Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press
Βιβλιοκριτική:
Γιάννης Πανούσης, ομ. Καθηγητής Εγκληματολογίας ΕΚΠΑ
Το πρώτο μυθιστόρημα της Βάλιας Πετούρη
ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΑΝΤΙΟ
Το βιβλίο «Από μένα αντίο» είναι ένα μυθιστόρημα που ενώνει την προσωπική ιστορία με τη συλλογική μνήμη. Με φόντο το Παρίσι του Μάη του ’68, η Βάλια Πετούρη παραδίδει μια δυνατή αφήγηση γεμάτη έρωτα, πολιτικές συγκρούσεις και το αέναο δίλημμα ανάμεσα στο συναίσθημα και την Ιστορία.
Στην τρέχουσα έκδοση η Today Press φιλοξενεί την βιβλιοκριτική του Γιάννη Πανούση, ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας ΕΚΠΑ, για το πρώτο βιβλίο της δημοσιογράφου Βάλιας Πετούρη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ:
1. Ως γνωστόν η λογοτεχνία απαιτεί από το συγγραφέα πλούτο από εικόνες, σκιαγράφηση χαρακτήρων ,σχέσεις, καταστάσεις, κινδύνους, αδιέξοδα
Η ερωτική λογοτεχνία εμπλέκει πάθη και λάθη, φαντασιώσεις, λανθάνουσες παθολογίες των ηρώων
Σ’ ένα βιβλίο που δύσκολα κατατάσσεται σ’ ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό υπο-είδος [πολιτικά και ιστορικά γεγονότα, γεωγραφικές περιγραφές, ιδεολογικές συγκρούσεις, οικογενειακά μυστικά κι εντέλει απόπειρα φόνου, 446 και συμμετοχή σε αυτοκτονία,453], εκτός από το συνεχές σασπένς και τη γοητεία της πλοκής και των ανατροπών, κυριαρχούν πολλά ,φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα, όπως:
-πόσο ελεύθεροι και μοιραίοι είναι οι άνθρωποι, όταν υπερβαίνουν τα όρια;[σ.26]
-ο έρωτας είναι πλάνη[με προδοσίες ή παιχνίδι τυφλόμυγας;[σ.77]
-υπάρχουν αόρατα νήματα της Μοίρας[378],δηλαδή είμαστε όλοι πιόνια κάποιου παιχνιδιού[342];
-νοείται διαπραγματεύσιμη ηθική ή στα αισθήματα όλα είναι αδιαπραγμάτευτα[62];
-ποιά είναι ‘η σωστή θέση’ ,όταν έχουμε ανατροπές των συναισθημάτων[230-1];
Σε μία λογοτεχνία της συγκίνησης ή των εσωτερικών φαντασμάτων, σε οριακές καταστάσεις που χειρίζονται ‘οριακοί ήρωες’, οι οποίοι κινούνται στο μεταίχμιο της λογικής και της παράκρουσης, η διά-κριση Καλό /Κακό ξεθωριάζει[λόγω όσμωσης ή μέθεξης].
Ή καλύτερα το Καλό βρίσκεται μέσα στο Κακό και το Κακό μέσα στο Καλό, γι’ αυτό και η συγχώρεση αποκτά χαρακτηριστικά συμψηφισμού ενοχών.
Η ψυχοκριτική παθογραφία, ως απολύτρωση από τύψεις, η μεταψυχολογία της ονειροσυγγραφής [όπου οι φωνές της συνείδησης παίζουν κρίσιμο ρόλο και οι ήρωες σφάλλουν εν γνώσει τους ότι σφάλλουν υπερασπιζόμενοι κάτι που θεωρούν ανώτερης αξίας]καταλήγει σε μία πτυχή της εγκληματολογικής ψυχολογίας[83] που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια
2.Τα πάθη αιχμαλωτίζουν την ελευθερία επιλογών μας και ακυρώνουν την ψύχραιμη σκέψη
Ακόμα κι αν χρεώνουμε στη Μοίρα όσα αρνητικά μας συμβαίνουν [π.χ αυτοκτονία μητέρας,422],η καταστροφική χρήση της ελευθερίας μας συνδέεται περισσότερο με τις συγκρούσεις που απορρέουν από το χαρακτήρα μας [επιθετικότητα,εγωκεντρισμός,συναισθηματική αστάθεια κλπ] παρά με το οποιοδήποτε πεπρωμένο μας ή την τύχη μας. Δεν είμαστε παθητικά αντικείμενα των περιστάσεων αλλά ενεργητικά υποκείμενα που τροποποιούμε το αρνητικό περιβάλλον
Άλλωστε ακόμα κι αν ‘σκοτώσουμε ‘ τον κακό λύκο δεν σκοτώνουμε την κακία γύρω μας
Να σημειωθεί ότι ο δράστης δεν εκφράζει μόνον τον εαυτό του[ως φωνή] αλλά και το αντίγραφό του[ως ηχώ].Κάτι σαν ομοίωμα ή προσομοίωση,όπου το συμβολικό γίνεται πραγματικό
Η ένταση από το ΕΓΩ και το ΥΠΕΡΕΓΩ καταλήγει στο έγκλημα και μετά στην αυτοτιμωρία
3.Βέβαια ο έρωτας δεν ταυτίζεται με την αγάπη διότι εμπεριέχει στοιχεία «θυέλλης» (ψυχής τε και σώματος) αλλά σε κάθε περίπτωση η σχέση Έρωτα – Εγκλήματος διέπεται (και ελέγχεται;) από διάφορες παραμέτρους: βιολογικές, ψυχολογικές, πολιτισμικές, κοινωνικές.
Αφού όμως το έγκλημα πάθους στρέφεται κατά του ερωτικού συντρόφου, αναρωτιέμαι ποιες πτυχές μετράνε περισσότερο: οι επιστημονικές προσεγγίσεις ή οι υπαρξιακές αγωνίες;
Επιβάλλεται συνεπώς να επιχειρήσουμε να ρίξουμε το βάρος στον τρίτο παράγοντα: την αλληλεπίδραση μεταξύ του ερωτικού ζεύγους, αναζητώντας σχέσεις και δυναμική.
Μόνον η μικροανάλυση του ζευγαριού μπορεί να μας διαφωτίσει για την αλληλεπίδραση και τους ρόλους των πρωταγωνιστών. Κι αυτό γιατί η ερωτική βία έχει ένα συγκινησιακό υπόβαθρο και τα δι-αντιδρώντα άτομα βρίσκονται σε μια κατάσταση της οποίας ορισμένα στοιχεία είναι ελεγχόμενα κι άλλα μη-ελεγχόμενα.
- Η ερωτική βία συνιστά ένα μέσον επιβολής και ελέγχου το οποίο όμως καθίσταται κατά την πορεία συγκινησιακά ανεξέλεγκτο, γι’ αυτό και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές δεν μπορούν, στις περισσότερες των περιπτώσεων, να εξηγήσουν πώς φτάσανε εκεί.
Ένας από τους δυο ερωτευμένους αγαπά πιο πολύ. Αυτός είναι ο πάσχων. Ο άλλος είναι ο πλήττων.
Όλα οδηγούν στο υποκείμενο. Ένα υποκείμενο που επιχειρεί να επανασχηματίσει τις δύο εικόνες στον καθρέφτη, έστω κι αν χρειαστεί να σπάσει αμέσως μετά τον καθρέφτη αυτό.
Το «ιδανικό του εγώ» και το «ιδανικό Εγώ» συγκροτούν μία συνείδηση ενοχής και ανάγκη αυτο-ετερο-τιμωρίας
Ο έρωτας είναι τρέλα της ψυχής
Τα εγκλήματα πάθους (πληγωμένο φιλότιμο, εγωισμός, ματαιοδοξία, παθολογική έμμονη ιδέα, αίσθημα αδικίας και απόρριψης) πολλές φορές έχουν και ωφελιμιστική πτυχή.
Διαπιστώνουμε π.χ. εγκλήματα:
Ηδονιστικά, (η γοητεία της εκδίκησης)
Κυριαρχικά, (ο έλεγχος επί της ζωής του άλλου)
Μεγαλομανίας, (αίσθηση ανωτερότητας) ή και
Οικονομικά, (εκμετάλλευση αφελών).
Κι όλα αυτά χωρίς συμπόνια, σαν παιχνίδι εξαφάνισης του αντιπάλου/αντίζηλου.
Από την άλλη υπάρχουν και τα εγκληματικά ζεύγη στα οποία συμμετέχουν και οι δύο πρωταγωνιστές ως αυτουργοί (φυσικοί και ηθικοί). Ο ένας συνήθως έχει ενεργητική επικινδυνότητα (δράστης) και ο άλλος παθητική επικινδυνότητα (συνεργός). Σε κάθε περίπτωση ο ένας επικυριαρχεί του άλλου χωρίς αναγκαστικά να υπάρχει σταθερή και μόνιμη σχέση αφέντη – σκλάβου.
Ο δράστης ερωτικού εγκλήματος βιώνει με διαφορετικό τρόπο την ενοχή του αφού πιστεύει ότι «αυτό του/της άξιζε».
Η πίεση για πέρασμα στην πράξη είναι ακατανίκητη στον εγκληματία πάθους.
Αίσθηση κατοχής/ιδιοκτησίας του άλλου, φόβος προσβολής του Εγώ, αίσθημα αδικίας, έντονος θυμός, αυξομειούμενη αυτοεκτίμηση, εμμονική/παρορμητική νεύρωση, υποκειμενική πρόσληψη της προεγκληματικής κατάστασης.
Το πέρασμα στην πράξη στα ερωτικά εγκλήματα πάθους γίνεται όταν ο δράστης αισθανθεί πλήρως «σκλαβωμένος», όμηρος της δίκαιης πράξης του. Ο άλλος ενσαρκώνει το μύθο της απιστίας, της κακής συμπεριφοράς, της αναξιότητας. Γι’ αυτό πρέπει να τιμωρηθεί.
Το πραγματικό ερωτικό έγκλημα είναι παρορμητικό και ορμητικό, εγωκεντρικό, εκτονωτικό, απελευθερωτικό και συχνά ψευδοαπονεμητικό προσωπικής «δικαιοσύνης» (τιμωρητικό).
Η συναισθηματική αστάθεια ή ανασφάλεια εκρήγνυται ως επιθετική «αυτο-άμυνα» και «αυτο-επιβεβαίωση» με ταυτόχρονη εκμηδένιση/εξαφάνιση του άλλου/άλλης (χωρίς να λείπουν συμπτώματα κυκλοθυμικά).
Στον έρωτα όπως και στον πόλεμο δεν χωράει ευσπλαχνία
2) Η αγάπη είναι επιθυμία και στέρηση/απώλεια/απουσία. Επιθυμούμε αυτό που δεν έχουμε ή αγαπάμε αυτό που μας λείπει (chagrin d’ amour).
Από την άλλη η επικοινωνιακή έκφραση των συναισθημάτων (άνδρα – γυναίκα) δεν ακολουθούν την ίδια παράδοση, αντίληψη, κουλτούρα. Για πολλούς η ομολογία αγάπης βιώνεται ως πράξη υποταγής για άλλους ως αδυναμία.
Σ’ αυτές τις έννοιες πρέπει να προσθέσουμε και την κρίσιμη κατάσταση και τις συγκυριακές περιστάσεις.
Η πορεία των πραγμάτων δεν είναι ντετερμινιστική. Το πρόσωπο/ή τα πρόσωπα του δράματος παίζουν σημαντικό ρόλο στην έκβαση μιας σύγκρουσης.
Εκεί βρίσκεται ο ειδικός κωδικός της εγκληματογένεσης, στη βίωση και στην ενοχή, στο ειδικό κίνητρο και στη διαπροσωπική κλιμάκωση.
Ο έρωτας μοιάζει με τον άνεμο. Δεν γνωρίζουμε από που θα έρθει. (Γεωργία Σάνδη)
3) «Τα εγκλήματα αίματος» είναι σχεδόν αδύνατο να προβλεφθούν άρα και να προληφθούν. Ο άνθρωπος είναι φορέας μιας μάζας επιθετικότητας στρεφόμενης προς τον «άλλον», η οποία παίρνει τόσο μεγαλύτερες διαστάσεις όσο η ζωή και ο θάνατος αποκτούν μικρότερη αξία και ψυχική σημασία.
Η «διαδικασία ωρίμανσης» ή ενεργοποίησης κινείται στο χώρο του δυσδιάκριτου ή και αόρατου.
Η ανθρωποκτονία εμπεριέχει τη μαγική επιβεβαίωση μιας επιθυμίας να κατέχεις τον άλλον, να τον υποδουλώσεις. Η θανάτωση «του άλλου» κραταιώνει το απόλυτο πάθος. Μέσα από το θάνατο των άλλων πολλοί αποδέχονται και το δικό τους θάνατο.
Η λειτουργική αυτή σημασία του φόνου δεν κατηγοριοποιείται.
Η σύγκρουση δαιμονικού και αγγελικού στοιχείου, η βίωση της μοίρας, η αναζήτηση των ορίων της ελευθερίας, η διάσπαση της ψυχής που προκαλεί το έγκλημα, το παιχνίδι με τη φύση και την ουσία του ανθρώπου, καθιστούν την ανθρωποκτονία «πράξη υπέρβασης».
Ο δολοφόνος εξιχνιάζει τα έσχατα όριά του, θεωρεί μέρος της ελάσσονος ελευθερίας την επιλογή «του κακού» και τον πόνο ως εξιλέωση «του κακού».
Ο έρωτας είναι δυνατός, όπως ο θάνατος (Ευρυπίδης)
Ο έρωτας είναι σαν τα φαντάσματα που όλοι κουβεντιάζουν για αυτά, όμως κανείς ποτέ δεν τα είδε. (Λαροσφουκώ)
4) Ο μύθος της φιλικής, συναισθηματικής, λειτουργικής οικογένειας έχει διαψευσθεί από διάφορα συμπτώματα αποδιοργάνωσης ,ανάμεσα στα οποία πρωταρχική θέση καταλαμβάνει η βία. Μολονότι η βία δεν είναι εγγενές στοιχείο της οικογενειακής συνύπαρξης ούτε αναγκαστικά προκύπτει από αισθήματα απόλυτης αγάπης-‘κατοχής’,η χρήση και κατάχρηση ‘δύναμης επιβολής’ δεν λείπει από τις ενδοοικογενειακές σχέσεις και περιλαμβάνει όλα τα μέλη της οικογένειας(συζύγους,παιδιά,παπούδες/γιαγιάδες κ.ά).
Η βία στο σπίτι δεν συγκροτεί ένα (ενιαίο)’’παράδειγμα’’. Είναι ένας όρος που αναφέρεται σε διαφορετικές εμπειρίες κι επιδέχεται πολλές ερμηνείες(από διαταραγμένες προσωπικότητες μέχρις άρρωστες σχέσεις και ανύπαρκτες δομές).
Η ψυχοδυναμική της ενδοοικογενειακής βίας διαμορφώνει όρους κυκλικής αιτιότητας, όπου το αίτιο γίνεται αποτέλεσμα κι αντίστροφα. Γι’ αυτό ίσως πολλοί κακοποιημένοι σκοτώνουν αυτούς που τους είχαν κακοποιήσει.
Καμιά φορά η αλήθεια ‘βρίσκεται στη μέση’ με αποτέλεσμα να είναι δύσκολη η κατανομή ενοχών. Ας μην ξεχνάμε ότι ο συνδυασμός αισθημάτων, έρωτα, πάθους και βίας παράγει δια-προσωπικές σχέσεις εκρηκτικές και (παρ)ορμητικές, που δεν είναι εύκολο να ενταχθούν σε ‘ιδιότυπη επικοινωνία’ ή τρυφερότητα αλλά ούτε πρέπει να προσεγγίζονται απλουστευτικά και μονοδιάστατα ως σχέσεις εξουσίας/υποταγής
Οι έννοιες του βίαιου πάθους,τ ης ‘καταβρόχθισης’(dévoration)ή θυσίας του Άλλου δεν αποτελούν επιχειρήματα που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ή τον καταλογισμό του δράστη.
5. Ηθικό συμπέρασμα
Το εξαιρετικό βιβλίο της Βάλιας Πετούρη ,όπου οι αθώοι και οι ένοχοι διαπλέκονται και συμπλέκονται με τα πάθη τους και τα παιχνίδια της Μοίρας, όπου όλοι είναι δυνάμει θύτες ή θύματα, όπου το πραγματικό, το φαντασιακό και το ονειρικό εναλλάσσονται μέσα στο χώρο και το χρόνο, όπου οι αντιφάσεις είναι συγκρουσιακές αλλά οι συγκρούσεις λυτρωτικές[276-7],όπου όλοι ψάχνουν ‘την αδελφή ψυχή’[280], αλλά πνίγονται από τα ανεκπλήρωτα, τα μυστικά και τις ψυχικές μεταπτώσεις, όπου ο πληγωμένος Κα’ι’ν[Ορέστης] ‘σκοτώνει για ό,τι αγαπάει’, ένα μπορεί να είναι το συμπέρασμα:
‘ουδείς ισοβίως ένοχος, ουδείς ισοβίως αθώος’













