Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press

του Δ. Γιαννακόπουλου

Η  χρυσή τομή φαίνεται πως βρέθηκε και η μία πλευρά διατίθεται να προσεγγίσει την  άλλη καθώς, αυτή τη φορά, τόσο η κυβέρνηση όσο και οι εκπρόσωποι των  αγροτικών μπλόκων γυρίζουν σελίδα σκοπεύοντας να συνεννοηθούν κυρίως για τα κόστη, τις αποζημιώσεις και τα έργα υποδομών. Όμως η χαώδης απόσταση μεταξύ των τιμών «από το χωράφι στο ράφι» λαμβάνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις παγιώνοντας τη συγκυριακή αισχροκέρδεια σε κερδοσκοπική απληστία.

Η τιμή του μαλακού σιταριού από τον παραγωγό ανέρχεται φέτος στα 18-20 λεπτά το  κιλό όταν η φραντζόλα των 300 γραμμαρίων (το «μισό κιλό» δηλαδή)  πωλείται στους φούρνους το λιγότερο 1 ευρώ!

Ένα κιλό πορτοκάλια φορτώνονται από τη δενδροκαλλιέργεια στα  30 λεπτά το κιλό και καταλήγουν στη λιανική στο 1,40  ευρώ. Στα λαχανικά, ενώ το κόστος μειώθηκε το 2023 κατά 5,2%, η τιμή στο ράφι αναπροσαρμόζεται συνεχώς κατά 10-15%.  Στην ντομάτα καταγράφεται απόκλιση 152% από το χωράφι  (80 λεπτά), στο ράφι (2 ευρώ) και στο μαρούλι 240% από τα 20 λεπτά στα 70 λεπτά έως 1 ευρώ.

Εμπλοκή εγκληματικών οργανώσεων

Σε ορισμένα δε προϊόντα, ιδίως στο ελαιόλαδο και το κρέας, την τελευταία διετία  παρατηρείται συμμετοχή εγκληματικών ομάδων, εγχώριων και  αλλοδαπών, στην εισαγωγή  – εξαγωγή, τη διάθεση εμπορία, επειδή τα υπερκέρδη προσεγγίζουν ή και ξεπερνούν τα ανάλογα από τη διακίνηση μεταναστών, τη σωματεμπορία, το λαθρεμπόριο καυσίμων και αλκοολούχων ακόμη και από τα ναρκωτικά  (κάνναβη).

Για παράδειγμα φέτος, το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο πωλείται στα ράφια από 12,3 έως 16,7 ευρώ το λίτρο, χωρίς ακόμα να έχει αρχίσει να διατίθεται στις βιομηχανίες το προϊόν της νέας σοδειάς, το οποίο φεύγει από τον παραγωγό από 8 έως 10,80 ευρώ το κιλό.  Το δε χύμα ελαιόλαδο ανέρχεται στα 170-180 ευρώ ο 16κιλος ντενεκές, όταν τις προηγούμενες χρονιές πωλούνταν 60 και 70 ευρώ.

Αν και η πρώτη εμπορική πράξη για το ελαιόλαδο της νέας παραγωγικής περιόδου έγινε στην τιμή των 9,25 ευρώ το κιλό, στη συνέχεια η τιμή του είχε υποχωρήσει στα 7-7,5 ευρώ το κιλό, λόγω της περιορισμένης ζήτησης. Ωστόσο, οι νέες αναθεωρημένες προβλέψεις του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας (IOC), οι οποίες δείχνουν περαιτέρω μείωση της παραγωγής για τις μεσογειακές ελαιοπαραγωγικές χώρες αναθερμαίνει την αγορά και ωθεί προς τα πάνω τις τιμές.

Το Συμβούλιο τοποθετεί την ισπανική παραγωγή στους 766.000 τόνους από 780.000 την περίοδο 2022-2023, ενώ, σύμφωνα με εκτιμήσεις εκπροσώπων του κλάδου της ελληνικής αγοράς, η εγχώρια παραγωγή θα κυμανθεί από 160.000 έως180.000 τόνους από 320.000 πέρυσι, δηλαδή μειωμένη κατά περίπου 50%.

Ελληνοποιήσεις

Όσον δε για τα κρέατα, τα πράγματα είναι επίσης δυσάρεστα και διαρκώς επιδεινούμενα λόγω  των αθρόων «ελληνοποιήσεων» αμνοεριφίων και  χοιρινών που   φημολογείται εντόνως ότι αντιστοιχούν στο 75% – 80% της φετινής αγοράς εξαιτίας  της μείωσης της εγχώριας παραγωγής και της διάθεσης  του μεγαλύτερου μέρους της σε πολύ καλύτερες τιμές στο εξωτερικό. Υπολογίζεται ότι η τιμή του παρανόμως εισαγόμενου κρέατος από τα βόρεια σύνορα της χώρας, ανέρχεται στα 3 ευρώ για το  αρνί, στα 2 ευρώ για το κατσίκι και πιο κάτω προς το 1,5 ευρώ για τα χοιρινά όταν στη λιανική πωλούνται άνω των 10-14 ευρώ κατά μέσο όρο.

Σημειώνεται πως η πρόσφατη δολοφονία του επιχειρηματία  Χρ. Γιαλιά στη Μάνδρα έχει τέτοιο ερευνητικό υπόβαθρο από την Αστυνομία καθώς ο εκλιπών διέθετε εταιρείες εμπορίας και επεξεργασίας κρεάτων και πλήθος καταστημάτων εστίασης  (ως ιδιοκτήτης, μέτοχος κτλ) ανά την επικράτεια, στην Ιταλία, την  Αλβανία και τη Βουλγαρία.

Καταγγελίες

Οι θεσσαλοί κτηνοτρόφοι έχουν επισήμως καταγγείλει στο υπ. Αγροτικής  Ανάπτυξης πως την περίοδο των Χριστουγέννων και εντεύθεν  μπαίνουν ανεξέλεγκτα στην Ελλάδα ζωντανά ζώα από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, τα οποία σφάζονται χωρίς την παρουσία κτηνιάτρου και στη συνέχεια πωλούνται σε χαμηλές τιμές ως ελληνικά. Αναφέρουν επίσης ότι «για να ασχοληθεί ο κτηνοτρόφος και να μεγαλώσει ένα αρνί, ώστε να το πουλήσει το Πάσχα στα 9 με 9,5 κιλά, θα πρέπει να πάρει τιμή άνω των 6 ευρώ/κιλό, αφού κάτω των 5 ευρώ το κιλό θα βρεθεί ζημιωμένος και θα χάσει και τα λεφτά που έβαλε. Στο πλαίσιο αυτό, οι Έλληνες κτηνοτρόφοι γυρνούν την πλάτη τους στην παραγωγή αμνοεριφίων και έχουν στραφεί περισσότερο στην γαλακτοπαραγωγή, πεδίο στο οποίο μπορεί οι τιμές να φθίνουν, ωστόσο καλύπτουμε τουλάχιστον τα έξοδά μας».

Απογείωση κόστους

Από τα συγκριτικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το δείκτη Εισροών-Εκροών στον κλάδο της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, αναδεικνύεται  ότι στο διάστημα  Νοεμβρίου  2021 έως Νοεμβρίου 2023, η αύξηση του κόστους παραγωγής οφείλεται κατά κύριο λόγο στα λιπάσματα, οι τιμές των οποίων εκτινάχθηκαν κατά 32% και στα μηχανήματα καλλιέργειας (+26,3%). Ακολουθεί το κόστος της συντήρησης και κατασκευής κτιριακών εγκαταστάσεων, αλλά και του μηχανολογικού εξοπλισμού  το οποίο ανέβηκε κατά 22%.

Τα έξοδα για το σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου παρουσίασαν μεγαλύτερη άνοδο (+17,2%) από τα αναλώσιμα μέσα (+15,8%). Στην πρώτη κατηγορία, σημαντική ήταν η επιβάρυνση για τους αγρότες από τις αυξήσεις στα γεωργικά μηχανήματα και τον εξοπλισμό (+17,6%), στα τρακτέρ (15,5%) και στα γεωργικά κτίρια (+14,6%). Σε ό,τι αφορά στα αναλώσιμα, τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις παρουσίασαν, πέρα από τα λιπάσματα, η ενέργεια και τα λιπαντικά με +16,3%, οι ζωοτροφές με +12,6%, τα γεωργικά φάρμακα με +12,5%, οι σπόροι με +10,3% και τα κτηνιατρικά φάρμακα με +10%.

Η «περίπτωση» της Θεσσαλίας

Στη χειρότερη θέση όλων βρίσκονται οι 45.000 πληγέντες από τις θεομηνίες   Daniel  και  Elias οι οποίες εκδηλώθηκαν σε χρονική απόσταση δύο εβδομάδων μεταξύ τους  τον περασμένο Σεπτέμβριο  και παρά τη μικρή τους διάρκεια κατέστρεψαν, σχεδόν ολοσχερώς, περισσότερα από  180.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης έκτασης στους νομούς της Θεσσαλίας, στη βόρεια Φθιώτιδα και την   Εύβοια.

Όπως προκύπτει από τις σχετικές εκθέσεις των πραγματογνωμόνων του  ΕΛΓΑ, τις  οποίες επικαλούνται οι Θεσσαλοί αγρότες, στον Παλαμά Καρδίτσας, στα διαμερίσματα του Βλοχού και της  Μεταμόρφωσης, στο Κεραμίδι και τον Αγ. Δημήτριο,   στις κοινότητες κατά μήκος της παλαιάς εθνικής οδού Λάρισας – Καρδίτσας και Καρδίτσας  – Λαμίας  αλλά  και από την πλευρά της Μαγνησίας στις παρακάρλιες περιοχές  (πέριξ της λίμνης Κάρλας), στο Στεφανοβίκι,  στον Ριζόμυλο, το  Σέσκλο, το  Βελεστίνο , το Αερινό κτλ, τα περισσότερα σπίτια  εγκαταλείφθηκαν επειδή  είναι «φουσκωμένα» από την υγρασία ενώ η  ΔΕΗ δεν έχει καταφέρει να αντικαταστήσει τα ρολόγια και να επαναφέρει το ρεύμα.

Καλλιέργειες

Το νερό εξακολουθεί  να λιμνάζει  σε πολλά κτήματα. Σε άλλα σημεία, στους Σοφάδες, το Καππαδόκειο, το Ανώγιο, την Αγ. Παρασκευή και το Καρποχώρι, τα φερτά υλικά και τα μπάζα από τα ποτάμια αφέθηκαν αμάζευτα στις άκρες του  δρόμου.  Κάποια γεφύρια δεν έχουν καθαριστεί από τα χώματα, όπως και μικροί υποσταθμοί και κολώνες της ΔΕΗ. Στον Παλαμά, τα μισά περίπου κτήματα με βαμβάκι ή αραποσίτι είναι ακαλλιέργητα ενώ 3-4 εκκοκκιστήρια έκλεισαν λόγω καταστροφών, έλλειψης εμπορευμάτων και μειωμένης ζήτησης από την Τουρκία  όπου εξάγεται το κυριότερο μέρος της ετήσιας σοδειάς.

Γραφειοκρατία

Οι πληγέντες επισημαίνουν ότι  εξαγγελίες  για την  αύξηση του ύψους της αποζημίωσης  έως του ποσού των 10.000  ευρώ, είναι μεν θετικές ωστόσο «οι πιο πολλοί δεν πήραμε  ούτε το πρώτο ποσό των  2.000 ευρώ ενώ αρκετοί υπέστησαν  ζημιές άνω των 200.000 – 300.000 ευρώ,  χάνοντας τον μηχανολογικό τους εξοπλισμό, τα ζώα τους, τα ποτιστικά τους  κτλ». Περαιτέρω,  τα κονδύλια είναι μεν  εξασφαλισμένα αλλά  ο διοικητικός  μηχανισμός  αδυνατεί να ανταπεξέλθει  στις ομολογουμένως τεράστιες απαιτήσεις. Στον αντίποδα, οι υπηρεσίες του υπ. Αγροτικής Ανάπτυξης μελετώντας τις υποβληθείσες  αιτήσεις,  διαπιστώνουν σοβαρές αποκλίσεις στις δηλωθείσες ζημίες. Για παράδειγμα στην κτηνοτροφία, ενώ τα κλιμάκια των κτηνίατρων έχουν  συλλέξει  60.000 νεκρά ζώα, δηλώθηκαν απώλειες άνω των 130.000 και κάτι αντίστοιχο  συνέβη και με τους μελισσοπαραγωγούς.

Ωστόσο δεν παύει να αποτελεί πραγματικότητα πως εκατοντάδες οικογένειες  δεν διαθέτουν πλέον καλλιεργήσιμο κλήρο και ότι τα έργα αποκατάστασης και υποδομών βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο.

Τα στοιχεία

Με  βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία της  ΕΛΣΤΑΤ, ο αριθμός των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην περιφέρεια Θεσσαλίας αντιστοιχεί στο 9% των εκμεταλλεύσεων της επικράτειας. Οι αμιγώς γεωργικές είναι το 8,3%, οι αμιγώς κτηνοτροφικές το 14% και οι μεικτές αγγίζουν το 10%.

Όσο για το ζωικό κεφάλαιο, ο πληθυσμός των βοοειδών ανέρχεται σε 120.276 και αντιστοιχεί στο 19,3% της επικράτειας. Τα προβατοειδή ανέρχονται σε 1.004.788 (13%), τα αιγοειδή σε 299.936 (9,5%) και οι χοίροι σε 110.796 (15%). Η συγκεκριμένη περιφέρεια  έχει επίσης περίπου το 9% των εκμεταλλεύσεων μελισσοκομίας (10% των κυψελών).