης Κόρμπε*
*Οικονομολόγος/Διεθνολόγος, με εξειδίκευση στην Πολιτική Επικοινωνία & τα Media
Στην Ελλάδα, για ό,τι δεν έχουμε ιδέα, έχουμε άποψη.
Όπως για τη Μέση Ανατολή, το μεταναστευτικό, τα εμβόλια, το mRNA, τη μασονία, την τιμή της φέτας, τις λιγούρες της Καινούργιου.
Τώρα έχουμε άποψη και για τον Ζόχραν Μαμντάνι, τον 34χρονο μουσουλμάνο που έγινε δήμαρχος της Νέας Υόρκης.
Aπό προχθές, όλη η χώρα έγινε ειδική στη Νέα Υόρκη.
Δεν τον ξέρουμε, δεν τον έχουμε ψηφίσει, αλλά τον αναλύουμε λες κι είναι ο ξάδερφος απ’ το Μπρονξ.
Οι δεξιοί ουρλιάζουν για τον «κομμουνιστή που θα φάει τα λεφτά των πλουσίων», οι αριστεροί τον οικειοποιούνται με συγκίνηση και ύφος “εγώ τον ήξερα πριν γίνει γνωστός”, οι επικοινωνιολόγοι ετοιμάζουν σεμινάρια «Πώς να δείχνεις λαϊκός χωρίς να λερωθείς». Και τα media ψάχνουν πανικόβλητα «τον δικό μας Μαμντάνι», λες και τον έχασε η γραφειοκρατία στα ΚΕΠ.
Και οι υπόλοιποι, απλώς περιμένουμε ποιο κόμμα θα τον κλωνοποιήσει πρώτο.
Η αλήθεια είναι πως ο τύπος είναι ο Ντάνος της Νέας Υόρκης: μπήκε χωρίς χορηγούς, χωρίς media, χωρίς μπάρμπα στην Κορώνη και τους πήρε το νησί.
Ο Μαμντάνι ξεκίνησε από το Κουίνς, παιδί Ινδών μεταναστών απ’την Ουγκάντα. Μπήκε στην πολιτική με μόνη του ασπίδα ένα χαμόγελο, μερικά χαρτόνια και χιλιάδες εθελοντές.
Έκανε καμπάνια με νέους, μετανάστες, ταξιτζήδες, νοικοκυρές και μίλησε για τα αυτονόητα: στέγη, μετακίνηση, παιδική μέριμνα.
Και, ω του θαύματος!, κέρδισε τo Βig Apple· την πόλη των δισεκατομμυριούχων, της Κάρι Μπράντσο και του Άντριου Κουόμο.
Έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος δήμαρχος της Νέας Υόρκης και ο νεότερος εδώ και έναν αιώνα. Και ισοπέδωσε όλους τους “ανίκητους”: την ακροδεξιά, το ισχυρό εβραϊκό λόμπι, τους επιχειρηματίες που πέταξαν εκατομμύρια για να μην εκλεγεί.
Απέναντι στα “Κουόμο ή Χάος”, οι Νεοϋορκέζοι ψήφισαν τον τύπο που έτρωγε χαλάλ ρύζι με το χέρι και μιλούσε σε τέσσερις γλώσσες για το κόστος ζωής. Κι αυτό πόνεσε περισσότερο από την ήττα. Γιατί τους νίκησε χωρίς να τους μοιάσει.
Ο Κουόμο είχε δίκτυο εξουσίας. Ο Μαμντάνι είχε λαό.
Κι εδώ; Εδώ έχουμε τα δικά μας φρούτα.
Στην Ελλάδα οι δήμαρχοι δεν εκλέγονται, κανονίζονται.
Τους γεννάει μια κομματική μήτρα, τους βαφτίζει ένας βουλευτής και τους μεγαλώνει ένας εργολάβος.
Η προεκλογική εκστρατεία έχει πάντα το ίδιο σενάριο: φωτογραφία στη λαϊκή, ένα παιδί σε καρότσι και μια γιαγιά να τους πιάνει το μάγουλο. Αν δε σ’έχει αγγίξει γιαγιά, δεν πας δεύτερο γύρο.
Εδώ είμαστε αλλιώς φτιαγμένοι.
Στα debate δε λένε τι θα κάνουν, αλλά πόσες πλατείες «έχουν στο πλάνο».
Το πρόγραμμα χωράει στη φράση: «Φωτισμός-καθαριότητα-πολιτισμός», δηλαδή λάμπες, σκουπίδια και συναυλίες του Ρουβά.
Δε μπορώ να πω, έχουμε κι εμείς τους δικούς μας σταρ.
Tον Μπέο που δήλωσε ότι “δεν είναι ρατσιστής γιατί έχει πάει με μαύρη”. Ο πρώτος δήμαρχος που πιστεύει πως το αντιρατσιστικό λύνεται στο κρεβάτι.
Ή τον εθνικό ανιψιό, τον Μπακογιάννη, που τα έκανε μαντάρα κι έχει το θράσος να θέλει να ξανακατέβει. Κι εμείς; Μπορεί να τον ξαναβγάλουμε.
Πόσα βαφτιστήρια να είχε ο Μαμντάνι; Κανένα, κι όμως έγινε δήμαρχος.
Ο Μαμντάνι υπόσχεται “πόλη για όλους”.
Η Αθήνα, αν έχεις παιδί, σκύλο και μηχανάκι, σου λέει “διάλεξε ποιο θα κρατήσεις”.
Ο Μαμντάνι δεν τους εμπνέει. Τους εκθέτει.
Απέδειξε ότι μπορείς να μιλήσεις ριζοσπαστικά χωρίς να γίνεις γραφικός, να υπερασπιστείς τους αδύναμους χωρίς να φοβάσαι τη λέξη “λαϊκιστής”, να είσαι αριστερός χωρίς να ζητάς την άδεια.
Κι αυτό τους ξεβολεύει. Τους έχει πιάσει πανικός μήπως οι άνθρωποι αρχίσουν να πιστεύουν ξανά.
Όπως θα ’λεγε κι ο Ντάνος, παραφράζοντας τον Άντονι Κουίν, “ο καθένας έχει μια άποψη σαν τις κ***τρυπίδες” στο τέλος επιβιώνει αυτός που δεν προσποιήθηκε ότι πεινάει.
Και ο Μαμντάνι πείναγε για αλλαγή. Εμείς ακόμα χωνεύουμε τη μετριότητα.












