Δημοσιεύτηκε στην έντυπη εφημερίδα Today Press
της Αγάπης Κόρμπε*
*Οικονομολόγος/Διεθνολόγος, με εξειδίκευση στην Πολιτική Επικοινωνία & τα Media
Μια φορά τον χρόνο, θυμόμαστε ότι έχουμε ραχοκοκαλιά.
Παρελαύνουμε, φοράμε τα καλά μας, φουσκώνουμε υπερηφάνεια, ανεμίζουμε σημαιάκια, βάζουμε στόρι με “ΟΧΙ” και “Ήρωες” και συγκινούμαστε συλλογικά μπροστά σε κάτι που, αν συνέβαινε σήμερα, θα το καταγγέλλαμε ως “τοξική ανυπακοή”.
Ο Άγνωστος Στρατιώτης στέκει όπως πάντα ακίνητος, με τον πιο ειλικρινή πατριωτισμό: αυτόν που δεν μιλάει. Τον έχουν πλαισιώσει πια και ΜΑΤ, κορδέλες, τροπολογίες και δηλώσεις περί «σεβασμού». Μην τον πλησιάζετε, μην τον αγγίζετε, μην τον λερώνετε. Μπορεί να είναι μεταδοτικό το φρόνημα.
Στις 28 Οκτωβρίου λέμε όλοι Όχι.
Στις 29, επανερχόμαστε στο γνωστό πρόγραμμα: Ναι σε όλα.
Ναι στις τιμές, ναι στα δάνεια, ναι στο “13 ώρες δουλειά δεν έβλαψαν κανέναν”, ναι στο “δεν αλλάζει τίποτα”.
Το “Όχι” του ’40, δεν ήταν λέξη.
Ήταν η στιγμή που ένα μικρό έθνος στάθηκε όρθιο απέναντι σε μια αυτοκρατορία, χωρίς να μετρήσει πιθανότητες. Δεν είχε συμμαχίες, μόνο ψυχή, χιόνι και πείσμα.
Κι αν κάτι αξίζει να θυμόμαστε σήμερα, δεν είναι ούτε οι στολές, ούτε οι παρελάσεις, αλλά το θάρρος να πεις Όχι όταν όλοι περιμένουν να σκύψεις.
Γιατί το μεγαλείο εκείνης της μέρας, δεν γράφτηκε στα βιβλία. Γράφτηκε στα βουνά, με αίμα και αξιοπρέπεια.
Το “Όχι” του Τσίπρα, από την άλλη, ήταν τόσο επαναστατικό, που χρειάστηκε μόλις 48 ώρες για να μεταφραστεί στα αγγλικά ως “Yes, of course!”. Ένα έπος πολιτικής ευλυγισίας: το μοναδικό δημοψήφισμα που κατάφερε να αυτοαναιρεθεί πριν στεγνώσει το μελάνι. Ο λαός είπε “Όχι”, η κυβέρνηση άκουσε “Ίσως”, οι δανειστές κατάλαβαν “Για περάστε να υπογράψουμε”. Έτσι γεννήθηκε μια νέα εθνική αρετή: η διαπραγμάτευση με γόητρο και γόνατο ταυτόχρονα. Από τότε, κάθε φορά που λέμε “Όχι”, ελέγχουμε πρώτα αν εγκρίνεται από το Eurogroup. Γιατί στην Ελλάδα, το μόνο σταθερό μας Ναι, είναι στο να αλλάζουμε γνώμη εγκαίρως.
Κάποτε πολεμούσαμε για την ελευθερία της πατρίδας. Τώρα υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα να σταθούμε στο πεζοδρόμιο χωρίς άδεια από την Αστυνομία. Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη έγινε “ζώνη ιδιαίτερης σημασίας”. Σύντομα και το μπαλκόνι μας. Μην τυχόν και κουνήσεις σημαία χωρίς έγκριση, θα θεωρηθεί κινητοποίηση.
Ο Άγνωστος Στρατιώτης είναι ο μόνος που δεν φωνάζει, δεν διαμαρτύρεται, δεν ενοχλεί.
Γι’ αυτό τον αγαπάμε.
Είναι το τέλειο πολιτικό σύμβολο: ούτε αριστερός, ούτε δεξιός, ούτε συνδικαλιστής, ούτε άνεργος.
Απλώς νεκρός.
Και, κυρίως, πειθαρχημένος.
Αν ζούσε σήμερα, θα ήταν μάλλον σε πρόγραμμα «κοινωφελούς εργασίας».
Θα του είχαν τάξει μόνιμη θέση στο Δημόσιο “αν κάτσει ήσυχα για πέντε χρόνια και δε σχολιάζει πολιτικά”.
Θα φορούσε κοστούμι, θα έκανε υπερωρίες χωρίς αντίρρηση και θα υπέγραφε συμβόλαιο σιωπής λόγω «πατριωτικού καθήκοντος».
Αλλά μην είμαστε άδικοι.
Η Ελλάδα δεν έχασε το θάρρος της. Το έκανε απλώς πιο πρακτικό.
Δεν χρειάζεται πια να λες Όχι. Το αναλαμβάνει το σύστημα για σένα.
Σου κόβει το ρεύμα, σου κόβει τη φωνή, σου κόβει και την πρόσβαση στο Σύνταγμα.
Ένα “όχι” με κρατική επιδότηση σιωπής.
Κι έτσι, κάθε 28η Οκτωβρίου, παρελαύνουμε όλοι:
οι γνωστοί πολιτικοί μπροστά, οι άγνωστοι πολίτες πίσω.
Μπροστά τα στεφάνια, πίσω τα χρέη.
Στην εξέδρα οι επίσημοι, στο πεζοδρόμιο η Ιστορία. Και στο δρόμο, οι μαθητές. Το μόνο είδος Έλληνα που ακόμα περπατά συγχρονισμένα.
Και κάπως έτσι, η επέτειος γίνεται σκηνικό: σημαίες, στολές, χειραψίες και φρουρά στο μάρμαρο, για να θυμόμαστε ότι κάποτε υπήρξε μια χώρα που έλεγε Όχι.
Σήμερα, το “Όχι” μας, τελειώνει λίγο μετά το στόρι.
Αλλά τουλάχιστον είμαστε ασφαλείς.
Πίσω από κιγκλιδώματα, πίσω από οθόνες, πίσω από τη σιωπή.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, μπορεί ο Άγνωστος Στρατιώτης να πέθανε για την ελευθερία, αλλά εμείς ζούμε για να μην τη ζαλίζουμε.












